kourdistoportocali.comNews DeskΕφιαλτικά στοιχεία του ΣΕΒ αποκαλύπτουν ότι έχουμε ακόμη 948 χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους!

Aπογραφή 2019

Εφιαλτικά στοιχεία του ΣΕΒ αποκαλύπτουν ότι έχουμε ακόμη 948 χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους!

Η ελληνική οικονομία απασχολεί (2019) 4.301 χιλ. εργαζόμενους, εκ των οποίων το 69% είναι μισθωτοί και το υπόλοιπο 31% αυτοαπασχολούμενοι

Τα στοιχεία του ΣΕΒ σοκάρουν!

Στο δελτίο του Συνδέσμου με θέμα τη σημασία της βιομηχανίας στο ελληνικό παραγωγικό πρότυπο: Μια ιστορία χαμένων ευκαιριών και μεγάλων προσδοκιών με ημερομηνία 16 Ιουλίου 2020 διαβάζουμε ότι η ελληνική οικονομία απασχολεί (2019) 4.301 χιλ. εργαζόμενους, εκ των οποίων το 69% είναι μισθωτοί και το υπόλοιπο 31% αυτοαπασχολούμενοι. 

Οι 948 χιλ. απασχολούνται στους κλάδους της δημόσιας διοίκησης (αμιγώς δημόσιο), καθώς και εκπαίδευσης και υγείας όπου η πλειοψηφία των εργαζομένων απασχολείται από το δημόσιο.

Δηλαδή οι υπάλληλοι του Δημοσίου μετά από 10 χρόνια Μνημόνια αντί να μειώνονται αυξάνονται-κατά περίπου 50 χιλιάδες μόλις μέσα σε δύο χρόνια, από το 2017 στο 2019!

Το 2017, σε σύνολο 4.146 χιλ. εργαζομένων, οι απασχολούμενοι στους παραπάνω κλάδους ανέρχονταν σε 890 χιλ. ή σε 21,5% του συνόλου, εκ των οποίων 371 χιλ. στη δημόσια διοίκηση, 296 χιλ. στην εκπαίδευση και 223 χιλ. στην υγεία.

Από τους υπόλοιπους 3.256 χιλ. εργαζόμενους που εργάζονται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα (που περιλαμβάνει και δίκτυα υπό τον έλεγχο του κράτους προς ιδιωτικοποίηση), το 77% απασχολείται σε κλάδους κατά κανόνα έντασης εργασίας (εμπόριο, τουρισμός, επαγγελματικές υπηρεσίες, τέχνες και διασκέδαση, γεωργία και κτηνοτροφία, κατασκευές), με χαμηλότερη ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας (παραγωγικότητα) από τον μέσο όρο της οικονομίας, που παράγουν το 33% περίπου της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της οικονομίας.

Το 23% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα απασχολείται σε κλάδους κατά κανόνα έντασης κεφαλαίου με υψηλότερη παραγωγικότητα από τον μέσο όρο της οικονομίας (βιομηχανία -δηλαδή διύλιση πετρελαίου, ηλεκτρισμός και Φ/Α, παροχή νερού, ορυχεία και μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών-, τράπεζες και ασφάλειες, ενημέρωση και επικοινωνία -εκδόσεις, τηλεπικοινωνίες και πληροφορική- και, μεταφορές και αποθήκευση), που παράγουν το 29% περίπου της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της οικονομίας.

Περαιτέρω, η βιομηχανία απασχολεί 389 χιλ. εργαζόμενους, εκ των οποίων 330 χιλ. στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών, που παράγουν το 14,8% και 9,8% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της οικονομίας αντιστοίχως.

Σημειώνεται ότι η βιομηχανία περιλαμβάνει, εκτός από τη μεταποίηση, και τους κλάδους εξόρυξης, ενέργειας και παροχής νερού. Τέλος, στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών, το 36,4% της προστιθέμενης αξίας παράγεται από τα τρόφιμα-ποτά-καπνός, το 13,4% από τα βασικά μέταλλα, το 9,1% από τα μεταλλικά προϊόντα, το 7,6% από τα χημικά και το 5,8% από τα μη μεταλλικά ορυκτά.

Όσον αφορά στις αμοιβές της μισθωτής απασχόλησης (περιλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών), το μέσο ωρομίσθιο στην οικονομία (2017) διαμορφώνεται σε €11,2, με τη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών σε €10,1 (και στις υπόλοιπες βιομηχανικές δραστηριότητες σε επίπεδα κατά πολύ υψηλότερα του μέσου όρου της μεταποίησης πλην πετρελαιοειδών), το εμπόριο σε €8,8, τις επαγγελματικές υπηρεσίες σε €8,1, τον τουρισμό σε €6,8, τις κατασκευές σε €5,7 και τη γεωργία, κτηνοτροφία σε €4. Επισημαίνεται ότι το ωρομίσθιο στη δημόσια διοίκηση ανέρχεται σε €15,3, στην εκπαίδευση σε €19,3 και στην υγεία σε €10,3.

