Μία από τις πρώτες μελέτες τους είδους που πραγματοποιήθηκε στον πραγματικό κόσμο και όχι σε προστατευόμενα περιβάλλοντα δόθηκε εχθές το βράδυ στη δημοσιότητα και αφορά την αποτελεσματικότητα των εμβολίων κατά της Covid-19, κυρίως των δύο που χρησιμοποιούνται ευρέως στη Βρετανία, των σκευασμάτων των Pfizer και Astrazeneca.
Σε ένα πρώτο σημαντικό συμπέρασμα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα δύο αυτά εμβόλια περιόρισαν τις λοιμώξεις και μείωσαν την μετάδοση του κορωνοϊού. Συγκεκριμένα, ανάλυση περισσότερων από 1,6 εκατομμυρίων τεστ από νοικοκυριά στο Ηνωμένο Βασίλειο διαπίστωσε ότι μεταξύ εκείνων στους οποίους χορηγήθηκε τουλάχιστον μία δόση οποιουδήποτε εμβολίου σημειώθηκε μείωση 74% στις συμπτωματικές λοιμώξεις.
Επιπλέον, ο εμβολιασμός περιόρισε και τις ασυμπτωματικές περιπτώσεις, όπου δηλαδή το άτομο που μολύνθηκε δεν έχει σημάδια ασθένειας, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%. Αυτό το ποσοστό είναι εξαιρετικά κρίσιμο έτσι ώστε να σταματήσει η ακούσια μετάδοση του νέου κορωνοϊού.
Τα οφέλη από τη μείωση των λοιμώξεων ήταν παρόμοια για όλους, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων και εκείνων με μακροχρόνιες παθήσεις υγείας, που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Το προστατευτικό αποτέλεσμα ήταν πιο έντονο μεταξύ εκείνων που είχαν κάνει και τις δύο δόσεις Pfizer, γεγονός που οδήγησε σε πτώση 70% στις ασυμπτωματικές λοιμώξεις, αυξάνοντας το ποσοστό σε 90% περιπτώσεων με συμπτώματα. Ωστόσο, για το εμβόλιο της Οξφόρδης/Astazeneca τα στοιχεία δεν είναι ακόμα διαθέσιμα.
Οι ειδικοί του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης δήλωσαν ότι τα νέα ευρήματα τους άφησαν προσεκτικά αισιόδοξους «ότι τα εμβόλια θα επιτρέψουν στην κοινωνία να ελέγχει την Covid-19 μακροπρόθεσμα χωρίς καραντίνες».
Οι ειδικοί του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης δήλωσαν ότι τα νέα ευρήματα τους άφησαν προσεκτικά αισιόδοξους «ότι τα εμβόλια θα επιτρέψουν στην κοινωνία να ελέγχει την Covid-19 μακροπρόθεσμα χωρίς καραντίνες».
Ωστόσο, προειδοποίησαν ότι με βάση τα δεδομένα άνθρωποι θα μπορούσαν να μολυνθούν ή να επαναμολυνθούν με Covid ακόμα και μετά από εμβόλιο, υποδηλώνοντας ότι ενδέχεται να χρειαστεί να συνεχιστούν μέτρα προστασίας όπως η κοινωνική απόσταση και οι μάσκες.
Νωρίτερα αυτό το μήνα, ο Βρετανία πρωθυπουργός Boris Johnson δήλωσε ότι η καραντίνα ήταν ο κύριος λόγος για τη μείωση των περιπτώσεων και των θανάτων από κορωνοϊό στη Βρετανία και όχι το υψηλό ποσοστό εμβολιασμών.
Ωστόσο, η καθηγήτρια Sarah Walker, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και επικεφαλής ερευνήτρια της νέας μελέτης, ανέφερε ότι η πτώση των κρουσμάτων τους τελευταίους τρεις μήνες οφείλεται σε συνδυασμό και των δύο. Επίσης ανέφερε ότι καθώς οι μακροπρόθεσμες καραντίνες δεν θα είναι «βιώσιμες» στο μέλλον, τα εμβόλια και οι ενισχυτικές δόσεις είναι οι κρίσιμοι παράγοντες έτσι ώστε να ξαναρχίσει ο πλανήτης μία πιο φυσιολογική ζωή.
«Χωρίς εμβόλια, δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να φτάσουμε στα μηδέν κρούσματα. Απλά, θα ζούμε όπως τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου η Covid-19 θα είναι ουσιαστικά ενδημική ασθένεια. Στην ουσία, έχουμε περάσει από μια πανδημία σε μια ενδημική κατάσταση.
Αλλά νομίζω ότι η πρόκληση είναι ότι, όπως καταδεικνύεται στην Ινδία, στον Καναδά και στη Βραζιλία, ο ιός είναι πολύ ισχυρός για να καταπολεμηθεί πλήρως. Και έτσι νομίζω ότι κοιτάζοντας λίγο πιο μακριά είναι μικρό το ενδεχόμενο να πάνε στραβά τα πράγματα ξανά», συμπλήρωσε η Walker.
Οι ερευνητές για τη μελέτη εξέτασαν στοιχεία από την επίσημη έρευνα της Covid-19 Infection Survey του Ηνωμένου Βασιλείου, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση των επιπέδων μόλυνσης και διεξήχθησαν από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το Office for National Statistics.
Ανέλυσαν 1.610.562 αποτελέσματα τεστ από επιχρίσματα μύτης και λαιμού που ελήφθησαν από 373.402 ενήλικες μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 2020 και 3ης Απριλίου 2021. Σε σύγκριση με εκείνους που δεν είχαν εμβολιαστεί, διαπίστωσαν ότι οι περιπτώσεις κορωνοϊού ήταν μειωμένες κατά 65%.
Και τα δύο εμβόλια βρέθηκαν επίσης αποτελεσματικά έναντι της παραλλαγής Kent, η οποία κυκλοφορούσε ευρέως εκείνη την εποχή. Ακόμη και εκείνοι που είχαν θετικά τεστ είχαν πολύ χαμηλότερα ιικά φορτία, υποδηλώνοντας ότι είναι λιγότερο πιθανό να μεταδώσουν τον ιό σε άλλους ή να αρρωστήσουν σοβαρά.
Ο Δρ. Koen Pouwels, ανώτερος ερευνητής στο Τμήμα Υγείας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δήλωσε ότι είναι πεπεισμένος ότι τα εμβόλια μείωσαν τη μετάδοση του ιού σε «ορισμένο βαθμό». «Ουσιαστικά, αυτό που βλέπουμε είναι ότι το εμβόλιο προστατεύει πολύ καλά από λοιμώξεις με υψηλό ιικό φορτίο. Εξαιτίας αυτού το φορτίου είναι πιο εύκολη η μετάδοση του ιού σε άλλα άτομα. Νομίζω λοιπόν ότι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα εμβόλια βοηθούν και στη μείωση της μετάδοσης» πρόσθεσε.
Οι ειδικοί επίσης προειδοποιούν ότι υπάρχει κίνδυνος νέες παραλλαγές κορωνοϊών να μολύνουν άτομα που έχουν εμβολιαστεί ή είχαν προηγουμένως Covid, καθώς ο ιός θα εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο στους οργανισμούς τους ώστε να τους μολύνει.
Αυτά τα νέα στελέχη μπορεί να είναι ανθεκτικά στα εμβόλια και να οδηγήσουν σε ένα άλλο θανατηφόρο κύμα μεταξύ των πιο ευάλωτων, γι ‘αυτό είναι ζωτικής σημασίας οι άνθρωποι να συνεχίσουν να ακολουθούν τις οδηγίες για τη μείωση του κινδύνου μετάδοσης, όπως η κοινωνική απόσταση και οι μάσκες.
Πρόσθεσε: «Το γεγονός ότι είδαμε μικρότερες μειώσεις των ασυμπτωματικών λοιμώξεων από τις λοιμώξεις με συμπτώματα υπογραμμίζει την πιθανότητα εμβολιασμένα άτομα να μολυνθούν ξανά με Covid-19 και να μολύνουν άλλους ανθρώπους, ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει με χαμηλότερο ρυθμό» πρόσθεσε.
Σε μια ξεχωριστή μελέτη που δημοσιεύθηκε επίσης από την ομάδα της Οξφόρδης, μόνο μία δόση του σκευάσματος της Pfizer ή της Astrazeneca παρήγαγε ισχυρή αντίδραση αντισωμάτων στο 95% των ατόμων που έλαβαν το εμβόλιο.
Λιγότερο από το 5% των ανθρώπων είχαν χαμηλή ανταπόκριση και στα δύο εμβόλια, με τους ερευνητές να προσθέτουν ότι υπήρχε ανάγκη παρακολούθησης της απόκρισης αυτής της ομάδας με έναν δεύτερο εμβολιασμό.
Οι δεύτερες δόσεις του εμβολίου Pfizer αύξησαν σημαντικά την ανοσοαπόκριση σε ηλικίες άνω των 80, καθιστώντας τις ισοδύναμες με τους νεότερους ενήλικες και δείχνοντας γιατί οι δεύτερες δόσεις είναι ιδιαίτερα ζωτικής σημασίας για τους ηλικιωμένους.
Ενώ οι δύο δόσεις των δύο εμβολίων, της Pfizer ή της Astrazeneca, συμπεριφέρονται διαφορετικά στα αρχικά στάδια της ανοσοαπόκρισης, και τα δύο παρήγαγαν επίπεδα αντισωμάτων που διατηρήθηκαν για τουλάχιστον 10 εβδομάδες. Ο καθηγητής David Eyre, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, δήλωσε ότι το γεγονός αυτό ενισχύει την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να καθυστερήσει τις δεύτερες δόσεις έως και 12 εβδομάδες.
«Σε ηλικιωμένα άτομα, δύο δόσεις εμβολίου είναι εξίσου αποτελεσματικές με τη φυσική λοίμωξη ως προς τη δημιουργία αντισωμάτων κατά του ιού που προκαλεί την Covid-19. Σε νεότερα άτομα μια εφάπαξ δόση επιτυγχάνει το ίδιο επίπεδο απόκρισης. Τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν τη σημασία άτομα να λαμβάνουν και τη δεύτερη δόση εμβολίου για αυξημένη προστασία».
Στη Βρετανία 33.257.651 άτομα έχουν λάβει έως τώρα μία δόση εμβολίων, ενώ 11.192.601 έχουν λάβει και τις δύο.










