kourdistoportocali.comNews DeskΤο πιο βαρετό κόμμα

Μόνο ο Βενιζέλος

Το πιο βαρετό κόμμα

Σχεδόν κανείς Ελληνας δεν έχει καταλάβει τι γίνεται σ΄αυτό το Κίνημα Αλλαγής

Σχεδόν κανείς Ελληνας δεν έχει καταλάβει τι γίνεται σ΄αυτό το Κίνημα Αλλαγής. Είναι ίσως το πιο βαρετό κόμμα της πολιτικής ζωής. Εκανε λέει ένα συνέδριο στο οποίο πήγε και ο Μητσοτάκης και προσκάλεσε την Φώφη σε συστράτευση. Δυστυχία. Ειλικρινά εάν δεν υπήρχε ο Βενιζέλος στις τάξεις του (για την ώρα) θα ήταν αξιολύπητοι και οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν το ρεπορτάζ του συγκεκριμένου κόμματος.

Kαλούμε λοιπόν τους αναγνώστες μας να διαβάσουν ομιλία του στην ημερίδα «Ασφάλεια και Σταθερότητα στα Δυτικά Βαλκάνια»

Δυτικά Βαλκάνια: Καταστάσεις, προκλήσεις, προοπτικές*

Στα Δυτικά Βαλκάνια, 27 χρόνια μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, μπορούμε να πούμε ότι πιθανότατα βρισκόμαστε λίγο πριν από ένα νέο κύμα αναθεωρητισμού, δηλαδή αμφισβήτησης και πάλι των συνόρων που χαράχτηκαν μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Η κατάσταση είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά εύθραυστη και αυτό αφορά πρωτίστως τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη όπου η συνθήκη του Ντέιτον και η συνταγματική μηχανική έχει δημιουργήσει ένα δευτερογενές τεχνικό πρόβλημα το οποίο έρχεται να προστεθεί στην εθνοτική και κοινωνική πολυπλοκότητα της χώρας.

Στο Κόσσοβο, πέρα από τις εκκρεμότητες που υπάρχουν σε σχέση με το διεθνές καθεστώς και την αναγνώριση, (η Ελλάδα ανήκει στις λίγες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν έχουν προβεί σε αναγνώριση) επαπειλείται ή επίκειται, όπως θέλετε πείτε το, παραπομπή του συνόλου σχεδόν της πολιτικής ηγεσίας της χώρας ενώπιον Ειδικού Ποινικού Δικαστηρίου στη Χάγη που έχει συγκροτηθεί στο πλαίσιο της EUR-Lex.

Στην ΠΓΔΜ υπάρχει η οριακή πλειοψηφία που διαθέτει στη Βουλή η κυβέρνηση Ζάεφ με τον κ. Αχμέτι, δεν υπάρχουν όμως καλοί οιωνοί σε σχέση με την πλήρη και αμέριμνη, στο μακρύ μέλλον, εφαρμογή ούτε της Συμφωνίας της Οχρίδας, που είναι μια ιδιόμορφη συνταγματικοδιεθνής συμφωνία, ούτε σε σχέση τη δυνατότητα συνύπαρξης των συγκρουομένων πολιτικών δυνάμεων της σλαβικής πλειονότητας.

Αλλά, προβλήματα υπάρχουν φυσικά και στις σχέσεις Σερβίας- Κοσσυφοπεδίου και (με αφορμή τις σχέσεις Σερβίας και Ρεπούμπλικα Σέρπσκα) στις σχέσεις Σερβίας – Βοσνίας Ερζεγοβίνης.

Η ίδια η θεσμική υπόσταση και ανθεκτικότητα του Μαυροβουνίου δοκιμάστηκε με αφορμή την ένταξη στο ΝΑΤΟ. Προβλήματα υπάρχουν όχι μόνο σε όλη την περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας αλλά και στην Αλβανία.

Έχουμε αυτά που είχαμε πάντα: ένα δίκτυο οργανωμένου εγκλήματος, ένα δίκτυο ισλαμιστικού φονταμενταλισμού και βεβαίως υπάρχουν προκαταλήψεις, στερεότυπα που αναρριπίζονται, γιατί όλα αυτά διευκολύνουν καταστάσεις οι οποίες είναι εκτός διεθνούς αλλά και εκτός εσωτερικής νομιμότητας. Αυτά τα δύο είναι κάπως αδιευκρίνιστα γιατί υπάρχουν οντότητες, οι οποίες μέχρι σήμερα τελούν υπό καθεστώς προτεκτοράτου, ή οιονεί προτεκτοράτου όπως συμβαίνει με τη Βοσνία Ερζεγοβίνη και με το Κόσσοβο.

Παράλληλα, βλέπουμε την έντονη δραστηριοποίηση στην περιοχή της Τουρκίας και βεβαίως της Ρωσίας. Ειδικότερα:

Επειδή το ζήτημα είναι άκρως επίκαιρο, είναι προφανές ότι και για εμάς, εδώ στην Ελλάδα, το ζήτημα της Τουρκίας τίθεται πια με ριζικά διαφορετικούς όρους. Γιατί, μετά το πραξικόπημα και μετά την κρίση στις σχέσεις του κ. Ερντογάν με τον κ. Γκιουλέν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια Τουρκία αναθεωρητική, πιεσμένη πανταχόθεν. Όχι απλώς διχασμένη, αλλά πολυτεμαχισμένη εθνοτικά, θρησκευτικά, κοινωνικά και αναπτυξιακά. Με πολύ σοβαρό πρόβλημα εθνικής ταυτότητας. Μια Τουρκία που νιώθει να απειλείται η εδαφική της ακεραιότητα που είναι όμως η βάση της ύπαρξης της Τουρκικής Δημοκρατίας μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μια Τουρκία που ξέρει πάρα πολύ καλά ότι η Συνθήκη των Σεβρών ίδρυε Κουρδικό κράτος ενώ η Συνθήκη της Λωζάνης που αμφισβητεί, δεν το ιδρύει. Μια Τουρκία η οποία φτάνει ρητορικά να θέτει ζήτημα Λωζάνης, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αναφέρεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ στην πραγματικότητα αναφέρεται στα ανατολικά σύνορά της. Δηλαδή στον πραγματικά διεθνή και πολυμερή χαρακτήρα της συνθήκης αυτής, που αφορούσε την ολοκλήρωση της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επιστέγαζε την ύστερη φάση του ανατολικού ζητήματος καθώς διευθετούσε ζητήματα που αφορούσαν το καθεστώς της Αιγύπτου, του Σουδάν, τα σύνορα της Συρίας, του Ιράκ κοκ. Αλλά το Ανατολικό Ζήτημα ξανά άνοιξε και στο επίκεντρό της είναι τώρα η Τουρκική Δημοκρατία, η οποία αναζητά ξανά την ταυτότητά της.

Εξαντλήθηκαν τα όρια της ελληνικής στρατηγικής στα θέματα αυτά. Είχαμε επαναπαυθεί σε μία απλουστευτική αντίληψη, ότι όλα περνάνε μέσα από την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Ότι έχουμε απέναντί μας μια Τουρκία που, κατά κάποιο τρόπο, ενδιαφέρεται να ανταποκρίνεται στα κριτήρια και τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Και βεβαίως ότι έχουμε απέναντί μας μια Τουρκία η οποία σε τελική ανάλυση είναι νατοϊκή χώρα, μια παλαιά χώρα – μέλος του Βορειοατλαντικού Συμφώνου μαζί με την Ελλάδα. Από τις αρχές του ’50. Σχεδόν, ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ.

Αλλά τώρα αυτά δεν ισχύουν, και άρα δεν ισχύει και η αντίληψή μας για τον χρόνο, σε σχέση με τις μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις που τις παροξύνει πολύ συχνά η Τουρκία. Έχουμε ανάγκη από μια άλλη προσέγγιση, ιδίως τώρα που βρισκόμαστε μπροστά σε αλυσίδα προκλήσεων μετά από 15 χρόνια ηρεμίας που είχαν συμπέσει με την εξουσία Ερντογάν. Στα 45 χρόνια της μεταπολίτευσης, τα 15 τελευταία είναι αυτά στα οποία δεν είχαμε θερμό επεισόδιο που να οδήγησε σε «κατολίσθηση» του επιπέδου προστασίας των δικών μας εθνικών συμφερόντων.

Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τι σήμαινε το επεισόδιο Ίμια 2 με τον εμβολισμό του περιπολικού σκάφους του Λιμενικού Σώματος, η απομάκρυνση στην οποία αναγκάστηκε το γεωτρύπανο της ΕΝΙ στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας και το συνεχιζόμενο επεισόδιο με τη σύλληψη και κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, για ένα συνοριακό επεισόδιο τρέχον που διευθετείται μεταξύ των διοικητών των δύο συνοριακών φρουρών.

Η κυβέρνηση έχει πρόβλημα διαχείρισης κρίσεων. Ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι ποτέ δεν βγήκαμε ωφελημένοι όταν εξελίσσονται θερμά επεισόδια και μετά καταστέλλονται με τη μορφή ενός κάποιου moratorium. Φαίνεται ότι δυστυχώς δεν υπάρχει ένα ευκρινές πρωτόκολλο διαχείρισης κρίσεων. Δεν υπάρχει εμφανής στρατηγική η οποία να αντιμετωπίζει τα νέα δεδομένα. Και το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται διαδικαστικά μέσα από την δημιουργία ενός ακόμη ρητορικού οργάνου, όπως το Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας. Πρέπει η ελληνική κοινωνία και οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις να έρθουν αντιμέτωπες με ρεαλιστικό τρόπο – όχι κατευναστικά, αλλά ρεαλιστικά, δηλαδή αποτελεσματικά – με τα νέα δεδομένα, προκειμένου να μπορούμε να χαράξουμε μια γραμμή που έχει προοπτική. Μια βιώσιμη και εφαρμόσιμη γραμμή ουσιαστικής προάσπισης των εθνικών μας συμφερόντων, αλλά και της σταθερότητας και της ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή.

Η ρωσική παρουσία δηλώθηκε στο ζήτημα της ΠΓΔΜ με τις δηλώσεις που με μεγάλη ευθύτητα έκανε ο κ. Λαβρόφ, δεν επείγονται ούτε για την επίλυση του ονοματολογικού ούτε για την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ. Αλλά το ρωσικό ενδιαφέρον είχε εκδηλωθεί και σε σχέση με τη Σερβία και σε σχέση με το Μαυροβούνιο και σε σχέση με τη Μολδαβία και σε σχέση με τη Γεωργία, για να προσθέσουμε στα Δυτικά Βαλκάνια και στα Βαλκάνια γενικότερα, τη λεγόμενη Ανατολική Γειτονία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η περιφερειακή ένταξη ιδίως ως προς τη Μολδαβία, δε μπορεί εύκολα να οριστεί γιατί είναι μια χώρα πολύ κοντά στα Βαλκάνια, γεωγραφικά και ιστορικά βαλκανική, όμως ανήκει στην λεγόμενη Ανατολική Γειτονία της Ε.Ε.

Έχουμε επίσης μια Κίνα η οποία είναι παρούσα και στα Δυτικά Βαλκάνια, αλλά πάντα πάρα πολύ διακριτική και υπομονετική στις κινήσεις της.

Και βέβαια όλα αυτά, όπως αντιλαμβάνεστε, αναδεικνύουν το πρόβλημα της στρατηγικής κρίσης της Δύσης, όταν έχεις μια αμερικανική διοίκηση η οποία εκπέμπει ασάφεια, αβεβαιότητα και νευρικότητα.

Και έχουμε και την Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία εξακολουθεί να είναι αυτό που ήταν πάντα, σε όλες τις φάσεις, δηλαδή εξωραϊστική, αποστειρωμένη, κάπως «σχολική» στις διαπιστώσεις της, όπως φαίνεται από το κείμενο που έδωσε πριν από λίγες μέρες στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια και για την προοπτική διεύρυνσης με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, όπου τα μεγάλα θέματα είναι το κράτος δικαίου, η ασφάλεια και η μετανάστευση, η κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, οι μεταφορές και η ενεργειακή διασύνδεση, η ψηφιακή ατζέντα, η συμφιλίωση και οι σχέσεις καλής γειτονίας. Αυτές είναι πολύ γενικές διατυπώσεις για μια περιοχή σε κρίση. Κάπου υπάρχει η γνωστή παράγραφος της Κοπεγχάγης, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δε θα ανεχθεί την εισαγωγή στο χώρο της, με ένταξη κάποιου από τα κράτη της περιοχής, διμερών διαφορών που είναι κυρίως συνοριακές, οι οποίες πρέπει, πριν την ένταξη, να επιλυθούν μέσω διεθνών δικαστικών ή διαιτητικών διαδικασιών που οδηγούν σε οριστική και αμετάκλητη απόφαση, όπως έγινε και στην περίπτωση Κροατίας -Σλοβενίας.

Ας θυμηθούμε λίγο τους αριθμούς: 27 χρόνια μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, από τις χώρες που προέκυψαν, έχουμε δύο που είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Κροατία και τη Σλοβενία. Έχουμε τρεις χώρες που, κατά σειρά ωρίμανσης σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είναι υποψήφιες προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και την ΠΓΔΜ. Ακολουθεί η Αλβανία, όμως προηγείται της ΠΓΔΜ. Είχα την ευκαιρία, ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας να προεδρεύσω ως Προεδρεύων του Συμβουλίου, στην 1η Διακυβερνητική Διάσκεψη Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αλβανίας και στην 1η Διακυβερνητική Διάσκεψη Ευρωπαϊκής Ένωσης – Σερβίας.

Και έχουμε και τρεις χώρες οι οποίες είναι μέλη του ΝΑΤΟ: Κροατία, Σλοβενία, Μαυροβούνιο πλέον. Η δε ΠΓΔΜ, είναι εδώ και χρόνια μέλος του “Partnership for Peace”. Η Τουρκία δεν παραλείπει να θέτει υποσημείωση ότι την αναγνωρίζει με το συνταγματικό της όνομα, ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» σε όλα τα έγγραφα του ΝΑΤΟ.

Τα ζητήματα στα Δυτικά Βαλκάνια είναι λοιπόν εκκρεμή. Η κατάσταση πάλι βαριά. Η δολοφονία του Όλιβερ Ιβάνοβιτς στη Μιτρόβιτσα, έχει πολύ μεγαλύτερες συμπαραδηλώσεις απ’ αυτές που βλέπει κανείς δια γυμνού οφθαλμού και για τη σχέση Σερβίας – Κοσσόβου, αλλά και για το παζλ των Δυτικών Βαλκανίων γενικότερα.

* * *

Έρχομαι τώρα στο ειδικότερο ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ.

Να θυμίσω ότι όταν αναλάβαμε, με την ύστερη κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, το χειρισμό των πραγμάτων το φθινόπωρο του 1993, είχε προηγηθεί η ένταξη της γειτονικής μας χώρα στον ΟΗΕ με βάση την 817(1993) απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της 8ης Απριλίου 1993, άρα είχε γίνει η ένταξη με το όνομα «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», ενόψει της διαδικασίας αναζήτησης συμβιβαστικής λύσης για το όνομα, το οποίο εξακολουθεί να είναι εκκρεμούσα διεθνής διαφορά εγγεγραμμένη ως θέμα στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Αυτό λοιπόν το οποίο ονομάζουμε Ελληνική «εθνική θέση», ποια είναι; Είναι η εθνική θέση της σύσκεψης αρχηγών κομμάτων υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή του 1992 ή η θέση που διαμορφώθηκε, διατυμπανίστηκε και επιβεβαιώθηκε απ’ όλες τις κυβερνήσεις από τον Απρίλιο του 1993 και μετά; Προφανώς η δεύτερη. Η θέση για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, για χρήση erga omnes, η οποία δηλώθηκε ως επίσημη θέση από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, από την κυβέρνηση Κώστα Σημίτη, από την κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή, από το 2007 και μετά και βεβαίως το 2008, με προγραμματικές δηλώσεις και ψήφο, με επιβεβαίωση ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων και με επιστολή του τότε Πρωθυπουργού στο Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ.

Και φυσικά τα ίδια είπε η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου, η κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμα και η κυβέρνηση συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας -ΠΑΣΟΚ- ΔΗΜΑΡ και μετά Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ. Θέση την οποία προσωπικώς παρουσίασα ως Υπουργός Εξωτερικών εκ μέρους της Ελληνικής κυβέρνησης, κατ’ επανάληψη. Και για να είμαστε συγκεκριμένοι, όταν λέω κατ’ επανάληψη εννοώ μιλώντας ως εκπρόσωπος της χώρας στην 68η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 27/9/2003, στην 69η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 27/9/2014, στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκ μέρους του Συμβουλίου αλλά και εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνηση στις 5/2/2014 και στη Βουλή των Ελλήνων, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Προέδρου των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, στις 31/1/2014.

Και τα ίδια είπα επισκεπτόμενος τα Σκόπια ως Πρόεδρος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις 20/2/2014 στα Μέσα Ενημέρωσης, στον ομόλογό μου, στον τότε Πρωθυπουργό κ. Γκρουέφσκι, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Ιβανόφ, και στους εκεί Πρέσβεις όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους οποίους ενημέρωσα διότι εκπροσωπούσα και τις χώρες τους στις συναντήσεις αυτές, καθώς η επίσκεψή μου δεν ήταν απλώς διμερής, ήταν επίσκεψη του προεδρεύοντος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η λύση λοιπόν για το όνομα είναι ένα σύνθετο όνομα, με γεωγραφικό προσδιορισμό, κατά προτίμηση σλαβικά και αμετάφραστο, αλλά αυτό που έχει μείζονα σημασία, είναι η erga omnes (έναντι πάντων) χρήση.

Erga omnes χρήση, σημαίνει χρήση και εσωτερική και διεθνής. Δηλαδή να πάψει να υπάρχει διάκριση μεταξύ συνταγματικού ονόματος και διεθνούς ονόματος. Άρα πρέπει να υιοθετηθεί και ως εσωτερικό όνομα. Επίσης σημαίνει διεθνής χρήση πολυμερώς, στους Διεθνείς Οργανισμούς, αλλά και διμερώς. Δηλαδή πρέπει οι 135 περίπου χώρες που έχουν αναγνωρίσει με το συνταγματικό όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» να προβούν σε διορθωτική πράξη αναγνώρισης με το νέο σύνθετο όνομα το οποίο ισχύει erga omnes.

Αυτή η λύση προϋποθέτει βεβαίως ότι θα διευθετηθούν πολλά και κρίσιμα τεχνικά ζητήματα. Ποια θα είναι η σύντομη απόδοση, η αλφαβητική θέση, πώς θα ονομάζεται η ιθαγένεια, πώς θα ονομάζεται η γλώσσα, πώς θα ονομάζονται τα προϊόντα με ονομασία προέλευσης, τί γίνεται με το έθνος και την εθνική ταυτότητα η οποία πρέπει να είναι αποσυνδεδεμένη από την ελληνική ιστορία και τις ελληνικές ευαισθησίες.

Και βεβαίως πρέπει να λυθεί οριστικά το ζήτημα του λεγόμενου αλυτρωτισμού. Υπάρχει ένας συνταγματικός αλυτρωτισμός ο οποίος είναι νομικός, διακηρυκτικός, εμβληματικός. Και μαζί μ’ αυτόν έχουμε διοικητικές εκδηλώσεις όπως το όνομα του αεροδρομίου που ήδη άλλαξε, ζητήματα διοικητικής πρακτικής, πολιτικής ρητορικής, ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας.

Ο μείζων βεβαίως αλυτρωτισμός είναι ο εδαφικός αλυτρωτισμός που πρέπει να αποσαφηνισθεί πλήρως ότι δεν υπάρχει. Ότι ισχύει πλήρως η αρχή του σεβασμού των υφιστάμενων συνόρων. Εξίσου σημαντική εκδήλωση αλυτρωτισμού είναι ο μειονοτικός αλυτρωτισμός, δηλαδή η άποψη ότι «διεκδικώ μια μειονότητα για να έχω επ’ αυτής δικαίωμα επίβλεψης». Μειονότητα όμως δεν υπάρχει αναγνωρισμένη από καμία διεθνή συνθήκη, όπως συμβαίνει π.χ. με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη ή με την ελληνική εθνική μειονότητα στην Αλβανία.

* * *

Ας επανέλθουμε τώρα στην μεγάλη εικόνα των Δυτικών Βαλκανίων. Τι πρέπει να γίνει; Δεν υπάρχουν προφανώς εύκολες απαντήσεις. Υπάρχουν όμως ορισμένες αυτονόητες και αναγκαίες κινήσεις.

1. Κατ΄ αρχάς πρέπει η Ε.Ε. να αναλάβει τις ευθύνες της με τρόπο ρεαλιστικό και έχοντας υπόψη την πραγματικότητα των χωρών αυτών, και όχι τις επιθυμίες ή τις πολιτικές στοχεύσεις των θεσμών στις Βρυξέλλες. Οι θεσμοί μπορεί να είναι έντιμοι και ειλικρινείς στις επιδιώξεις τους, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην, όμως, ότι οι προσεγγίσεις τους είναι ρεαλιστικές, εφαρμόσιμες επί του πεδίου και μακροπρόθεσμα βιώσιμες.

2. Η περιοχή πρέπει να βοηθηθεί να εξέλθει από τα αδιέξοδα του παρελθόντος. Τάσεις (αυτο)θυματοποίησης και εσωστρέφειας (εθνικής και κοινωνικής) πρέπει να αντιμετωπισθούν κατά απόλυτη προτεραιότητα.

3. Μπορούμε να θέσουμε συνοπτικά τις βασικές προτεραιότητες. Πρέπει:

– Να καταστεί η Βοσνία – Ερζεγοβίνη βιώσιμο και λειτουργικό κράτος

– Να διευθετηθεί οριστικά το καθεστώς του Κοσόβου, με την εξομάλυνση των σχέσεων με την Σερβία

– Να διευθετηθούν οι όποιες αμφισβητήσεις ως προς τα δικαιώματα της αλβανικής κοινότητας της ΠΓΔΜ και να ολοκληρωθεί η εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας, και

– Να επιλυθεί το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και να εξομαλυνθούν οι σχέσεις της με την Ελλάδα.

– Να προωθηθούν αποφασιστικά οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές στην Αλβανία.

– Να υποστηριχθεί ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Σερβίας.

Είναι, βεβαίως, προφανές ότι όλα αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να επιλυθούν στο αμέσως προσεχές μέλλον. Κάποια, αν όχι όλα, θα παραμείνουν ως εκκρεμότητες με ιδιαίτερο βάρος στις εσωτερικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι χώρες των Δυτ. Βαλκανίων.

Δυστυχώς στο πλαίσιο αυτό, η ανάδυση έντονων εθνικιστικών τάσεων, ταυτόχρονα με την ανάδειξη ισχυρών πατερναλιστικών και αυταρχικών μορφών εξουσίας, εμφανίζεται περίπου ως αυτονόητη εξέλιξη.

Υπάρχουν άλλωστε και ιστορικές μνήμες που συνηγορούν υπέρ μιας εκδοχής αυταρχικής διακυβέρνησης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κυβερνώσες πολιτικές ελίτ στην περιοχή, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ή πολιτικής τοποθέτησης, έχουν σε υψηλά ποσοστά ως ίνδαλμα τον κ. Πούτιν ή τον κ. Ερντογάν.

Ακριβώς, όμως, αυτή η ροπή μπορεί να ενισχύσει τις τάσεις αποξένωσης και ριζοσπαστικοποίησης μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων, μέσα σε ένα φαύλο κύκλο επάλληλων αδιεξόδων. Τα Δυτ. Βαλκάνια αντιμετωπίζουν το φάσμα μιας νέας περιόδου ανασφάλειας και εσωτερικής αναζήτησης.

Το ερώτημα είναι αν η ευρωπαϊκή προοπτική θα κατορθώσει, χρονικά και ποιοτικά, να προκαταλάβει και να ανακόψει την εξέλιξη των αποσταθεροποιητικών τάσεων, χωρίς εκπτώσεις στην προσπάθεια οικοδόμησης κοινωνιών με λειτουργούντες δημοκρατικούς θεσμούς και κράτος δικαίου. Φοβούμαι ότι αυτό είναι ένα στοίχημα το οποίο η Ε.Ε. δεν είναι ακόμη σε θέση να κερδίσει. Είναι πολύ απασχολημένη με τα δικά της εσωτερικά προβλήματα. Δεν ξέρουμε όμως αν οι εξελίξεις στα Βαλκάνια μπορούν να περιμένουν υπομονετικά την ωρίμανση των αποφάσεων και των συμφωνιών για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

* Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του Ευάγγελου Βενιζέλου στην ημερίδα που συνδιοργάνωσαν το Ίδρυμα Hanns- Seidel, η Südosteuropa-Gesellschaft, και το Goethe Institut, «Ασφάλεια και Σταθερότητα στα Δυτικά Βαλκάνια», στις 12.3.2018

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK