Δύο διακεκριμένοι καθηγητές από το περίφημο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασσαχουσέττης (ΜΙΤ) ανατρέπουν με την έρευνα τους όλα όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα για τον κορωνοϊό και τους κλειστούς χώρους, καταρρίπτωντας παράλληλα και τον «κανόνα των δύο μέτρων (6 πόδια)», την απόσταση δηλαδή που θα πρέπει να έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους προκειμένου να είναι πιο ασφαλείς από τον ιό.
Οι καθηγητές Martin Bazant και John Bush στη μελέτη τους αναφέρουν ότι ο κίνδυνος έκθεσης στον κορωναϊό σε εσωτερικούς χώρους είναι ο ίδιος αν οι άνθρωποι απέχουν δύο ή πενήντα μέτρα μεταξύ τους αλλά μειώνεται δραματικά σε καλά αεριζόμενους χώρους.
Πρόκειται για μία διαπίστωση που θα βοηθήσει πολύ τους επιχειρηματίες της εστίασης, όσον αφορά τους κλειστούς χώρους που διαθέτουν, καθώς θα πρέπει να επενδύσουν σε εξαιρετικά μηχανήματα εξαερισμού.
Οι Bazant και Bush ανέπτυξαν ένα μοντέλο για τον υπολογισμό του κινδύνου έκθεσης σε εσωτερικούς χώρους με βάση τον χρόνο που αφιερώνεται από τα άτομα σε κλειστούς χώρους, τη διήθηση και την κυκλοφορία του αέρα, τους ανοσοποιητικούς παράγοντες, την αναπνευστική δραστηριότητα, τις παραλλαγές και τη χρήση μάσκας.
Η ομάδα αναφέρει στην έρευνα της, που παρουσιάστηκε στο δίκτυο CNBC, ότι ο κανόνας των δύο μέτρων «δεν έχει επιστημονική βάση» γιατί ακόμη και όταν οι άνθρωποι φορούν μάσκες, ο αέρας τείνει να ανεβαίνει, να ταξιδεύει και να επιστρέφει κάπου αλλού στο δωμάτιο.
Αυτά τα ευρήματα δείχνουν, σύμφωνα με τους ερευνητές, ότι εάν ένας χώρος έχει κατάλληλο εξαερισμό, η εγκατάσταση «μπορεί να λειτουργήσει με ασφάλεια ακόμα και σε πλήρη χωρητικότητα».
Ο κορωνοϊός είναι στην ουσία μια μολυσματική πνευμονία που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Wuhan Κίνα το 2019, αλλά έκτοτε εξαπλώθηκε παγκοσμίως και έχει παραμείνει για περισσότερο από ένα χρόνο.
Όταν ξεκίνησε για πρώτη φορά να προσβάλλει τους υγειονομικούς υπαλλήλους, ανακοινώθηκαν άμεσα πρωτόκολλα για την αποφυγή του ιού και αυτά περιελάμβαναν την κοινωνική αποστασιοποίηση.
Επειδή ο κορωνοϊός ταξιδεύει με αναπνευστικά σταγονίδια που εκπνέονται από κάποιον που έχει μολυνθεί, το CDC συνιστά στους ανθρώπους να κρατούν αποστάσεις τουλάχιστον δύο μέτρων. Ωστόσο, το πανεπιστήμιο MIT αναφέρει ότι η απόσταση δεν έχει σημασία.
Οι ερευνητές επισημαίνουν στη μελέτη τους ότι υπάρχουν συγκεκριμένες διαδρομές μέσω των οποίων μολύνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους: Πρώτον, μέσω της εκπνοής σωματιδίων από το στόμα στο στόμα και στα μάτια του άλλου, δεύτερον με μολυσμένα σταγονίδια σε επιφάνειες και τρίτον μέσω εισπνεόμενων σταγονιδίων που αιωρούνται στον αέρα και τα οποία έχουν παραχθεί από μολυσμένο με τον ιό άνθρωπο.
«Συνήθως αναφερόμαστε σε αυτούς τους τρεις τρόπους μετάδοσης, σημειώνοντας ωστόσο ότι η διάκριση μεταξύ μεταφοράς μεγάλης ποσότητας εκπνοής και αερομεταφοράς σωματιδίων παραμένει νεφελώδης δεδομένης της συνεχούς παραγωγής εκπεμπόμενων σταγονιδίων» αναφέρεται στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America.
Η ομάδα λέει ότι ο κανόνας των δύο μέτρων λειτουργεί εξαιρετικά στη μείωση του κινδύνου εισπνοής μεγάλων σταγονιδίων, αλλά οι σταγόνες που απελευθερώνονται μπορούν να ταξιδέψουν σε μεγαλύτερο εύρος από τα δύο μέτρα.
Αυτές οι μικροσκοπικές σταγόνες υγρού απελευθερώνονται ενώ αναπνέουμε, μιλάμε, βήχουμε και κάνουμε άλλες αναπνευστικές δραστηριότητες. Επειδή είναι ζεστά από τη θερμότητα του σώματος του ατόμου, τα σταγονίδια μπορούν να ανυψωθούν και να ταξιδέψουν σε ολόκληρο το δωμάτιο.
Οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα μοντέλο για τον υπολογισμό του κινδύνου έκθεσης σε εσωτερικούς χώρους με βάση το χρόνο που αφιερώνεται στο εσωτερικό, το φιλτράρισμα και την κυκλοφορία του αέρα, την αναπνευστική δραστηριότητα, τις παραλλαγές και τη χρήση μάσκας. Διαπίστωσαν ότι δεν είναι η κοινωνική απόσταση που κρατά τους ανθρώπους ασφαλείς, αλλά ο χρόνος που περνούν σε κλειστό μέρος.
«Αυτό που συνεχίζει να δείχνει η ανάλυσή μας είναι ότι δεν χρειάζεται οι κλειστοί χώροι εστίασης να είναι κλειστοί», ανέφερε ο Bazant και συνέχισε, «συχνά ο χώρος είναι αρκετά μεγάλος, ο εξαερισμός είναι αρκετά καλός και ο χρόνος που περνούν οι άνθρωποι μαζί είναι τέτοιος ώστε οι χώροι αυτοί να μπορούν να λειτουργούν με ασφάλεια ακόμη και σε πλήρη χωρητικότητα.
Νομίζω ότι εάν τρέξετε τους αριθμούς, ακόμη και τώρα για πολλούς τύπους χώρων, θα διαπιστώσετε ότι δεν υπάρχει ανάγκη για περιορισμούς πληρότητας» σημείωσε.






