kourdistoportocali.comNews DeskΘα είναι η "ελληνική" Ελβετία το καταφύγιο του παγκοσμίου πλούτου ενόψει μιας νέας δυστοπίας; Ο ρόλος του Καποδίστρια

Breaking News

Θα είναι η “ελληνική” Ελβετία το καταφύγιο του παγκοσμίου πλούτου ενόψει μιας νέας δυστοπίας; Ο ρόλος του Καποδίστρια

Ο Οδυσσέας Ελύτης και τα ροδοκόκκινα, γελαστά, Ελβετόπαιδα ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα,που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία

Καθώς η καυτή ανάσα ενός Γ΄Παγκοσμίου Πολέμου ή μίας νέας δυστοπίας στό δυτικό κόσμο αρχίζει να τυλίγει σαν πέπλο τους σκεπτόμενους ανθρώπους εκεί έξω, οι προνομιούχοι ανάμεσά τους (όσοι έχουν τη δυνατότητα επιλογής καταφυγίου) κοιτάνε προς τη πλευρά της Ελβετίας.

By Wrong Man

Η Ελβετία και η Ελλάδα είναι “αδελφές” χώρες όχι μόνο γιατί εδώ διατηρούν παραδοσιακά το πλούτο τους τα μέλη της εγχώριας κλεπτοκρατίας αλλά και εξαιτίας του Ιωάννη Καποδίστρια.

H Ελβετία θεωρείται χαρακτηριστική περίπτωση ενός Willensnation δηλαδή έθνους θεμελιωμένου στη βούληση. Πράγματι, όπως έχει γράψει ο ελβετός διπλωμάτης και ακαδημαϊκός Paul Widmer, η Ελβετία δεν έχει κοινή γλώσσα (υπάρχουν 4 επίσημες γλώσσες) ούτε κοινή θρησκεία, αλλά κοινή θέληση που την κρατάει ενωμένη. Και η θέληση αυτή είναι ουσιαστικά θέληση για ελευθερία.

Μια σύντομη αλλά ενδιαφέρουσα ματιά στην Ιστορία>

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1776. Ήταν ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας και έμεινε στην ιστορία ως κορυφαίος διπλωμάτης. Οι κινήσεις του σε μια ταραγμένη εποχή, άλλαξαν το μέλλον της Ευρώπης. Λίγοι γνωρίζουν ότι αυτός ήταν ο εμπνευστής και δημιουργός του ουδέτερου κράτους της Ελβετίας, με το πανίσχυρο τραπεζικό σύστημα.

Οι εμφύλιες έριδες και τα τοπικά συμφέροντα στην Ελλάδα οδήγησαν στη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη της. Όμως οι Ελβετοί απολαμβάνουν σήμερα την οργάνωση και τη δομή ενός κράτους-πρότυπο, που τους προσέφερε ο οραματιστής Έλληνας, απαλλαγμένοι από οικονομικά βάσανα και δυσβάστακτους δανεισμούς.

Η αποστολή του Καποδίστρια στην Ελβετία

Η δράση του, κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, εντυπωσίασε τον τσάρο της Ρωσίας. Ο Καποδίστριας κέρδισε την εμπιστοσύνη του και ο τσάρος γρήγορα του ανέθεσε ένα δύσκολο έργο: την οργάνωση του κράτους της Ελβετίας. Οι Ρώσοι επιθυμούσαν να αποσπάσουν τους Ελβετούς από τη σφαίρα επιρροής των Γάλλων και έσπευσαν να υποστηρίξουν το σχέδιο του Έλληνα διπλωμάτη.

Ο Καποδίστριας χώρισε την Ελβετία σε 19 αυτόνομα καντόνια, διαμόρφωσε την ιδέα της ουδετερότητας και συνέβαλε στο Σύνταγμά της.

Σύμφωνα με τον Lorenzo Amberg, διπλωμάτη της Ελβετικής συνομοσπονδίας, ο Καποδίστριας κέρδισε ένα τιμητικό προνόμιο, που το έχουν ελάχιστοι στην ιστορία της Ελβετίας. Έγινε επίτιμος πολίτης δύο καντονιών. Της Γενεύης και του Βω.

Ο διδάκτορας Διοικητικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών – Μέλος ΣΕΠ Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, Νίκος Ζέρβας, μιλώντας στον ιστότοπο neakriti.gr θα πει για το ξεκίνημά του από τη Κέρκυρα και τον ρόλο του ως ένας από τους θεμελιωτές της ελβετικής δημοκρατίας,

Ξεκίνημα από την Κέρκυρα

* Πριν την εκκίνηση της Επανάστασης του 1821, ποια καθήκοντα είχε αναλάβει;

«Η μεγάλη πολιτική του σταδιοδρομία ξεκίνησε από τη γενέτειρά του, την Κέρκυρα, στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν διορίστηκε γραμματέας της Επικρατείας της τότε συγκροτηθείσας “Επτανήσου Πολιτείας”, του πρώτου, δηλαδή, αυτόνομου ελληνικού κράτους. Ύστερα από τον πρόωρο τερματισμό της αυτονομίας των νησιών το 1807, εκκίνησε η διπλωματική του σταδιοδρομία στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, φτάνοντας μέχρι και το αξίωμα του αναπληρωτή υπουργού του τσάρου Αλεξάνδρου του Α’. Γνωρίζοντας, μάλιστα, ότι ο Ρώσος ηγεμόνας, έχοντας προσαράξει, ήδη από το 1815 στο Συνέδριο της Βιέννης, πάνω στο άρμα του Μέτερνιχ και της Ιεράς Συμμαχίας, δε θα προσέφερε οιαδήποτε βοήθεια στον ελληνικό αγώνα της ανεξαρτησίας, ο Καποδίστριας αρνείται σοφά στις αρχές του 1820 την πρόταση του Εμμανουήλ Ξάνθου να αναλάβει τα ηνία της Φιλικής Εταιρείας. Και αυτό, διότι θεωρούσε πως θα βοηθούσε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την Επανάσταση από το αξίωμα του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας παρά από την ηγεσία της Εταιρείας, κάτι που επιβεβαιώθηκε περίτρανα στο Συνέδριο του Λάιμπαχ την άνοιξη του 1821, όταν έσωσε, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, τον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα από τις αυστριακές, ρωσικές, αγγλικές και γαλλικές δυνάμεις, που ετοιμάζονταν να τον καταπνίξουν. Άλλη μια απόδειξη, κοντολογίς, της ύψιστης διορατικότητάς του».

*Γιατί η Ελβετία τον έχει σε μεγάλη εκτίμηση;

“Η Ελβετία, όπως γνωρίζετε κύριε Κοσμαδάκη, είναι ένα κράτος που βρίσκεται κυριολεκτικά στο κέντρο της Ευρώπης. Πράγμα που σημαίνει πως ειδικά εκείνη την εποχή, εν τω μέσω των ναπολεόντειων πολέμων, κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία ήθελε να την έχει υπό τη σφαίρα της επιρροής της. Έτσι, ενόσω στα τέλη του 18ου αιώνα την είχαν κατακτήσει τα γαλλικά στρατεύματα, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1810 γαλλική, αυστριακή και ρωσική αυτοκρατορία αντιμάχονταν μεταξύ τους περί του ποια εξ αυτών θα έχει ως δορυφόρο του το ελβετικό κράτος. Τότε ξεκινά και η ενεργός εμπλοκή του Ιωάννη Καποδίστρια σε αυτό, ως απεσταλμένος του τσάρου Αλέξανδρου του Α’. Πρώτο του μέλημα ήταν να αντιμετωπίσει το διχαστικό κλίμα, που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των κρατιδίων του Βορρά και του Νότου της ελβετικής συνομοσπονδίας, το οποίο μπορούσε να τα οδηγήσει ακόμα και σ’ έναν εμφύλιο σπαραγμό. Ως εκ τούτου, δρώντας κατ’ αντιστοιχία με ό,τι είχε πετύχει ως εκπρόσωπος της Επτανήσου Πολιτείας στην Κεφαλονιά την άνοιξη του 1801, όπου οι κάτοικοι του Ληξουρίου ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν ένοπλες συγκρούσεις μ’ εκείνους του Αργοστολίου για την κατάργηση του αριστοκρατικού καθεστώτος, που προέβλεπε το πρώτο Σύνταγμα του αυτόνομου κράτους, ο Κερκυραίος πολιτικός κατάφερε, καταρχάς, να ενώσει τον ελβετικό λαό. Στη συνέχεια, δε, συνέβαλε τα μάλα στη θέσπιση του Συντάγματος της ελβετικής συνομοσπονδίας, όπως και καθενός εκ των καντονιών της, επιφέροντας και την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη στο Συνέδριο της Βιέννης στα 1814-1815. Κατά τη διάρκεια των εργασιών του, μάλιστα, εξασφάλισε και την ουδετερότητα του ελβετικού κράτους, το οποίο εδώ και δύο περίπου αιώνες ουδέποτε έχει εμπλακεί σε κάποια πολεμική σύρραξη. Για όλους αυτούς τους λόγους, επομένως, θεωρείται ορθώς ως ένας από τους θεμελιωτές της ελβετικής δημοκρατίας, γι’ αυτό και τιμάται αναλόγως από τις ελβετικές Αρχές μέχρι και τις μέρες μας».

Πάμε να δούμε τώρα τη σχέση του Οδυσσέα Ελύτη με την Ελβετία>

Την αφορμή για να γράψω το ποίημά μου ”Άξιον Εστί”,
την έδωσε η διαμονή μου
στην Ευρώπη τα χρόνια
του ’48 με ’51.
Ήταν τα φοβερά χρόνια
όπου όλα τα δεινά μαζί
Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος –
δεν είχαν αφήσει
πέτρα πάνω στην πέτρα.
Θυμάμαι,
τη μέρα που κατέβαινα
να μπω στο αεροπλάνο,
ένα τσούρμο παιδιά
που παίζανε
σε ένα ανοιχτό οικόπεδο.
Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε
να σταματήσει για μια στιγμή
και βάλθηκα να τα παρατηρώ.
Ήταν κυριολεκτικά
μες στα κουρέλια.
Χλωμά,
βρώμικα,
σκελετωμένα,
με γόνατα παραμορφωμένα,
με ρουφηγμένα πρόσωπα.
Τριγυρίζανε μέσα στις
τσουκνίδες του οικοπέδου,
ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες
και σωρούς σκουπιδιών.
Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα
που έπαιρνα από την Ελλάδα.
Και αυτή, σκεπτόμουνα,
ήταν η μοίρα του Γένους
που ακολούθησε
τον δρόμο της Αρετής
και πάλεψε αιώνες
για να υπάρξει.
Πριν περάσουν
24 ώρες, περιδιάβαζα
στο Ουσί της Λωζάννης,
στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη.
Και ξαφνικά
άκουσα καλπασμούς
και χαρούμενες φωνές.
Ήταν τα Ελβετόπαιδα
που έβγαιναν να κάνουν
την καθημερινή τους ιππασία.
Αυτά που από
πέντε γενιές και πλέον,
δεν ήξεραν τι θα πει
αγώνας, πείνα, θυσία.
Ροδοκόκκινα, γελαστά,
ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα,
με συνοδούς που φορούσαν
στολές με χρυσά κουμπιά,
περάσανε από μπροστά μου
και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση
που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ήτανε δέος
μπροστά στην τρομακτική αντίθεση,
συντριβή
μπροστά στην τόση αδικία,
μια διάθεση να κλάψεις και
να προσευχηθείς περισσότερο,
παρά να διαμαρτυρηθείς
και να φωνάξεις.
Ήτανε η δεύτερη
φορά στη ζωή μου
– η πρώτη ήτανε στην Αλβανία –
που έβγαινα από το άτομό μου
και αισθανόμουν
όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος,
αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά
με τη φυλή μου.
Και το σύμπλεγμα
κατωτερότητας που ένιωσα,
μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός
από το τέλος του πολέμου
και τα πράγματα
ήταν ακόμη μουδιασμένα.
Όμως τι πλούτος
και τι καλοπέραση
μπροστά μας!
Και τι μετρημένα δεινά
μπροστά στα ατελείωτα δικά μας.
Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι,
που δε μπορούσαν να ‘χουν
κάθε μέρα το μπιφτέκι
και το φρέσκο τους βούτυρο,
δυσανασχετούσανε.
Υπάλληλοι, σοφέρ, γκαρσόνια,
με κοιτάζανε βλοσυρά
και μου λέγανε:
‘Εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε!”
Κι όταν καμιά φορά
τολμούσα να ψιθυρίσω
ότι ήμουν Έλληνας
κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο
με κοιτάζανε παράξενα:
”Α, κι εσείς, ε;”
Καταλάβαινα ότι ήμασταν
αγνοημένοι από παντού
και τοποθετημένοι στην άκρη
ενός χάρτη απίθανου.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη
με έκανε να βλέπω πιο καθαρά
το δράμα του τόπου μας.
Εκεί αναπηδούσε
πιο ανάγλυφο το άδικο
που κατάτρεχε τον ποιητή.
Σιγά – σιγά αυτά τα δύο
ταυτίστηκαν μέσα μου.
Το επαναλαμβάνω,
μπορεί να φαίνεται παράξενο,
αλλά έβλεπα καθαρά
ότι η μοίρα της Ελλάδας
ανάμεσα στα άλλα έθνη,
ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή
ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους
– και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους
του χρήματος και της εξουσίας.
Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας.
Αυτό ήταν το πρώτο εύρημα.
Και η ανάγκη
που ένιωθα για μια δέηση,
μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα.
Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή
τη διαμαρτυρία μου για το άδικο,
τη μορφή μιας
εκκλησιαστικής λειτουργίας.
Κι έτσι γεννήθηκε το ”Άξιον Εστί”.
Οδυσσέας Ελύτης

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK