kourdistoportocali.comNews DeskKαστελόριζο

Πολιτικό κόστος και υποκρισία

Kαστελόριζο

Γιάννης Πρετεντέρης και Λουκάς Τσούκαλης ακουμπούν μία ευαίσθητη πραγματικότητα

Το άρθρο του Γιάννη Πρετεντέρη στα ΝΕΑ το οποίο ξεκινούσε συγκρίνοντας το Καστελόριζο με το Ντάντσιχ προκάλεσε όπως ήταν φυσικό επιθέσεις σε βάρος του από εκείνους που δεν μπήκαν καν στο κόπο να το διαβάσουν αλλά αρκέστηκαν στον τίτλο ο οποίος μάλιστα ήταν εντός εισαγωγικών αλλά και απαντήσεις επί της ουσίας όπως είναι το άρθρο του προέδρου του ΕΛΙΑΜΕΠ Λουκά Τσούκαλη ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρεται και στο περίφημο πολιτικό κόστος αλλά στην υποκρισία που κυριαρχεί στο δημόσιο διάλογο.

Ας ξεκινήσουμε με το άρθρο του Γιάννη Πρετεντέρη που είχε τίτλο

«Να πεθάνουμε για το Καστελλόριζο;»

Στις 4 Μαΐου 1939, η γαλλική εφημερίδα «L’ Oeuvre» δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Να πεθάνουμε για το Ντάντσιχ;».

Το υπέγραφε ο σοσιαλιστής και ειρηνιστής βουλευτής Μαρσέλ Ντεά.

Ο λεγόμενος «πολωνικός διάδρομος» ή «διάδρομος του Ντάντσιχ» δημιουργήθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε βάρος της ηττημένης Γερμανίας κι επέτρεπε στην Πολωνία να έχει πρόσβαση στη Βαλτική.

Ταυτοχρόνως όμως χώριζε την Ανατολική Πρωσία από την υπόλοιπη Πρωσία. Το γερμανόφωνο Ντάντσιχ (σημερινό Γκντανσκ) είχε κηρυχθεί αυτόνομη πόλη.

Η απαίτηση της χιτλερικής Γερμανίας ήταν να της επιστραφεί ο διάδρομος ώστε να ενοποιήσει εκ νέου τον εθνικό της χώρο.

Η απαίτηση αυτή αποτέλεσε τελικά το πρόσχημα που χρησιμοποίησε λίγους μήνες αργότερα ο Χίτλερ για να εισβάλει στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939. Η Γαλλία κι η Αγγλία έσπευσαν στο πλευρό της Πολωνίας με την οποία είχαν συμμαχία κι έτσι ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Το άρθρο του Ντεά έβρισκε τη γερμανική απαίτηση «πολύ λογική» και θεωρούσε το αντικείμενο της διαμάχης μακρινό κι αδιάφορο για τη Γαλλία.

Αναρωτιόταν ως εκ τούτου στο τέλος αν αξίζει «να πεθάνουμε για το Ντάντσιχ». Για να απαντήσει κατηγορηματικά «Οχι!».

Η απορία «γιατί να πεθάνουμε για το Ντάντσιχ;» καθιερώθηκε έκτοτε ως έκφραση ενδοτισμού. Και από αυτήν χαρακτηρίστηκαν «πουρκουάδες» όσοι την υιοθετούσαν.

Τηρουμένων των αναλογιών και σχηματικά, η χώρα μας αντιμετωπίζει σήμερα ένα παρόμοιο δίλημμα απέναντι στην Τουρκία. Αξίζει να πεθάνουμε για το Καστελλόριζο;

Διάφορες παρεμβάσεις τελευταία θέτουν σε αμφισβήτηση πάγιες παραδοχές της εξωτερικής πολιτικής μας.

Ο Χρ. Ροζάκης υποστηρίζει ότι «εμείς έχουμε αναπτύξει μια μαξιμαλιστική θέση ή μια σειρά μαξιμαλιστικών θέσεων. Το Διεθνές Δίκαιο (…) δεν μας προστατεύει πάντα».

Και προσθέτει με προφανές νόημα ότι «το  Καστελλόριζο είναι απομακρυσμένο από τη Ρόδο αλλά είναι κοντά στις ακτές τις τουρκικές» (Κρήτη TV).

Επικαλούμενος το θετικό (γι’ αυτόν) παράδειγμα των Πρεσπών, το Προσφυγικό και το ενδεχόμενο προσφυγής στη Χάγη για τα ελληνοτουρκικά, ο Ν. Μουζέλης μας καλεί «να πάρουμε αλλά και να δώσουμε» διότι διαφορετικά «το κομματικό συμφέρον υπερισχύει του εθνικού» («Το Βήμα», 28/6).

Ενώ και ο πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ Λ. Τσούκαλης παρατηρεί ότι «το πολιτικό μας σύστημα δεν αντέχει να προχωρήσει σε έντιμους συμβιβασμούς με τους γείτονες γιατί φοβάται το πολιτικό κόστος».

Θεωρεί «προφανέστατη ασυνέπεια» να λέμε «δεν μπορούμε να πάμε στη Χάγη γιατί ενδεχομένως η Χάγη δεν θα ικανοποιήσει όλες τις διεκδικήσεις μας. Ή πιστεύεις στο διεθνές δίκαιο, το στηρίζεις, το σέβεσαι (…) ή δεν το κάνεις» (29/6).

Φυσικά τίποτα δεν απαγορεύει να αναιρούνται, να αναθεωρούνται ή ακόμη και να ακυρώνονται οι όποιες παραδοχές στην εξωτερική πολιτική.

Ούτε μπορεί κάποιος να απορρίπτει την ειρηνική διευθέτηση μιας διαφοράς, ιδίως αν η επίλυση στηριχτεί στο διεθνές δίκαιο και σε ένα διεθνές δικαστήριο, όπως η Χάγη.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως η συζήτηση πάσχει σε τρία σημεία.

Πρώτον, η επίλυση μιας διαφοράς είναι σαν το τανγκό. Χρειάζεται δυο. Και προς το παρόν δεν βλέπω τον δεύτερο ενδιαφερόμενο.

Εχουμε μείνει να διαπραγματευόμαστε μεταξύ μας και χωρίς αντίκρισμα!

Δεύτερον, συζητούμε πώς θα λυθεί μια διαφορά χωρίς να έχουμε ακόμη συμφωνήσει ποια είναι η διαφορά. Η υφαλοκρηπίδα; Το καθεστώς των νησιών; Η ΑΟΖ; Η εκμετάλλευσή της; Ο εναέριος χώρος; Τα χωρικά ύδατα;

Ή μήπως η επιθετική πολιτική ισχύος και η προσπάθεια επιβολής της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή; Διότι αν πρόκειται για το τελευταίο δεν βλέπω τι δουλειά έχουν το διεθνές δίκαιο και η Χάγη.

Τρίτον, τι ακριβώς επιδιώκουμε. Τι «θα πάρουμε» και τι «θα δώσουμε» στο νταραβέρι. Τι θεωρείται «έντιμος συμβιβασμός με τους γείτονες». Ποιες θέσεις είναι μαξιμαλιστικές και ποιες μινιμαλιστικές.

Τελικά δηλαδή αξίζει να πεθάνουμε για το Καστελλόριζο ή δεν αξίζει;

Το 432 π.Χ. ο Περικλής δίνει μια απάντηση στη συζήτηση για το «Μεγαρικό Ψήφισμα» όπως την μεταφέρει ο Θουκυδίδης.

Η Αθήνα κήρυξε εμπάργκο στα Μέγαρα και τα Μέγαρα υποκινούσαν τους Πελοποννήσιους συμμάχους τους να επιτεθούν στην Αθήνα. Αν δεν ανακαλέσουν οι Αθηναίοι το ψήφισμα θα ξέσπαγε πόλεμος.

Μεταξύ μας, το θέμα δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρό – άλλωστε ο Αριστοφάνης το διακωμώδησε λίγο αργότερα στους «Αχαρνείς».

Ο Περικλής όμως λέει στους συμπολίτες του πως «δεν πρέπει να υποχωρήσωμεν».

Ούτε «να αφήσετε υφισταμένη εις την συνείδησίν σας την μομφήν ότι επολεμήσατε δι’ ασήμαντον αιτίαν».

Και εξηγεί: «το ασήμαντον αυτό αποτελεί την λυδίαν λίθον προς εξακρίβωσιν και δοκιμασίαν των προθέσεών σας. Καθόσον εάν υποχωρήσετε απέναντί των θα ευρεθήτε ενώπιον νέας και επαχθεστέρας απαιτήσεως. Διότι θα νομίζουν ότι και εις τούτο θα υποκύψετε ένεκα φόβου» («Ιστορίαι», βιβλίο Α’, μετάφραση Ελ. Βενιζέλος).

Με άλλα λόγια ο Περικλής απαντά όπως θα απαντούσε ο Τσόρτσιλ. Οτι αξίζει να πεθάνει κανείς για το Ντάντσιχ διότι το ζήτημα δεν είναι η απόσταση από το Ντάντσιχ, ούτε η αυτοτελής σημασία του, αλλά ο εχθρός που έχεις απέναντί σου.

Επίλογος. Τελικά ο σοσιαλιστής κι ειρηνιστής Μαρσέλ Ντεά αποσχίστηκε από τους σοσιαλιστές.

Ιδρυσε το Εθνικό Λαϊκό Κόμμα και το 1944 κατέληξε υπουργός Εργασίας στη δωσιλογική κυβέρνηση του Βισύ.

Μετά τον πόλεμο καταδικάστηκε ερήμην για δωσιλογισμό και πέθανε φυγάδας και κρυπτόμενος σε ένα μοναστήρι στην Ιταλία.

Στο φύλλο του περασμένου Σαββατοκύριακου, ο Γιάννης Πρετεντέρης με συμπεριέλαβε στον κατάλογο των ενδοτικών, μαζί με τους Νίκο Μουζέλη και Χρήστο Ροζάκη. Αυτοί δηλαδή που σύμφωνα με τη δική του κρίση είναι έτοιμοι να τα δώσουν όλα στην Τουρκία του Ερντογάν ξεκινώντας από το Καστελλόριζο. Εκανε και τις σχετικές συγκρίσεις με τον ενδοτισμό των Γάλλων «πουρκουάδων» προς τον Χίτλερ, πρόσθεσε και λίγο Περικλή για να δέσει το γλυκό.

Δεν απαντώ εκ μέρους των δύο άλλων καταγγελλομένων, φίλων από παλιά των οποίων την άποψη πάντα σέβομαι χωρίς υποχρεωτικά να τη συμμερίζομαι. Δεν συγκροτούμε άλλωστε ομάδα για να απαντούμε από κοινού.Τι μου καταλογίζει ο κ. Πρετεντέρης; Τόλμησα να πω μεταξύ άλλων ότι «το πολιτικό μας σύστημα δεν αντέχει να προχωρήσει σε έντιμους συμβιβασμούς με τους γείτονες γιατί φοβάται το πολιτικό κόστος».

Και πρόσθετα στην ίδια πρόσφατη ομιλία ότι συχνά ταυτίζουμε τις μαξιμαλιστικές μας θέσεις με τα εθνικά δίκαια τα οποία, επειδή ακριβώς είναι εθνικά δίκαια, δεν επιδέχονται κανένα συμβιβασμό. Δεν έχω απολύτως καμιά αντίρρηση να ξεκινάς μια διαπραγμάτευση με μαξιμαλιστικές θέσεις, αρκεί να θυμάσαι ότι στην πορεία θα πρέπει να δώσεις για να πάρεις αλλά και να έχεις αποφασίσει από πριν ποιες είναι οι δικές σου κόκκινες γραμμές από τις οποίες δεν υπάρχει κανένα περιθώριο υποχώρησης.

Άλλο δηλαδή η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ που αφορούν οικονομική εκμετάλλευση και η οριοθέτηση των οποίων προϋποθέτει διαπραγματεύσεις με τους απέναντι και ενδεχομένως προσφυγή σε διεθνές δικαστήριο, άλλο ο εναέριος χώρος για τον οποίο η θέση μας είναι κάπως προβληματική, και τελείως άλλο η κυριαρχία σε ελληνικά εδάφη. Αν όμως τα πάντα είναι κόκκινες γραμμές, γιατί η κοινωνία έχει πειστεί ότι η χώρα έχει δίκιο σε όλα – και την άποψη αυτή δεν συμμερίζονται οι υπόλοιποι εκτός συνόρων – τότε έχεις σοβαρό πρόβλημα.

Με τέτοιες συνθήκες, υπάρχουν άραγε πολλοί που θα τολμήσουν να υποχωρήσουν από τα λεγόμενα εθνικά δίκαια με τον κίνδυνο, ή μάλλον τη βεβαιότητα, ότι θα φορτωθούν τη ρετσινιά του μειοδότη; Ετσι όμως καταλήγεις σε μια αδιέξοδη εξωτερική πολιτική που ενέχει τεράστιους κινδύνους για μια μεσαίου μεγέθους χώρα όπως η Ελλάδα σε δύσκολη γειτονιά, μια Ελλάδα που επιμένει, όχι πάντα με απόλυτη συνέπεια, ότι είναι μέρος της λύσης και όχι μέρος του προβλήματος.

Να υποθέσω ότι στη σχετικά πρόσφατη ιστορία της χώρας μας, ο κ. Πρετεντέρης δεν παρατήρησε τέτοια σημάδια αδιέξοδης εξωτερικής πολιτικής, η οποία συνεχώς περιμένει κάποιο θαύμα, ή μια ριζική ανατροπή υπέρ ημών στον συσχετισμό δυνάμεων στη γειτονιά μας και ευρύτερα, για να λύσει διαφορές που χρονίζουν με διάφορους γείτονες, όχι μόνον με την Τουρκία. Να θυμίσω ότι αν είχαμε προσπαθήσει εγκαίρως να λύσουμε το πρόβλημα με τη μέχρι πρόσφατα ακατονόμαστη χώρα στα βόρεια σύνορά μας, θα είχαμε γλιτώσει μεγάλο διπλωματικό κόστος, ενώ θα είχαμε και μια ευνοϊκότερη συμφωνία από τη συμφωνία που υπογράψαμε στις Πρέσπες.

Και για να μην υπεκφεύγω, να προσθέσω ότι αυτή η συμφωνία πιστεύω ότι καλώς έγινε, έστω και καθυστερημένα και με τους όποιους επώδυνους συμβιβασμούς και από τις δύο πλευρές. Δυστυχώς δεν είναι το μόνο σχετικό παράδειγμα στην εξωτερική μας πολιτική. Γνωρίζω εξ ιδίας πείρας και με προσωπικό κόστος ότι δεν είναι διόλου εύκολο στη χώρα μας να λες πράγματα που δεν ακούγονται ευχάριστα στα αυτιά, όπως λέει και ο εθνικός τραγουδοποιός, αντί να πουλάς τζάμπα πατριωτισμό. Και ειλικρινά βαρέθηκα να ακούω διάφορους πολιτικούς να μου λένε κάθε τόσο κατ’ ιδίαν ότι έχω δίκιο, αλλά δυστυχώς δεν μπορούν να τα πουν δημόσια γιατί, σε αντίθεση με μένα, αυτοί χρειάζονται ψήφους.

Η υποκρισία στον δημόσιό μας διάλογο δεν περιορίζεται μόνον σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και μας έχει κοστίσει πολύ ακριβά. Τόλμησα επίσης να επισημάνω ότι δεν μπορούμε να λέμε ότι πιστεύουμε στο διεθνές δίκαιο, αλλά συνάμα να έχουμε επιφυλάξεις για τη Χάγη επειδή μπορεί να μην τα πάρουμε όλα όσα διεκδικούμε – και που πολλοί συμπατριώτες μας θεωρούν ότι είναι εξ ορισμού δικά μας.

Υπάρχει θέμα, δεν νομίζετε κ. Πρετεντέρη; Και σας διαβεβαιώ ότι έχω προσέξει κι εγώ, όπως και εσείς, ότι η Τουρκία του κ. Ερντογάν συμπεριφέρεται σαν τον νταή της γειτονιάς ανεβάζοντας συνεχώς τους τόνους και τις διεκδικήσεις, ενώ ταυτόχρονα μας καλεί να τα βρούμε γύρω από το τραπέζι. Τι κάνεις λοιπόν με έναν τέτοιο γείτονα; Ενισχύεις τον φράχτη που σας χωρίζει, δηλαδή την αποτρεπτική σου ισχύ, και παίρνεις προχωρημένα μαθήματα στις πολεμικές τέχνες.

Αναζητάς φίλους και συμμάχους κλείνοντας ταυτόχρονα εκκρεμότητες με τους άλλους γείτονες, όπως κάναμε με τη Βόρεια Μακεδονία καθώς και με την πρόσφατη συμφωνία για τις θαλάσσιες περιοχές με την Ιταλία, χωρίς όμως να διατηρούμε φρούδες ελπίδες ότι τη λύση του προβλήματός μας με την Τουρκία θα μας τη δώσουν τρίτοι. Προσφεύγουμε επίσης στο διεθνές δίκαιο και τα διεθνή δικαστήρια όπου μπορούμε. Και τέλος, συνομιλούμε με την Τουρκία προσπαθώντας και εμείς να καταλάβουμε ποιες είναι οι δικές τους μαξιμαλιστικές θέσεις και ποιες οι κόκκινες γραμμές. Δεν θα είναι διόλου εύκολη μια τέτοια συζήτηση που μπορεί να οδηγήσει ξανά και σε διαπραγμάτευση – δεν είμαι δα τόσο αφελής. Αλλά τουλάχιστον, αντιμέτωποι με έναν τόσο δύσκολο γείτονα, ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε μια εσωτερική συναίνεση στα βασικά, αποφεύγοντας δυσάρεστους χαρακτηρισμούς μεταξύ μας και ταμπέλες.

Δεν περιμένω βεβαίως κατανόηση από τα διάφορα φασιστοειδή που δεν ανέχονται διαφορετική άποψη από τη δική τους, ούτε και από τους λογιών-λογιών οπαδούς συνωμοτικών θεωριών. Αλλά σίγουρα ο Γιάννης Πρετεντέρης δεν ανήκει σε καμιά από αυτές τις κατηγορίες. Και τον διαβεβαιώ, δεν πρόκειται να δώσει κανένας το Καστελλόριζο, ούτε άλλωστε νομίζω ότι κινδυνεύει!­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­

Ο ­Λουκάς­ Τσούκαλης ­είναι­ πρόεδρος­ του ­ΕΛΙΑΜΕΠ ­και­ καθηγητής­ στη­ Σχολή­ Διεθνών­ Υποθέσεων ­της­ Sciences­ Po ­στο ­Παρίσι

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK