«Ακούω ότι απαγορεύσατε τον μεγαλύτερο διαφημιζόμενο μας», ανέφερε η κάπως απειλητική φωνή στο τηλέφωνο από τη Νέα Υόρκη. Ήταν ο Rupert Murdoch. Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ήμουν αρχισυντάκτης των Sunday Times και όντως μόλις είχα απαγορεύσει από την παρουσία του στην εφημερίδα τον μεγαλύτερο σε αξία πελάτη μας.
Από τον Αndrew Neil/The Sunday Times
Λίγες ώρες πριν από την κλήση του Murdoch, είχε επικοινωνήσει μαζί μου ο Mohamed Al Fayed, τότε, ο αμφιλεγόμενος αλλά και συνήθως ευδιάθετος ιδιοκτήτης του πολυκαταστήματος των Harrods. Προφανώς, ήξερα ποιος ήταν, αλλά δεν τον είχα γνωρίσει ποτέ από κοντά. Και η συνομιλία μας δεν ήταν του φιλικού τύπου, «ας γνωριστούμε».
Την προηγούμενη Κυριακή είχαμε ένα άρθρο που ασκούσε κριτική για τον τρόπο με τον οποίο ανακαίνιζε τη Villa Windsor, τη μεγάλη έπαυλη στο Παρίσι, η οποία κάποτε ήταν το σπίτι του πρώην βασιλιά Εδουάρδου Η’ και της συζύγου του, Wallis Simpson.
Δεν ήταν ευχαριστημένος. Το κομμάτι μας ήταν μια παρωδία της αλήθειας, υποστήριζε. Σε μια προσπάθεια να είμαι λογικός, του πρόσφερα χώρο στην επερχόμενη έκδοση για να εκφράσει την άποψή του. Αλλά μόνο μια ανάκληση του δημοσιεύματος και μια συγγνώμη θα τον ικανοποιούσε. Αρνήθηκα. Στη συνέχεια απείλησε να αποσύρει όλες τις διαφημίσεις των Harrods από τους The Sunday Times.
«Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό», είπα.
«Γιατί όχι;» ρώτησε κάπως θυμωμένος. «Είναι η διαφήμισή μου».
«Επειδή, από αυτή τη στιγμή», απάντησα, «είσαι κομμένος από διαφήμιση στους The Sunday Times».
Έκλεισε το τηλέφωνο, φανερά αναστατωμένος. Μόλις μισή ώρα αργότερα το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Αυτή τη φορά ήταν ο αείμνηστος John King, ο θρυλικός πρόεδρος της πρόσφατα τότε ιδιωτικοποιημένης British Airways, ο οποίος βρισκόταν στη διαδικασία να μετατρέψει μια δημόσια υπηρεσία με την οποία γελούσαν όλοι στην πιο αγαπημένη αεροπορική εταιρεία του κόσμου.
Σαφώς, ο Al Fayed είχε έρθει σε επαφή μαζί του και προσπάθησε να μεσολαβήσει εκ μέρους του, για να με κάνει να άρω την απαγόρευση διαφήμισης ή να αποδεχτώ μια συγγνώμη. Ωστόσο, αυτό δεν το διαπίστωσα ποτέ γιατί τον αποπήρα από τη στιγμή και μόνο που ανέφερε το αφεντικό των Harrods.
«Κοιτάξτε, Τζον», είπα, λίγο ζόρικα, «μόλις απαγόρευσα τη διαφήμιση στο μεγαλύτερο πολυκατάστημα της Βρετανίας. Είμαι στην ευχάριστη θέση να απαγορεύσω επίσης τη μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία της Βρετανίας». Ήταν ένα μείγμα οργής και κακής διάθεσης που με είχε κυριεύσει.
«Νομίζω ότι θα μείνω μακριά από αυτό», είπε τότε ο John.
«Καλή ιδέα», ψιθύρισα.
Μετά ήρθε η κλήση Murdoch. Δεν τον φοβόμουν πολύ. Όμως ήμουν ανήσυχος. Του εξήγησα τι είχε συμβεί.
«Πόσα ξοδεύουν τα Harrods σε εμάς;» ρώτησε.
«Περίπου 3 εκατομμύρια λίρες», απάντησα θλιμμένα. Ακολούθησε κάτι που φαινόταν σαν μια αιωνιότητα σιωπής κατά τη διάρκεια της οποίας σκεφτόμουν τι θα έκανα ως πρώην πλέον συντάκτης. Μετά μίλησε. «Πηδήξτε τον αν πιστεύει ότι μπορούμε να αγοραστούμε για 3 εκατομμύρια λίρες!» —και έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβω να απαντήσω.
Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα και ήμουν σε μια πτήση Concorde της Air France από τη Νέα Υόρκη στο Παρίσι. Εκεί συνάντησα από κοντά τον Mohamed Al Fayed και μιλήσαμε για λίγο.
Δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ ξανά, αλλά δεν είχα κανένα λόγο να κρατήσω ζωντανή τη διαμάχη αφού οι διαφημίσεις των Harrods ξεκίνησαν να εμφανίζονται ξανά στην εφημερίδα λίγο μετά την έντονη συνομιλία μας. Είχα αφήσει τους Sunday Times και έφτιαχνα ένα ποικίλο χαρτοφυλάκιο εργασιών στα μέσα ενημέρωσης. Είχε βάλει σκοπό στο να γίνει μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης ως μέρος της μακροχρόνιας διαμάχης του με το βρετανικό κατεστημένο και ήθελε συμβουλές. Δεν είδα κανένα κακό στο να συναντηθώ μαζί του.
Πράγματι, ο σοφέρ του με συνάντησε στο αεροδρόμιο και με πήγαν με μια μαύρη εντυπωσιακή Mercedes στο κομψό ξενοδοχείο Ritz του Al Fayed.
Ήταν Κυριακή βράδυ και η έκδοση εκείνης της ημέρας των The Sunday Times είχε τοποθετηθεί προσεκτικά στο κάθισμα δίπλα μου. Όταν ήθελε, ο Al Fayed ήξερε πώς να σε γοητεύσει. Με οδήγησαν σε μια τεράστια, πολυτελή σουίτα, το σπίτι μου για τις επόμενες δύο ημέρες.
Τον συνάντησα το επόμενο πρωί. Πίνοντας καφέ εξήγησε το πώς αποκτούσε περιουσιακά στοιχεία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είχε ξαναλανσάρει το περιοδικό Punch και είχε έναν ραδιοφωνικό σταθμό, αλλά αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. Εξήγησα πώς δεν θα ήταν εύκολο αλλά συμφώνησα να εργαστώ για αυτόν.
Ως μέρος της ένταξής μου στον «Κόσμο του Μωάμεθ» με πήγαν να δω στο Windsor house, ένα υπέροχο οικοδόμημα στην άκρη του τεράστιου Bois de Boulogne του Παρισιού. Ήταν ξεκάθαρα περήφανος για την ακριβή ανακαίνισή του και με το δικό μου ανεκπαίδευτο μάτι φαινόταν σαν να είχε κάνει εξαιρετική δουλειά. Σκέφτηκα ότι είναι καλύτερο να μην αναφέρω την ιστορία των Sunday Times και δεν την ανέφερε επίσης. Υποψιάζομαι ότι το είχε ξεχάσει. Ο Al Fayed δεν είχε τη μεγαλύτερη διάρκεια προσοχής.
Πίσω στο Λονδίνο δέχτηκα μια συμβουλή από αυτόν. Με πήγε στο νέο μου γραφείο απέναντι από το Brompton Road από τα Harrods. Ήταν γεμάτο «αγορίστικα» παιχνίδια —μοντέλα αυτοκινήτων της Formula 1 και ιδιωτικά τζετ. Δεν υπήρχαν αρχεία ή έγγραφα. Πράγματι, δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι γίνονταν δουλειά εκεί.
«Αυτό είναι το γραφείο του Dodi», είπα, αναφερόμενος στον γιο του. «Δεν το αντέχω αυτό».
«Μην ανησυχείς», απάντησε. «Δεν το χρησιμοποιεί ποτέ. Κάνει σπατάλη… χώρου όσον αφορά τη δουλειά».
Φαινόταν σκληρή ατάκα να πει κανείς για το γιο του. Αλλά ο Al Fayed δεν ήταν τρυφερός πατέρας. Παραπονέθηκε ότι ο Dodi περνούσε πάρα πολύ χρόνο στο Λος Άντζελες ζώντας από μια γενναιόδωρη μηνιαία επιδότηση από τον πατέρα του, για την οποία «δεν έκανε τίποτα». Η αγάπη που έδειχνε για τον γιο του μετά τον θάνατό του -μια απώλεια που του έφερε αφόρητη, παρατεταμένη θλίψη- δεν ήταν πάντα εμφανής όσο ζούσε.
Γνώριζα λίγο τον Al Fayed Jr. Δεν παραπονέθηκε ποτέ ότι του είχα κλέψει το γραφείο. Αμφιβάλλω ότι τον ένοιαζε. Ήταν πάντα ευγενικός, ακόμη και γοητευτικός, αν και μόλις περάσαμε από το τελετουργικό «ευγενικές ερωτήσεις για την υγεία του άλλου», εξαντλήσαμε λίγο πολύ τις όποιες δυνατότητες συζήτησης.
Ένα πράγμα, ωστόσο, έμεινε στο μυαλό μου, γιατί στη συνέχεια πήρε μια απόκοσμη σημασία. Ανέφερα στον αγαπημένο μου φίλο, τον αείμνηστο Terry O’Neill, έναν από τους σπουδαιότερους φωτογράφους μας, ότι ο Dodi φαινόταν σαν ένας καλός τυπάκος.
Ο Terry, που τον ήξερε πολύ καλύτερα από εμένα, απάντησε: «Ναι, είναι, αλλά μην μπεις ποτέ στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου μαζί του. Δεν κάνει τίποτα άλλο από το να φωνάζει στον οδηγό να πάει πιο γρήγορα. Είναι τρομακτικό».
Απόλαυσα τις σχέσεις μου με τον Mohamed Al Fayed. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μπορεί να ήταν ένας αδίστακτος επιχειρηματίας, αλλά δεν είδα ποτέ αυτή την πλευρά του. Ήταν ένας κύριος: Πάντα γενναιόδωρος, συχνά αστείος, αξιόπιστα ευγενικός —έχοντας επίγνωση, ακόμη και των συχνά παράλογων απόψεων του.
Τον έβλεπα τακτικά στο γραφείο του στον τελευταίο όροφο των Harrods. Σπάνια τον άφηνα χωρίς να μου δίνει κάποιο χάπι ή βότανο, για τα οποία με διαβεβαίωνε ότι θα είχαν ως αποτέλεσμα μια τεράστια βελτίωση στη σεξουαλική μου απόδοση (παρά τις διαμαρτυρίες ότι, φυσικά, δεν είχα ανάγκη!) και με ένα ακόμη αρκουδάκι των Harrods.
Ήταν αναμφίβολα εκκεντρικός —και παρανοϊκός. Είχε μια μανία με την προστασία του που συναγωνίζονταν αυτή του Βρετανού πρωθυπουργού. Θυμάμαι ότι μια φορά πηγαίναμε μαζί από το διαμέρισμά του στο Park Lane στα Harrods, μια διαδρομή μικρότερη του 1,5 χιλιομέτρου, με μια θωρακισμένη Mercedes, με ένα Range Rover μπροστά και ένα άλλο πίσω, και τα δύο γεμάτα με σωματοφύλακες.
Κάποτε μου είπε ότι είχε περίπου 80 άτομα ασφαλείας στη μισθοδοσία (Harrods) προκειμένου να εξασφαλίζουν 24ωρη προστασία στα πολλά ακίνητά του. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους εχθρούς που είχε δημιουργήσει, από την Αϊτή μέχρι τη Μέση Ανατολή και πέρα, καθώς σκαρφάλωνε στο λιπαρό κοντάρι της εξουσίας, ίσως είχε καλό λόγο να πάρει στα σοβαρά την ασφάλειά του.
Το γραφείο του ελέγχονταν τακτικά και, όταν τον επισκεπτόμουν, μου έδειχνε συχνά τον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου γραφείων απέναντι από το δρόμο και με διαβεβαίωνε ότι από εκεί τον κατασκόπευε η MI6.
«Νομίζω ότι η δουλειά της είναι να συγκεντρώνει πληροφορίες στο εξωτερικό, Mohamed, όχι στο κεντρικό Λονδίνο», του έλεγα.
«Εντάξει, MI5 τότε», απαντούσε.
Φυσικά, δεν συνέβαινε τίποτα από τα δύο. Αν κάποιος κατέγραφε τις συναντήσεις μας, ήταν αυτός. Πάντα λειτουργούσα με βάση το ότι όλα όσα λέγονταν στο γραφείο του ηχογραφούνταν, όπως συνέβαινε με τον πρόεδρο Richard Nixon.
Συνήθως σώπαινα στις άγριες, συχνά συκοφαντικές επιθέσεις του σε εκείνους τους πολιτικούς που πίστευε ότι ήταν πιο ενεργοί στο να του αρνηθούν το βρετανικό διαβατήριο που τόσο λαχταρούσε. Και ήταν —πώς να το πούμε αυτό ευγενικά;— όχι ακριβώς στην πρωτοπορία των σύγχρονων στάσεων όσον αφορά την ομοφυλοφιλία. Η καλύτερη αντιμετώπιση ήταν να σωπάσεις ή να αλλάξεις γρήγορα θέμα.
Ο εμπειρικός κανόνας μεταξύ των αυλικών του ήταν απλός: Μην πείτε ποτέ τίποτα στο γραφείο του με το οποίο δεν θα μπορούσατε να ζήσετε αν αναφερόταν στις εφημερίδες. Προκαλούσε κάποιες ασαφείς συζητήσεις, αλλά ήταν η ασφαλέστερη πορεία δράσης.
Ένας φίλος, που επίσης τον ήξερε καλά, με ρώτησε αν είχα σκεφτεί ότι τα αρκουδάκια μπορεί να έχουν μηχανισμό καταγραφής. Είπα ότι δεν το είχα ψάξει, αλλά, δεν είχε σημασία, είχα ήδη γράψει την περιουσία μου στα βαφτιστήρια μου οπότε ήταν απίθανο να αποκαλυφθούν πολλά.
Σύντομα κατέστη σαφές σε μένα ότι η φιλοδοξία του να γίνει μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης δεν επρόκειτο ποτέ να πραγματοποιηθεί. Δημιουργούσε πάρα πολλούς ισχυρούς εχθρούς χωρίς κάποιο καλό λόγο.
Τα μετριοπαθή μέσα ενημέρωσης που είχε στην κατοχή του δεν μπορούσαν να πετύχουν κάτι σημαντικό και οποιαδήποτε προσφορά του για να αγοράσει ένα μεγάλο και ισχυρό περιουσιακό στοιχείο των μέσων ενημέρωσης έπεφτε στο κενό. Εξάλλου, η βρετανική κυβέρνηση δεν του χορηγούσε καν βρετανικό διαβατήριο.
Πάντα το θεωρούσα άδικο αυτό. Ναι, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ήταν κάτι σαν απατεώνας, αλλά αν αυτό είναι το κύριο κριτήριο για την άρνηση στο βρετανικό διαβατήριο, τότε θα κυκλοφορούσαν πολύ λιγότερα βρετανικά διαβατήρια. Ο ίδιος ποτέ δεν δικάστηκε ούτε καταδικάστηκε για οτιδήποτε παράνομο στη Βρετανία και έσωσε τα Harrods από μια άθλια παρακμή, η οποία ήταν συμβολική της υποβάθμισης του Ηνωμένου Βασιλείου εκείνη την εποχή. Αποκατέστησε το καθεστώς του ως σημαντικό βρετανικό αγαθό και τουριστικό αξιοθέατο. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να άξιζε ένα διαβατήριο.
Παραδέχτηκα ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα πραγματικά για εκείνον και αποφάσισε ότι θα μπορούσε να ξοδέψει τα χρήματά του καλύτερα αλλού. Χωρίσαμε αρκετά φιλικά και μείναμε σε επαφή. Η αλήθεια είναι ότι απολάμβανα τη συντροφιά του —ίσως επειδή δεν ήμουν υπόχρεος του.
Μετά ήρθε εκείνη η τρομερή νύχτα στο Παρίσι πριν από 26 χρόνια, όταν έχασε τον γιο του και το όνειρό του να γίνει πεθερός της μητέρας ενός μελλοντικού βασιλιά. Γι’ αυτόν, εκείνη θα ήταν η απόλυτη εκδίκηση έναντι ενός κατεστημένου που δεν τον δέχτηκε ποτέ —και μέρος του οποίου τον περιφρόνησε ενεργά.
Αμέσως μετά πήγα να αποδώσω τα σέβη μου. Τον βάραινε η θλίψη. Ήταν μια χαμένη ψυχή. Τότε, δεν υπήρχε καμία λέξη για τις γελοίες θεωρίες συνωμοσίας που σύντομα επρόκειτο να υποστηρίξει. Αντίθετα, μου είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.
Διηγήθηκε το πώς ο Dodi είχε καταλήξει στο παράλογο σχέδιο αποφυγής των παπαράτσι, δραπετεύοντας από την πίσω είσοδο του ξενοδοχείου The Ritz, όπου αυτός και η Diana είχαν φιλοξενηθεή στην Imperial Σουίτα. Αλλά τα μέλη της ασφάλειας του είχαν πει ότι κάτι τέτοιο δεν θα λειτουργούσε και ότι για να φύγει από το ξενοδοχείο με τον τρόπο που ήθελε θα απαιτούσε την έγκριση του ίδιου του Mohamed.
Έτσι ο Dodi κάλεσε τον μπαμπά του. Ο πατέρας του μίλησε με την ασφάλεια. Στη συνέχεια είπε στο γιο του ότι έπρεπε απλά να χαλαρώσει με την Νταϊάνα στο Ritz. Ήταν ασφαλείς σε μία από τις μεγαλύτερες σουίτες ξενοδοχείων στον κόσμο. Γιατί θα έπρεπε να φύγει; Αλλά ο Dodi του είπε ότι η Diana ήταν εκνευρισμένη επειδή είχε μαζευτεί όχλος παπαράτσι έξω από το συγκρότημα.
Ήθελε να την πάει στην ιδιωτικότητα και την ανωνυμία του διαμερίσματός του στα Ηλύσια Πεδία. Άλλωστε θα ήταν η τελευταία τους βραδιά μαζί για κάποιο διάστημα και ήθελε η Diana να φύγει με όμορφες αναμνήσεις.
Ο Mohamed υποχώρησε στο αίτημα του γιου του. Με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια καθώς εξιστορούσε αυτή την ιστορία και μου είπε: «Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου που συναίνεσα με το σχέδιο του Dodi. Θα ήταν ακόμα ζωντανός».
Φυσικά, ο Dodi ήταν, δυστυχώς, ο αρχιτέκτονας του δικού του θανάτου και του θανάτου της Diana. Η απόφαση να φύγουν από το The Ritz δεν ελήφθη μέχρι την τελευταία στιγμή, όπως και η διαδρομή του κυκλικού κόμβου μέσα από ένα τούνελ για το διαμέρισμα του Dodi.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Al Fayed σε εμένα, κανείς δεν θα μπορούσε να παραμονεύει για να τους δολοφονήσει, αφού κανείς δεν ήξερε εκ των προτέρων τι επρόκειτο να κάνουν ή πώς θα το έκαναν. Στο τέλος, η Πριγκίπισσα του Λαού πέθανε με έναν τραγικό αλλά παράξενα πεζό θάνατο —στα χέρια ενός μεθυσμένου οδηγού που πήγαινε πολύ γρήγορα. Μπορούμε μόνο να αναρωτηθούμε αν οι τελευταίες λέξεις που άκουσαν οι επιβάτες του αυτοκινήτου ήταν αυτές που ο Dodi που παρότρυνε τον οδηγό «Πήγαινε πιο γρήγορα, πήγαινε πιο γρήγορα».











