kourdistoportocali.comNews DeskΣτην "εντατική" 350.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις

Γιάννης Χατζηθεοδοσίου

Στην “εντατική” 350.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις

Aντιμέτωπες με τα αναγκαστικά μέτρα της εφορίας και των ασφαλιστικών ταμείων

“Το 55% των ελληνικών επιχειρήσεων, δηλαδή περίπου 350.000 επιχειρήσεις, βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση, με τα χρέη στο Δημόσιο και στις τράπεζες να “τρέχουν”. Εάν κλείσουν, θα οδηγηθούν στην ανεργία τουλάχιστον 700.000 εργαζόμενοι”, αναφέρει ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητήριου Αθηνών, κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου σε δηλώσεις του στην εφημερίδα Real News της Κυριακής 12 Αυγούστου 2018 και τον δημοσιογράφο Δημήτρη Χριστούλια. 
Σε δεινή οικονομική θέση συνεχίζει να βρίσκεται περίπου 1 στις 2 μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, έχοντας οφειλές σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες, αλλά και καμία πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ρευστότητα. Η κατανάλωση βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, με την πλειονότητα των πολιτών να συνεχίζει να αγοράζει τα απολύτως απαραίτητα. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταποκριθούν έγκαιρα στις δανειακές, φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, με συνέπεια τα χρέη να συσσωρεύονται, καθιστώντας αδύνατη την ομαλή λειτουργία τους. Ακόμη και ο τουρισμός φαίνεται μέχρι στιγμής να μην τους έχει δώσει την πολυπόθητη οικονομική ανάσα που τόσο έχουν ανάγκη, καθώς μια σειρά από στρεβλώσεις της αγοράς εμποδίζει την ανάκαμψή τους.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου της Αθήνας (ΕΕΑ), Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, “το 55% των ελληνικών επιχειρήσεων, δηλαδή περίπου 350.000 επιχειρήσεις, βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση, με τα χρέη στο Δημόσιο και στις τράπεζες να “τρέχουν”. Εάν κλείσουν, θα οδηγηθούν στην ανεργία τουλάχιστον 700.000 εργαζόμενοι”.
Αδυναμία
Χιλιάδες επιχειρήσεις που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις έχουν έρθει αντιμέτωπες με τα αναγκαστικά μέτρα της εφορίας και των ασφαλιστικών ταμείων, όπως είναι οι κατασχέσεις σε τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Κατασχέσεις οι οποίες ουσιαστικά “κατεβάζουν” τους διακόπτες ρευστότητας, καθώς οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να εισπράξουν χρήματα, αλλά ούτε και να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
“Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές εξαιτίας των υπερβολικών φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, σε συνδυασμό με τη δραματική μείωση της κατανάλωσης, έχουν εγκλωβίσει πάρα πολλούς συναδέλφους μας σε έναν φαύλο κύκλο. Εργάζονται σκληρά προκειμένου να καλύπτουν – έστω και μερικώς – τις υποχρεώσεις τους, ξεχνώντας τι σημαίνει κέρδος, αναβάθμιση επιχείρησης, επένδυση”, τονίζει χαρακτηριστικά ο Γ. Χατζηθεοδοσίου.
Κλείνουν
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το 99% των ελληνικών επιχειρήσεων και απασχολούν έως 50 άτομα προσωπικό. Στα χρόνια της κρίσης έχουν βάλει λουκέτο περισσότερες από 250.000 επιχειρήσεις και περίπου 800.000 εργαζόμενοι έχουν οδηγηθεί στην ανεργία. Μάλιστα, 181.237 επιχειρήσεις απασχολούν από 1 έως 4 άτομα, ενώ 450.000 επιχειρήσεις δεν απασχολούν κανέναν εργαζόμενο. Ειδικά σε τομείς όπως είναι η εστίαση ή η βιοτεχνία η κατάσταση είναι δραματική. Το μοναδικό μέλημα των περισσότερων επιχειρηματιών είναι απλώς να παραμένουν ενεργοί, με την ελπίδα ότι θα βελτιωθεί σύντομα η κατάσταση.
Μάλιστα, χιλιάδες επαγγελματίες προσπαθούν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν τις επιχειρήσεις τους, καθώς αποτελούν τόσο για τους ίδιους όσο και για τα μέλη της οικογένειάς τους τη μοναδική εργασία. Ειδικά στα χρόνια της οικονομικής κρίσης πολλοί ήταν αυτοί που άνοιξαν μια μικρή επιχείρηση, επενδύοντας μικρά κεφάλαια, προκειμένου να εξασφαλίσουν μία ή δύο θέσεις εργασίας. Προχώρησαν σε μικρές επενδύσεις, κυρίως στον κλάδο του λιανεμπορίου, προσδοκώντας γρήγορη απόδοση. Ωστόσο, εκτιμάται ότι από το 2012 έως το 2017 περίπου 40.000 επιχειρήσεις άνοιξαν και έκλεισαν. Επιχειρήσεις δηλαδή που άνοιξαν αλλά και έκλεισαν στα χρόνια της κρίσης, με τους περισσότερους να μην έχουν προβλέψει το βάθος της ύφεσης. Από εστιατόρια και καφετέριες μέχρι καταστήματα ένδυσης, υπόδησης και μικρά καταστήματα τροφίμων, βρέθηκαν στον κυκλώνα της οικονομικής κρίσης και κατέβασαν ρολά. Πρόκειται για επιχειρήσεις, οι οποίες, ενώ έκλεισαν, συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να “κουβαλούν” χρέη χιλιάδων ευρώ, αδυνατώντας ουσιαστικά να τα ξεπληρώσουν. Ακόμη όμως και όσες έχουν καταφέρει να μείνουν ζωντανές είναι εγκλωβισμένες στα χρέη τους, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα ανακάμψει η αγορά και θα μπορέσουν να τακτοποιήσουν τις οφειλές τους.
Συρρίκνωση πωλήσεων 
Σύμφωνα με στοιχεία επιχειρηματικών φορέων, ο συνολικός τζίρος των εμπορικών επιχειρήσεων μειώθηκε το 2017 στα 35 δισ. ευρώ, από 54 δισ. ευρώ το 2008. Συρρίκνωση κατά 19 δισ. ευρώ που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μείωση των εισοδημάτων που είχαν το διάστημα αυτό μισθωτοί, συνταξιούχοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά και στην επιβολή δυσβάστακτης φορολογίας, είτε αφορά την ακίνητη περιουσία (ΕΝΦΙΑ), είτε πρόκειται για άμεσους και έμμεσους φόρους. Μάλιστα, η κατάσταση θα μπορούσε να είναι ακόμη χειρότερη αν αναλογιστεί κανείς ότι το διάστημα της οικονομικής κρίσης οι Ελληνες “σήκωσαν” από τις καταθέσεις τους 8,3 δισ. ευρώ για να αγοράσουν βασικά είδη διαβίωσης και να πληρώσουν τους φόρους τους. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι ένας ελεύθερος επαγγελματίας χρειάζεται να δουλέψει κατά μέσο όρο 6,5 μήνες τον χρόνο μόνο για να μπορέσει να καλύψει τις φορολογικές υποχρεώσεις του.
Στη μείωση της κατανάλωσης σημαντικό ρόλο παίζει και η ακρίβεια σε βασικά είδη διαβίωσης. Και το οξύμωρο είναι ότι, ενώ οι Έλληνες συγκαταλέγοντα στους φτωχότερους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις ετήσιες δαπάνες ανά κάτοικο να μειώνονται από 17.008 ευρώ το 2008 στα 12.929 ευρώ το 2017, η χώρα μας βρέθηκε στη 17η θέση της λίστας με τις ακριβότερες χώρες στην Ευρώπη.
Η δραματική μείωση στα εισοδήματα των πολιτών και η ακρίβεια σε βασικά προϊόντα έχουν επιφέρει αλυσιδωτές αντιδράσεις στις επιχειρήσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων βλέπουν τις πωλήσεις τους να μειώνονται. Βασικό “αγκάθι” για την αναθέρμανση της εγχώριας αγοράς αποτελεί και η υψηλή φορολογία, ενώ -σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)- 7 στους 10 Έλληνες “μόλις τα βγάζουν πέρα”, ενώ μόνο 1 στους 10 αναμένεται να αποταμιεύσει το επόμενο διάστημα. Στοιχεία που διαμορφώνουν ένα απαισιόδοξο κλίμα για το προσεχές διάστημα, καθώς δεν διαφαίνεται να αυξάνονται τα εισοδήματα των ελληνικών νοικοκυριών.
Θηλιά χρεών
Η έλλειψη ρευστότητας, η γραφειοκρατία και τα “κόκκινα” επιχειρηματικά δάνεια αποτελούν τρία από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. “Εφόσον στη μεταμνημονιακή εποχή δοθούν από τον τραπεζικό τομέα τα απαραίτητα χρηματοδοτικά εργαλεία και γίνει ευκολότερη η πρόσβαση στο “ζεστό χρήμα”, που τόσο έχει ανάγκη η αγορά, μπορούν να γίνουν οι κατάλληλες κινήσεις και να αποκτήσουν προοπτική επιβίωσης χιλιάδες επιχειρήσεις μας. Με παράλληλη επίλυση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με αύξηση της αξιοποίησης κοινοτικών κονδυλίων και σε συνδυασμό με δράσεις που έχει ήδη εξαγγείλει το κυβερνητικό επιτελείο, όπως φοροελαφρύνσεις και μείωση ασφαλιστικών εισφορών, όλα είναι εφικτά”, επισημαίνει ο πρόεδρος του ΕΕΑ.
Δεύτερη ευκαιρία
Σύσσωμοι οι εκπρόσωποι των εμπορικών και επιχειρηματικών φορέων επισημαίνουν την ανάγκη συγκρότησης ενός εθνικού σχεδίου με στόχο να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στις επιχειρήσεις οι οποίες επλήγησαν πραγματικά από την πρωτοφανή και παρατεταμένη οικονομική κρίση. Προς την κατεύθυνση αυτή, μάλιστα, φορείς προσπαθούν – μέσω ειδικών προγραμμάτων – να στηρίξουν επαγγελματίες που έχουν βρεθεί σε δεινή οικονομική θέση και να δημιουργηθούν προοπτικές όχι μόνο επιβίωσης, αλλά και ανάκαμψης. Ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια των επιχειρήσεων που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες είναι ο εξωδικαστικός μηχανισμός, ο οποίος από τις αρχές Σεπτεμβρίου απλοποιείται με στόχο να μπορέσουν να ρυθμίσουν τα χρέη τους όσο το δυνατόν περισσότερες επιχειρήσεις. Από την πλευρά του, το υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης επεξεργάζεται σχέδιο προκειμένου υπερχρεωμένες επιχειρήσεις να μπορέσουν να διευθετήσουν τις οφειλές τους. Μεταξύ των δυνατοτήτων που έχουν οι επαγγελματίες είναι, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχει η επιχείρησή τους, να μπορούν να τακτοποιούν και προσωπικά χρέη.
Συγκρατημένη αισιοδοξία
Το μόνο αισιόδοξο στοιχείο έχει να κάνει με την αύξηση των πωλήσεων στο λιανεμπόριο τον περασμένο Μάιο κατά 5,3% σε ετήσια βάση. Άνοδος που προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τη μεγάλη αύξηση, σχεδόν κατά 10%, στα πρατήρια καυσίμων και λιπαντικών, από την άνοδο κατά 7,9% στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων και από την άνοδο κατά 5,8% στις επιχειρήσεις επίπλων, ηλεκτρικών ειδών και οικιακού εξοπλισμού. Παράγοντες της αγοράς, ωστόσο, επισημαίνουν ότι για να μπορέσει να αντιστραφεί το αρνητικό κλίμα στην εγχώρια αγορά θα πρέπει να συνεχίσει να αυξάνεται η κατανάλωση για αρκετούς μήνες. Όμως, τα πρώτα αποτελέσματα από την πορεία της εκπτωτικής περιόδου δεν είναι ενθαρρυντικά, καθώς η αγοραστική κίνηση κινείται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με πέρυσι.
Οι περισσότεροι επιχειρηματίες είναι συγκρατημένα αισιόδοξοι για το μέλλον, καθώς γνωρίζουν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι θα πρέπει να πληρώσουν σε φόρους περισσότερα από 11 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του χρόνου. “Εάν τα μισά από αυτά τα χρήματα “έπεφταν” στην αγορά χιλιάδες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να μετατραπούν από ζημιογόνες σε βιώσιμες”, τονίζουν παράγοντες της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι επαγγελματίες είναι συγκρατημένοι, παρότι το 2018 έχουν ανοίξει διπλάσιες επιχειρήσεις από αυτές που έχουν κλείσει, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια οικονομικής ύφεσης.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, από τις αρχές του χρόνου μέχρι και την περασμένη Τρίτη 7 Αυγούστου είχαν ανοίξει 21.556 επιχειρήσεις και είχαν κλείσει 11.063. Ωστόσο, πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις που ανοίγουν είναι Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρίες (ΙΚΕ), οι οποίες σε κάποιον βαθμό ιδρύονται από ελεύθερους επαγγελματίες που διέθεταν παλαιότερα μπλοκ παροχής υπηρεσιών.
SHARE
MORE NEWS DESK