Μετά από μια σειρά εγκρίσεων τον τελευταίο μήνα από επιστημονικές ομάδες που συμβουλεύουν τους αμερικάνικους ομοσπονδιακούς οργανισμούς, δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανοί είναι πλέον επιλέξιμοι για ενισχυτικά εμβόλια κατά του κορωνοϊού.
Ωστόσο, οι συστάσεις -ακόμη και αυτές που εγκρίθηκαν ομόφωνα- κρύβουν σημαντικές διαφωνίες και ανησυχίες μεταξύ των συμβούλων σχετικά με την ανάγκη για ενισχυτικές δόσεις εμβολίων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε δηλώσεις τους στους New York Times, αρκετοί σύμβουλοι του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων και της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ανέφεραν ότι τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν ότι, με εξαίρεση τους ενήλικες άνω των 65 ετών, η συντριπτική πλειονότητα των Αμερικανών είναι ήδη καλά προστατευμένη από σοβαρή νόσηση COVID και ότι δεν χρειάζονται ενισχυτικές λήψεις.
Επίσης, όλοι οι σύμβουλοι αναγνώρισαν ότι ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν δύσκολες επιλογές, βασισμένες σε μη ενδελεχή έρευνα, εν μέσω της έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία.
Επίσης, αρκετοί δήλωσαν ότι ένιωσαν υποχρεωμένοι να ψηφίσουν υπέρ των ενισχυτικών δόσεων λόγω του τρόπου με τον οποίο οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες πλαισίωσαν τις ερωτήσεις που τους ζητήθηκε να εξετάσουν. Άλλοι εμπειρογνώμονες της επιτροπής ανέφεραν ότι ήθελαν να αποφύγουν περαιτέρω σύγχυση μεταξύ του κόσμου ή ότι ψήφισαν σύμφωνα με τις απόψεις τους για τα έως τώρα δεδομένα.
«Αυτές δεν είναι συστάσεις που βασίζονται σε στοιχεία», είπε η Δρ Sarah S. Long, ειδική σε παιδιατρικές λοιμώδεις νόσους στο Drexel University College of Medicine στη Φιλαδέλφεια και μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τις Πρακτικές Ανοσοποίησης του CDC.
Μετά από σειρά ψηφοφοριών, η επίσημη θέση του FDA και του CDC είναι ότι μεταξύ εκείνων που έλαβαν εμβόλιο mRNA, οι ηλικιωμένοι ενήλικες, τα άτομα με ορισμένες ιατρικές παθήσεις και εκείνοι των οποίων οι δουλειές ή οι συνθήκες διαβίωσης τους εκθέτουν τακτικά στον ιό μπορούν να επιλέξουν μια αναμνηστική δόση οποιουδήποτε από τα τρία εμβόλια.
«Δεν νομίζω ότι έχουμε αποδείξεις ότι όλοι σε αυτές τις ομάδες χρειάζονται ένα ενισχυτικό εμβόλιο σήμερα», είπε ο Δρ Matthew Daley, ανώτερος ερευνητής στο Kaiser Permanente Colorado και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του CDC.
H Δρ Long και ο Δρ Daley ψήφισαν και οι δύο υπέρ του ενισχυτικού εμβολιασμού στη συνεδρίαση της επιτροπής τους, αλλά με επιφυλάξεις για το πώς θα αντιμετωπιστεί η απόφαση από τους Αμερικανούς που μπορεί να συμπεράνουν λανθασμένα ότι τα εμβόλια είναι αναποτελεσματικά.
Όταν η επιτροπή του CDC εξέτασε τα στοιχεία για την ενισχυτική δόση των Pfizer/BioNTech τον Σεπτέμβριο, οι σύμβουλοι συμφώνησαν ομόφωνα μόνο για επιπλέον δόσεις για ενήλικες άνω των 65 ετών. Δύο από τους 15 συμμετέχοντες ψήφισαν κατά των αναμνηστικών δόσεων για ενήλικες άνω των 50 ετών με ορισμένες ιατρικές παθήσεις.
Έγκριση αναμνηστικών για άτομα ηλικίας 18 έως 49 ετών με άλλους παράγοντες ιατρικού κινδύνου υποβαθμίστηκε σε ψήφους εννέα προς έξι. Και η σύσταση ενίσχυσης για άτομα που τα επαγγέλματα τους έθεταν σε κίνδυνο δεν πέρασε. Αυτή η τελευταία κατηγορία συμπεριλήφθηκε στις τελικές συστάσεις του CDC μόνο επειδή η Δρ Rochelle Walensky, η διευθύντρια του οργανισμού, απέρριψε τους ισχυρισμούς των συμβούλων της.
«Μπορείτε να δείτε τη διστακτικότητα σε όλο αυτό», είπε ο Δρ. Paul Offit, διευθυντής του Κέντρου Εμβολίων στο Νοσοκομείο Παίδων της Φιλαδέλφειας και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής εμβολίων του FDA. «Νομίζω ότι οι περισσότεροι σύμβουλοι δεν συμφωνούν απόλυτα με αυτήν την έννοια της αναμνηστικής δόσης». «Το παραθυράκι απλά γινόταν όλο και μεγαλύτερο και μεγαλύτερο, φαρδαίνει σε κάθε βήμα», πρόσθεσε ο Δρ. «Οι εταιρείες πήραν αυτό που ήθελαν, η διοίκηση πήρε αυτό που ήθελαν».
Στις δηλώσεις τους στους New York Times, οι ειδικοί εξέφρασαν τη δυσφορία τους για τα περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των ενισχυτικών δόσεων. Τα δεδομένα που υποστηρίζουν επιπλέον δόσεις των εμβολίων Moderna και Johnson & Johnson ήταν «πολύ χαμηλής ποιότητας», δήλωσε η Δρ. Kathleen Dooling, επιστήμονας του CDC.
Ωστόσο, ορισμένοι είπαν ότι ένιωσαν ότι έπρεπε να ψηφίσουν υπέρ των αναμνηστικών δόσεων των συγκεκριμένων εμβολίων επειδή είχαν ήδη συστήσει ενισχυτικές δόσεις του σκευάσματος των Pfizer-BioNTech. «Το θέμα που με προβλημάτισε είναι ότι δεν γνωρίζουμε αν είναι απαραίτητα οι ενισχυτικές δόσεις», ανέφερε ο Δρ Cody Meissner, καθηγητής παιδιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Tufts και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του FDA. Αλλά «αν πρόκειται να το κάνεις για μια ομάδα ανθρώπων, νομίζω ότι το δίκαιο είναι ότι πρέπει να το κάνεις για όλες τις ομάδες», πρόσθεσε.
Στις δηλώσεις τους, οι συμμετέχοντες στην επιτροπή ανέφεραν ότι δίστασαν να εκφράσουν τη δυσφορία τους, λέγοντας ότι δεν ήθελαν να υπονομεύσουν τις τελικές αποφάσεις των επιτροπών. «Είναι δύσκολο να φανερώσουμε κάποιες από τις αμφιβολίες μας γιατί δεν θέλουμε να μεταδώσουμε μικτά μηνύματα», είπε η Δρ Camille Kotton, λοιμωξιολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασσαχουσέττης και μέλος της επιτροπής του CDC.
Εμπειρογνώμονες εκτός αυτών των επιτροπών ανέφεραν επίσης ότι η υπόσχεση του Προέδρου Joe Biden για ενισχυτικές δόσεις, τον Αύγουστο, δυσκόλεψε τις υπηρεσίες προκειμένου να σταθμίσουν αντικειμενικά τα δεδομένα τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο.
«Η αντίληψη είναι ότι δεν υπάρχουν πραγματικά πολλά που μπορεί κάποιος να κάνει σε αυτό το σημείο», είπε η Δρ Celine Gounder, λοιμοξιολόγος στο Νοσοκομείο Bellevue, η οποία έχει συμβουλεύσει στο παρελθόν τη διοίκηση Μπάιντεν. «Το γεγονός είναι ότι δεν μπορείς να έχεις αυτό το μπερδεμένο χάος. Θα δημιουργούσε τελικά περισσότερα προβλήματα», πρόσθεσε, αναφερόμενη στα μικτά μηνύματα από τον Λευκό Οίκο και τους ομοσπονδιακούς επιστήμονες.
Μεγάλο μέρος της διαφωνίας στις πρόσφατες ακροάσεις προήλθε από έναν κεντρικό ισχυρισμό: Ότι τα εμβόλια κατά του κορωνοϊού, όπως σχεδόν όλα τα άλλα εμβόλια, πρέπει να χρησιμοποιούνται για την πρόληψη αρκετά σοβαρών νοσήσεων ώστε να απαιτούν ιατρική φροντίδα και όχι σε πιο ήπιες μολύνσεις.





