Στα τέλη του περασμένου αιώνα, η Ιαπωνία έγινε η πρώτη μεγάλη οικονομία που μείωσε τα επιτόκια στο μηδέν. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας της Covid, πολλά άλλα έθνη υιοθέτησαν αυτή την τακτική προκειμένου να στηρίξουν τις οικονομίες τους. Σήμερα, αυτές οι χώρες αυξάνουν τα επιτόκια τους, αλλά η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BOJ) διατήρησε και πάλι το βασικό της επιτόκιο κάτω από το μηδέν. Και αυτό είναι κακό για το νόμισμά της.
Από την Mariko Oi/BBC News
Το γιεν θεωρείται από καιρό ως ένα ασφαλές καταφύγιο, το οποίο παραδοσιακά αγόραζαν οι επενδυτές σε περιόδους κρίσης. Αλλά πλέον αυτό το ατού δείχνει να χάνεται. Μόνο φέτος έχει χάσει περισσότερο από το ένα πέμπτο της αξίας του έναντι του δολαρίου για να φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1990.
Η διολίσθηση του γιεν οφείλεται στη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ. Από τον Μάρτιο, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αύξησε επιθετικά το βασικό της επιτόκιο -από 0,25% σε 3,25%- καθώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει το αυξανόμενο κόστος ζωής. Τα υψηλότερα επιτόκια τείνουν να κάνουν ένα νόμισμα πιο ελκυστικό για τους επενδυτές. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει λιγότερη ζήτηση για νομίσματα από χώρες με χαμηλότερα επιτόκια και αυτά τα νομίσματα πέφτουν σε αξία.
Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι το αδύναμο γιεν αντανακλά την κατάσταση των οικονομικών της χώρας. Η οικονομία έχει αναπτυχθεί με το ζόρι τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Είναι επίσης το πιο υπερχρεωμένο έθνος στον κόσμο. Η Ιαπωνία αντιμετωπίζει επίσης τη δημογραφική βόμβα του χαμηλού ποσοστού γεννήσεων και ενός πληθυσμού με το υψηλότερο ποσοστό ηλικιωμένων στον κόσμο. Η κυβέρνηση επέτρεψε σε ορισμένους ξένους εργαζόμενους να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του ζητήματος, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει έντονη αντίθεση ως προς τη μετανάστευση.
«Δεν φαίνεται να υπάρχει περίπτωση να ενισχυθεί το γιεν», λέει ο Takeshi Fujimaki, πρώην σύμβουλος του δισεκατομμυριούχου επενδυτή George Soros. Αναμένει ότι το ιαπωνικό νόμισμα θα φτάσει τα 180 έναντι του δολαρίου πριν τελικά καταρρεύσει σε αξία, όπως έχει προειδοποιήσει ο ίδιος στο παρελθόν.
Ο διοικητής της BOJ, Haruhiko Kuroda, έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η οικονομία είναι πολύ αδύναμη για να διαχειριστεί υψηλότερα επιτόκια. Όπως και μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου, οι Ιάπωνες καταναλωτές παλεύουν με τον αυξανόμενο πληθωρισμό, αλλά αυτό χαιρετίστηκε από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, οι οποίοι ήθελαν εδώ και καιρό να αυξηθούν οι τιμές. Ο Kuroda λέει ότι η τρέχουσα πολιτική της τράπεζας είναι απαραίτητη για να τη βοηθήσει να επιτύχει τον στόχο πληθωρισμού του 2%.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι για χρόνια η Ιαπωνία αντιμετωπίζει αποπληθωρισμό ή πτώση των τιμών, κάτι που είναι κακό για μια οικονομία, επειδή όταν οι τιμές συνεχίζουν να πέφτουν, οι καταναλωτές τείνουν να συγκρατούνται ως προς τις μεγάλες αγορές τους καθώς αναμένουν ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες θα είναι φθηνότερες στο μέλλον.
Η Ιαπωνία δεν είχε παρέμβει στην παγκόσμια αγορά συναλλάγματος για να στηρίξει το γιεν για σχεδόν δυόμισι δεκαετίες. Ωστόσο, τον περασμένο μήνα, καθώς το νόμισμα έπεφτε, οι αρχές παρενέβησαν, ξοδεύοντας 21 δισ. δολάρια (18,3 δισ. £). Αυτό, βοήθησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά σύντομα το νόμισμα υποχώρησε ξανά, ξεπερνώντας τα 150 γιεν προς το δολάριο. Αυτό φέρεται να πυροδότησε νέα παρέμβαση, αυτή τη φορά με 37 δισ. δολάρια.
Η ιαπωνική κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής αρνηθεί να επιβεβαιώσει ότι παρενέβη ξανά, παρόλο που οι επενδυτές έχουν δηλώσει ότι είδαν σημάδια άλλης παρέμβασης νωρίτερα αυτή την εβδομάδα. Οι ειδικοί έχουν προειδοποιήσει ότι αυτές οι προσπάθειες στήριξης του γιεν θα έχουν βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα. «Είναι για να δείξει τη θέση της ιαπωνικής κυβέρνησης ότι δεν επιθυμεί περαιτέρω αποδυνάμωση του ιαπωνικού γεν», δήλωσε ο Eisuke Sakakibara, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών της Ιαπωνίας.
Ένα αδύναμο γιεν δυσκολεύει κατά πολύ τους πολίτες ως προς τις αγορές τους καθώς οι τιμές των προϊόντων είναι πολύ πιο υψηλές. Η χώρα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Λόγω των συναλλαγματικών ισοτιμιών και της αύξησης των τιμών της ενέργειας, το χρηματικό ποσό που ξόδεψε για εισαγωγές τον περασμένο μήνα αυξήθηκε κατά 46%.
Αλλά δεν είναι όλα άσχημα τα νέα για τις επιχειρήσεις. Τα χρήματα που βγάζουν στο εξωτερικό οι Ιάπωνες εξαγωγείς αξίζουν πολύ περισσότερο στην πατρίδα τους. Καθώς οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, δεν πρόκειται για κάτι ασήμαντο. Ωστόσο, οι καταναλωτές έχουν δει την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται στο μισό την τελευταία δεκαετία. Πριν από δέκα χρόνια, 10.000 γιεν θα αγόραζαν ένα αντικείμενο αξίας 132 $, αλλά σήμερα παίρνουν μόνο κάτι αξίας 67 $.
Αυτό είναι ένα σημαντικό πρόβλημα επειδή οι μέσοι μισθοί στην Ιαπωνία δεν έχουν αυξηθεί σχεδόν καθόλου σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Το ζήτημα είναι ακόμη πιο οξύ όταν οι άνθρωποι πρέπει να χρησιμοποιούν το γιεν για να πληρώσουν για πράγματα στο εξωτερικό, για παράδειγμα όταν ταξιδεύουν ή όταν τα παιδιά τους σπουδάζουν εκτός Ιαπωνίας.
Ωστόσο, υπάρχει ένας τομέας που ανθεί εξαιτίας του φτηνού γιεν. Το 2019, η Ιαπωνία υποδέχθηκε 32 εκατομμύρια ξένους επισκέπτες, οι οποίοι δαπάνησαν περίπου 5 τρισεκατομμύρια γιεν (33,6 δισεκατομμύρια δολάρια, 29,7 δισεκατομμύρια λίρες). Ενώ σήμερα ο αριθμός των τουριστών απέχει ακόμη πολύ από αυτό το επίπεδο πριν την πανδημία, η επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs έχει προβλέψει ότι οι εισερχόμενες δαπάνες θα μπορούσαν να φτάσουν τα 6,6 τρισεκατομμύρια γιεν εντός ενός έτους από την πλήρη επαναλειτουργία της χώρας.