Προκύπτει, συνεπώς, όπως αναμένεται, αντιστοιχία των μισθολογικών αμοιβών με τα επίπεδα παραγωγικότητας, με την τελευταία να επηρεάζεται και από τη διάρθρωση ή το δημόσιο χαρακτήρα του κλάδου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λειτουργικά πλεονάσματα ανά ώρα εργασίας, που τείνουν να είναι υψηλότερα στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών (€12,1) απ’ ό,τι στον τουρισμό (€8,8), τις επαγγελματικές υπηρεσίες (€5) και το εμπόριο (€3,3).

Είναι, έτσι, σαφές ότι μια προτεραιοποίηση της ανάπτυξης της βιομηχανίας θα έχει ως αποτέλεσμα πολύ υψηλότερες μισθολογικές αμοιβές και υψηλότερα λειτουργικά πλεονάσματα από αντίστοιχες προσπάθειες σε άλλους κλάδους, με αποτέλεσμα την αύξηση της ευημερίας της κοινωνίας.

Σημειώνεται ότι η παραγωγικότητα της οικονομίας βρίσκεται σε συνεχή καθοδική πορεία από το 2007 και μετά, με την παραγωγικότητα της βιομηχανίας να έχει ήδη ανακάμψει στα προ κρίσης επίπεδα, με την παραγωγικότητα στον τουρισμό να ακολουθεί κατά πόδας, και, με την παραγωγικότητα στους υπόλοιπους επιχειρηματικούς κλάδους να ανακάμπτουν ελάχιστα ή και καθόλου (μεταφορές και αποθήκευση, εμπόριο).

Όσον αφορά στην παραγωγή, η μείωση του ΑΕΠ κατά 25% από το 2008 έως το 2013, συνοδεύθηκε με ανάλογη κατάρρευση των όγκων όλων των μεγάλων κλάδων της οικονομίας, με τη βιομηχανία να συρρικνώνεται, όμως, πολύ λιγότερο από την υπόλοιπη οικονομία.

Έκτοτε, η βιομηχανική παραγωγή ανακάμπτει πολύ ταχύτερα από την υπόλοιπη οικονομία, καθώς η μεταποίηση στρέφεται στις εξαγωγές μετά την καθίζηση της εγχώριας ζήτησης, με την εξαίρεση του τουρισμού. Ο τελευταίος ανακάμπτει ακόμη ταχύτερα, κάτω από ιδιάζουσες, όμως, γεωπολιτικές συνθήκες, που έδωσαν μια τεράστια ώθηση στις τουριστικές ροές από το εξωτερικό, ανεξαρτήτως της εγχώριας κρίσης και ύφεσης.

Σημειώνεται, τέλος, ότι η παραγωγή της μεταποίησης στην Ελλάδα ανακάμπτει με την ίδια ταχύτητα όπως στην ΕΕ-28 από το 2013 και μετά. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να επανέλθει ταχύτερα στα προ κρίσης επίπεδα παραγωγής.Στο ξεκίνημα της 10ετίας του 2020, η χώρα μας πλήττεται, όπως όλος ο κόσμος, από την πανδημία του COVID-19, με καλύτερες, όμως, οικονομικές προοπτικές από ποτέ.

Ακολουθούνται αναπτυξιακές πολιτικές, που υποστηρίζονται πλέον από σημαντικούς σε μέγεθος ευρωπαϊκούς πόρους, σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που φαίνεται να θέλει να αντιμετωπίσει τα ελλείμματα παραγωγικότητας της Ευρώπης, με φιλόδοξες χρηματοδοτικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την ψηφιοποίηση της οικονομίας. Η ευκαιρία είναι μοναδική και πρέπει να την αξιοποιήσουμε.

Στο πλαίσιο αυτό, η μείωση της υπερφορολόγησης της οικονομίας, σε συνδυασμό με την πλήρη ανάπτυξη ενός μεταρρυθμιστικού φιλοαναπτυξιακού, και φιλοεπενδυτικού πλαισίου, μπορεί να δώσει ώθηση στις επενδυτικές πρωτοβουλίες που είναι αναγκαίες για τον μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου προς μια περισσότερο εξωστρεφή και δυναμική οικονομία, με ισχυρή συμμετοχή της βιομηχανίας.

Οι επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού αποτυπώνονται στην αρνητική πορεία των περισσότερων δεικτών, ιδίως κατά τους μήνες της επιβολής των μέτρων περιορισμού, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβλέπει ύφεση συνολικά το 2020 κατά -9% (αντί -9,7% σύμφωνα με προηγούμενες προβλέψεις της). Παρά τις αρνητικές τάσεις που καταγράφονται κυρίως το 2ο τρίμηνο του 2020, υπάρχουν ορισμένα θετικά σημάδια.

Το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε οριακά τον Ιούνιο του 2020 (στις 87,6 μονάδες από 88,5 τον προηγούμενο μήνα), αλλά είναι σε υψηλότερο επίπεδο απ’ ό,τι στην ΕΕ και την Ευρωζώνη.

Την ίδια ώρα, η καταναλωτική εμπιστοσύνη βελτιώθηκε (στις -27,7 μονάδες από -33 μονάδες τον προηγούμενο μήνα), καθώς τα νοικοκυριά εμφανίζονται λιγότερο απαισιόδοξα για την εξέλιξη της οικονομικής τους κατάστασης και της γενικότερης κατάστασης της χώρας.

Επίσης, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών (PMI) στη μεταποίηση αν και παρέμεινε κάτω από το όριο των 50 μονάδων για 4ο συνεχόμενο μήνα τον Ιούνιο του 2020, έχει πλέον καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας του Μαρτίου και Απριλίου 2020.

Η παραγωγή στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών εμφανίζει μείωση -3,3% κατά το διάστημα Ιαν – Μαΐου 2020. Παρόλα αυτά είναι σημαντικά ηπιότερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη μείωση που καταγράφεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με τον μέσο όρο στην ΕΕ να εμφανίζει υποχώρηση μεγαλύτερη από -10%.

Ανάλογη είναι και η εικόνα στις εξαγωγές αγαθών πλην καυσίμων και πλοίων, οι οποίες παρά τη μεγάλη υποχώρηση του Μαΐου (-12,4%), συνολικά κατά το διάστημα Ιαν – Μαΐου καταγράφουν μείωση -0,9%, η οποία οφείλεται κυρίως στην πτώση των τιμών, καθώς σε όρους όγκου εμφανίζουν άνοδο +2,5%.

Η επίπτωση του lockdown τον Απρίλιο του 2020 αποτυπώνεται και στην πτώση του όγκου λιανικών πωλήσεων πλην καυσίμων κατά -22,3% (-3% κατά το διάστημα Ιαν – Απρ 2020), με όλες τις κατηγορίες καταστημάτων να καταγράφουν έντονη μείωση, εκτός από τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (supermarkets), όπου ο όγκος λιανικών πωλήσεων αυξήθηκε κατά +6,2%.

Την ίδια ώρα, ο κύκλος εργασιών του συνόλου των επιχειρήσεων που τηρούν διπλογραφικό σύστημα βιβλίων ανήλθε σε €14,1 δισ., παρουσιάζοντας μείωση -32,2%, με τους κλάδους τεχνών και διασκέδασης (-93,3%), ξενοδοχείων και εστιατορίων (-85,5%) και μεταφοράς και αποθήκευσης (-48,6%) να εμφανίζουν τις μεγαλύτερες απώλειες.

Επιπλέον, οι περιορισμοί στις διεθνείς μετακινήσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον μηδενισμό του πλεονάσματος στο ταξιδιωτικό ισοζύγιο τον Απρίλιο του 2020, με τις αφίξεις και τις εισπράξεις να μειώνονται κατά -96,2% και -98,7% αντίστοιχα.

Αναφορικά με την αγορά εργασίας, το ποσοστό ανεργίας ανήλθε σε 15,5% τον Απρίλιο του 2020 από 17,5% τον Απρίλιο του 2019, με την μείωση που καταγράφεται στον αριθμό των ανέργων σε ετήσια βάση να κατευθύνεται κυρίως προς τους οικονομικά μη ενεργούς, καθώς η επιβολή του lockdown οδήγησε πολλούς στο να δηλώνουν μη διαθέσιμοι για εργασία άμεσα.

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με στοιχεία από την ΕΡΓΑΝΗ, το διάστημα Ιαν – Ιουν 2020 δημιουργήθηκαν περίπου 253 χιλ. λιγότερες θέσεις εργασίας σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα το 2019. Πάντως, τον Ιούνιο του 2020 οι καθαρές προσλήψεις ήταν περισσότερες κατά 6 χιλ. περίπου σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2019.

Τέλος, οι αποπληθωριστικές πιέσεις που καταγράφονται κατά το 1ο εξάμηνο του 2020, οφείλονται κυρίως στην πτώση των διεθνών τιμών πετρελαίου, την ώρα που η μειωμένη ζήτηση και η αναβολή ή ματαίωση καταναλωτικών δαπανών συνέβαλε στην αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών (+€3,1 δισ. την περίοδο Μαρ – Μαίου 2020).

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK