kourdistoportocali.comNews DeskΔήλωση-βόμβα Καμμένου στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι" και ο διαχρονικός Σωκράτης

Ρεπορτάζ-ντοκουμέντο

Δήλωση-βόμβα Καμμένου στο “Κουρδιστό Πορτοκάλι” και ο διαχρονικός Σωκράτης

O αρχηγός των ΑΝΕΛ δίνει το βάπτισμα του πυρός για το εκρηκτικό 2018

-Η υπόθεση του ονόματος των Σκοπίων έχει μετατραπεί σε μια κόντρα εντός της Νέας Δημοκρατίας ανάμεσα στην Ντόρα που της έχουν λείψει τα δώρα της Siemens και τα πληρωμένα δείπνα του κ. Χριστοφοράκου και τον Αντώνη Σαμαρά που έρριξε την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Θα αντέξω όσο βρώμικο πόλεμο κι αν μου κάνουν…

Με αυτή τη δήλωση στο Κουρδιστό Πορτοκάλι ο υπ. Αμυνας Πάνος Καμμένος και αρχηγός των ΑΝΕΛ δίνει το βάπτισμα του πυρός για το εκρηκτικό 2018 που ανατέλλει εντός ολίγου ενώ βάζει στο κάδρο και τον Αντώνη Σαμαρά.

Από τον Ian Ford

Η Ντόρα θα απαντήσει μέσω συνεργατών της «το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη» προσθέτοντας πως «αν αυτό δεν είναι κατανοητό ο κ. Καμμένος να ανοίξει το λεξικό του Μπαμπινιώτη…».

Είχε προηγηθεί μια σκληρή δήλωση του υπ. Αμυνας.

«Ημέρες εορτών καταλαβαίνουμε ότι της κ. Μπακογιάννη της λείπουν τα δώρα της Siemens, τα πληρωμένα δείπνα του κ. Χριστοφοράκου, ενώ μετά την αποπομπή της από τον αδελφό της νοσταλγεί τις εποχές που μετρούσε ο λόγος της και δεν μπορεί πλέον να την παρηγορήσει ούτε ο κουμπάρος της που ετοιμάζεται να απολογηθεί για το μισό ποινικό κώδικα. Της εύχομαι με το ξεχασμένο και αδήλωτο εκατομμύριο στο Λονδίνο να απαλύνει τον πόνο της. Όσον αφορά το όνομα των Σκοπίων ας αφήσει να το χειριστούν οι πολιτικοί προϊστάμενοί της κ.κ. Σαμαράς και Γεωργιάδης»

-Aν φέρει η κυβέρνηση στη Βουλή προς ψήφιση ένα πλαίσιο συμφωνίας για την ονομασία των Σκοπίων με το οποίο συμφωνεί η ΝΔ αλλά ο Πάνος Καμμένος διαφωνεί. Θα ψηφίσετε αυτή την πρόταση ή θα προτιμήσετε να ρίξετε την κυβέρνηση;», ρωτήθηκε από τον Real Fm:

«Η Νέα Δημοκρατία τον τυχοδιωκτισμό και την ανευθυνότητα της κυβέρνησης δεν θα τον καλύψει με την ψήφο της. Θέλω να είμαι πολύ ξεκάθαρη πάνω σε αυτό. Η κυβέρνηση, από την ώρα που δεν έχει μία ενιαία γραμμή πάνω σε ένα τέτοιο σοβαρό εθνικό θέμα, πρέπει να φύγει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Είναι μία επικίνδυνη κυβέρνηση, η οποία δεν αντιλαμβάνεται το βάρος της ευθύνης της στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων. Και αυτό είναι μία βαριά κουβέντα που λέω, αλλά σας τη λέω με παρρησία και πολύ ξεκάθαρα».

Το μεγαλύτερο γεγονός από την καριέρα του επίτιμου προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που όλοι θυμούνται είναι η αποκαθήλωση του από την εξουσία από το «αγαπημένο του παιδί» τον Αντώνη Σαμαρά.

Ο Μητσοτάκης θα κάνει λόγο για συμφέροντα που έρριξαν την κυβέρνησή του φωτογραφίζοντας το δίδυμο Κόκκαλη-Σαμαρά παρότι σε άλλα ρεπορτάζ της εποχής, ο Μητσοτάκης που στο μεταξύ εμφανίζεται να τα έχει βρει με τον Κόκκαλη  λέει ότι δεν χρειάζεται να γίνει διαγωνισμός για να παίρνει τις δουλειές ο Κόκκαλης!!!

Το 1990 οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί (Κ. Μητσοτάκης, Ανδρ. Παπανδρέου και Χαρ. Φλωράκης) ανέτρεψαν πραξικοπηματικά ομόφωνη απόφαση της κυβέρνησης Ξ. Ζολώτα για διεθνή διαγωνισμό και ανέθεσαν απευθείας 470.000 ψηφιακές παροχές στο σιαμαίο δίδυμο Ζίμενς – Intracom, που καθιερώθηκε έκτοτε παρανόμως ως ο αποκλειστικός προμηθευτής του ΟΤΕ με αμύθητα κέρδη και αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου.

Σήμερα Δεκέμβριος 2017, με κυβέρνηση Σύριζα, o Σωκράτης παίρνει την μία δουλειά μετά την άλλη. Από τις πιο πρόσφατες το Ασκληπείο Βούλας!

Μετά τη νίκη της ΝΔ στις εκλογές του 1990, όλοι λογικά θα έπρεπε να εύχονταν να πετύχει ο Μητσοτάκης στο δύσκολο έργο του, εφόσον τα περιθώρια στένευαν απελπιστικά για τη χώρα και δεν υπήρχαν πια δικαιολογίες για καθυστερήσεις σε τόσες αλλαγές που επιβάλλονταν να γίνουν. Η δεκαετία του 1980 είχε ήδη «πάει στράφι», επομένως δεν υπήρχε άλλη οδός από τις ριζικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική δημόσια διοίκηση και την αγορά. Κι όμως κανένας απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά, δεν έδωσε την ευκαιρία στον Μητσοτάκη και την κυβέρνηση της ΝΔ!

Μέχρι τότε, αλλά και ύστερα, συνηθιζόταν να δίνεται μια περίοδος χάριτος σε κάθε νέα κυβέρνηση, για να δείξει τουλάχιστον τις προθέσεις της και να εφαρμόσει ένα τμήμα έστω του προγράμματός της.

Στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ωστόσο δεν δόθηκε καμία απολύτως πίστωση χρόνου! Από την επομένη κιόλας της ορκωμοσίας της εξαπελύθη εναντίον της μια πρωτοφανής εκστρατεία λάσπης, που – δυστυχώς – συμπεριλάμβανε, όπως απεδείχθη αργότερα, και αντιμητσοτακικά στοιχεία που δρούσαν στο κόμμα της ΝΔ…

Όλοι μαζί, εσωκομματική και εξωκομματική αντιπολίτευση, λειτουργούσαν σαν σύμμαχοι, που τους ενδιέφερε ένα μόνο πράγμα: η αποτυχία της κυβέρνησης και, σαν επακόλουθο, ο πολιτικός θάνατος του Κώστα Μητσοτάκη…

Ο Κρητικός πολιτικός έβλεπε ξεκάθαρα ότι οι συσχετισμοί κάθε άλλο παρά ήταν υπέρ του.

Το ΠΑΣΟΚ από την πρώτη στιγμή ακολουθούσε λυσσαλέα αντιπολιτευτική τακτική, παρά το ότι βρέθηκε τόσες μονάδες πίσω από τη ΝΔ στις πρόσφατες εκλογές. Αλλά και ο Συνασπισμός άλλαξε εντελώς τακτική και, από το δόγμα «ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εξίσου αντίπαλοι», πέρασε στη θέση «βασικός αντίπαλος είναι η ΝΔ του Μητσοτάκη». Από την άλλη, μέσα στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας ο πυρήνας που αυτοχαρακτηριζόταν ως «καραμανλικός» και που θεωρούσε τον Μητσοτάκη σχεδόν ανεπιθύμητο άρχισε να αναπτύσσει αντιπαλότητα.

Κι όλα αυτά παρά την πλήρη αποκατάσταση του «Εθνάρχη» Καραμανλή από τον Μητσοτάκη, με την εκ νέου εκλογή του στην προεδρία της δημοκρατίας τον Μάιο του 1990. (Βρισκόταν άραγε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πίσω από τη συστηματική υπονόμευση του Μητσοτάκη καθ’ όλη την περίοδο 1990- 93; Θα απαντήσει ο ιστορικός του μέλλοντος…

Πάντως, οι άνθρωποι του όλοι, από τον Κωστή Στεφανόπουλο (που τότε ήταν εκτός ΝΔ) και τον Μιλτιάδη Έβερτ έως τον Γεώργιο Ράλλη και τα ανίψια του (Κώστα Καραμανλή και Μιχάλη Λιάπη) κάθε άλλο παρά «έβαλαν πλάτη» στις τότε άκαρπες όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων- προσπάθειες του Μητσοτάκη να ανασυντάξει τη χώρα).

Στις εκλογές του 1990 ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ συνεργάστηκαν αυτή τη φορά σε όλες τις μονοεδρικές περιφέρειες κι έτσι ακριβώς αποτράπηκε η αυτοδυναμία της ΝΔ, παρά το 47% που πήρε. Η μοναδική μονοεδρική που κατέκτησε η Νέα Δημοκρατία ήταν εκείνη της Ευρυτανίας, που για δεύτερη συνεχόμενη φορά κέρδισε άξια η χήρα του Παύλου Μπακογιάννη και κόρη του αρχηγού της ΝΔ, Ντόρα. Κι αυτό το κατάφερε παρά τη συσπείρωση όλων εναντίον της…

Ο Μητσοτάκης γνώριζε ότι θα αντιμετώπιζε την πιο εχθρική αντιπολίτευση που είχε ποτέ αντιμετωπίσει Έλληνας πρωθυπουργός.

Ήταν φανερό ότι ήταν εντελώς ανεπιθύμητος από εξωελληνικούς κύκλους, οι οποίοι την περίοδο ακριβώς των ραγδαίων παγκόσμιων αλλαγών δεν ήθελαν έναν καθαρά φιλελεύθερο και εκσυγχρονιστή πρωθυπουργό στο τιμόνι της Ελλάδας…

Έπρεπε λοιπόν να «τελειώνει», τουλάχιστον πολιτικά, και να απαξιωθεί πλήρως το έργο του. Τότε ο Μητσοτάκης προώθησε έναν  νέο άνθρωπο, που τον θεωρούσε συγκροτημένο και ταλαντούχο, τον βουλευτή Μεσσηνίας, Αντώνη Σαμαρά.

Πίστευε ότι ο νέος πολιτικός είχε πολλά να προσφέρει κι έτσι του έδωσε ένα σαφές προβάδισμα, έστω και εις βάρος – όπως αργότερα αποδείχτηκε- της κόρης του, της Ντόρας. Έψαχνε τότε ο καινούριος πρωθυπουργός στηρίγματα μέσα στην κυβέρνηση, τα οποία να υλοποιούσαν τη νέα πολιτική σε νευραλγικούς τομείς, όπως ήταν εκείνος της εξωτερικής πολιτικής. Γι’ αυτό και ο Σαμαράς ήδη από τον καιρό της οικουμενικής κυβέρνησης προτάθηκε από τον Μητσοτάκη ως υπουργός εξωτερικών, θέση που διατήρησε και μετά τις ε­κλογές του 1990…

Το φθινόπωρο του 1990 διεξήχθησαν οι δημοτικές εκλογές. ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ βρίσκονταν πλέον σε αγαστή συνεργασία, αφού σκοπός και των δύο δυνάμεων της αντιπολίτευσης ήταν η υπονόμευση με κάθε τρόπο της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Γι’ αυτό τον λόγο συνεργάστηκαν σε πλήθος δήμων, ξεχνώντας εντελώς όλα όσα μέχρι τότε τους χώριζαν. Το «καυτό» καλοκαίρι του 1989 έμοιαζε πια μακρινό παρελθόν, κι ας είχε περάσει μόλις ένας χρόνος από τότε…

Παρ’ όλη όμως τη συμμαχία των δυνάμεων της αντιπολίτευσης (με τη σύμπραξη ακόμα και της ΔΗΑΝΑ του Στεφανόπουλου, που είχε πλέον αποσύρει τη στήριξή της από την κυβέρνηση… (Το καλοκαίρι του 1990 ο μοναδικός βουλευτής της ΔΗΑΝΑ, Θεόδωρος Κατσίκης, αποφάσισε να προσχωρήσει στη ΝΔ, από την οποία εξάλλου και προερχόταν. Την ίδια περίοδο το εκλογοδικείο κατοχύρωσε ακόμα μία έδρα υπέρ της Νέας Δημοκρατίας, κι έτσι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της κυβέρνησης διαμορφώθηκε στις 152 έδρες.

Η αντίδραση του Κωστή Στεφανόπουλου στην αποσκίρτηση του βουλευτή του ήταν σκληρή: έκανε λόγο για «αποστασία» και στράφηκε ευθέως κατά της κυβέρνησης και του Μητσοτάκη), η ΝΔ διατήρησε τη δύναμή της στην τοπική αυτοδιοίκηση, κερδίζοντας εκ νέου σημαντικούς δήμους, όπως π.χ. τους δύο μεγαλύτερους της χώρας (Αθηνών και Θεσσαλονίκης).

Ο λαός, αντίθετα απ’ τον πολιτικό κόσμο της χώρας, εξέφραζε τη στήριξή του στην κυβέρνηση και την πολιτική της.

Άρα ήταν φανερό για κάποια σκοτεινά κέντρα αποφάσεων ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πέσει μέσω εκλογών… Έπρεπε να αναζητηθούν άλλα μέσα για να πέσει ο Μητσοτάκης από την εξουσία…

Στις 22 Νοεμβρίου του 1990 ξεκίνησε ένα κύμα καταλήψεων στα λύκεια της χώρας, με αφορμή τα μέτρα για την παιδεία που ανακοίνωσε πως θα λάβει η κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση βρήκε την ευκαιρία, μέσω αυτού του τόσο ευαίσθητου θέματος, να κηρύξει ολικό πόλεμο κατά του Μητσοτάκη, προσδίδοντας μυθικές διαστάσεις στον «ξεσηκωμό» των νέων, που παρουσιαζόταν σαν μαζικός και διεκδικητικός.

Χτίσθηκε έτσι ένας μύθος, που ελάχιστη σχέση είχε με την πραγματικότητα, αφού ακόμα και όταν οι καταλήψεις είχαν φτάσει στο ζενίθ τους τα υπό κατάληψη σχολεία δεν ξεπερνούσαν το 30% του συνόλου των σχολείων της χώρας. Όταν δε έφτασαν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά η κατάσταση είχε σχεδόν πλήρως εκτονωθεί.

Κι όμως η παραπληροφόρηση ήθελε ο αγώνας των μαθητών να είναι πανελλαδικός, ενώ τα Μ.Μ.Ε. έκαναν συνεχώς λόγο για πρωτοφανές χάος που δήθεν επικρατούσε, με όλα τα σχολεία να είναι… κλειστά!

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ άδραξε τότε την ευκαιρία και «προειδοποίησε» άκομψα την κυβέρνηση, λέγοντας πως οι κινητοποιήσεις των μαθητών ήταν τα προεόρτια για το «ηφαίστειο» που σύντομα επρόκειτο να εκραγεί…

Και τότε, αμέσως μετά τις γιορτές, συνέβη η μεγάλη προβοκάτσια. Το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου 1991 σοβαρά επεισόδια ξέσπασαν στην Πάτρα ανάμεσα σε καταληψίες και αντιτιθέμενους, με αποτέλεσμα τον βίαιο θάνατο του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα. Ως δολοφόνος κατηγορήθηκε ένας τραπεζικός υπάλληλος, μέλος της Νέας Δημοκρατίας στην πόλη, αλλά τα πραγματικά αίτια του τραγικού συμβάντος παρέμειναν τελικά ανεξερεύνητα.

Η αντιπολίτευση εκμεταλλεύθηκε πλήρως το ατυχές γεγονός, το οποίο και ενέταξε στη γενικότερη πολεμική της κατά της κυβέρνησης, που βρέθηκε σε δύσκολη θέση ακριβώς τη στιγμή που οι καταλήψεις βρίσκονταν σε φθίνουσα πορεία…

Αλλά και η γενικότερη βαλκανική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια κατάσταση καθόλου δεν βοήθησε τη νέα κυβέρνηση σ’ αυτό το τόσο δύσκολο ξεκίνημα. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991 άνοιξε τους «ασκούς του Αιόλου» στη χερσόνησο του Αίμου, με έντονο μάλιστα ελληνικό ενδιαφέρον, αφού στα βόρεια της χώρας σχηματίστηκε ένα κρατίδιο που αυτοαποκαλούνταν «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Εν τω μεταξύ η ΕΟΚ μετατρεπόταν πια σε Ευρωπαϊκή Ένωση και πλησίαζε το περιβόητο 1992, χρονιά που θα γινόταν πραγματικότητα η περαιτέρω ενοποίηση των κρατών που την απάρτιζαν (μεταξύ των οποίων φυσικά και η Ελλάδα). Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, η πτώση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και, τελικά, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης δημιουργούσαν ένα εκρηκτικό μείγμα, που οδηγούσε τον κόσμο κυριολεκτικά στο άγνωστο…

Αν σ’ αυτά προστεθεί και η περιπέτεια που προκάλεσε στον Περσικό Κόλπο ο Σαντάμ Χουσεΐν, λίγους μόλις μήνες έπειτα από την ανάληψη της εξουσί­ας στην Ελλάδα από τον Μητσοτάκη, μπορεί κα­νείς να καταλάβει τις δυσμενείς συγκυρίες που έπρεπε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση της ΝΔ, που εκτός από τα δυσεπίλυτα εσωτερικά προβλήματα είχε επιπρόσθετα να αντιμετωπίσει και έναν σωρό από πολύπλοκες διεθνείς καταστάσεις…

Η αυτονόητη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο του Κόλπου το 1991 [Μέσα στα πλαίσια της συμμετοχής της στο NATO και άλλους διεθνείς οργανισμούς, κάτι που τήρησε εξάλλου αργότερα και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση (π.χ. στην επίθεση του NATO κατά της Γιουγκοσλαβίας το 1999)] – που έγινε μάλιστα και με τον πλέον ανώδυνο για τη χώρα τρόπο – συνάντησε την οξεία κριτική της αντιπολίτευσης.

Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι κατά του Ιράκ συνασπίστηκαν τότε άπαντες: Αμερικανοί και Σοβιετικοί, Ευρωπαίοι και Μεσανατολίτες. Ειδικά το ΠΑΣΟΚ πήρε το μέρος του Σαντάμ, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι… θέτει την Ελλάδα σε κίνδυνο ολο­καυτώματος, αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου προέβλεπε ότι ο πόλεμος στον Κόλπο θα ήταν φοβερά αιματηρός και πολύχρονος.

Διαψεύστηκε όμως παταγωδώς, αφού ο συγκεκριμένος πόλεμος κάθε άλλο παρά αιματηρός αποδείχτηκε, ενώ τέλειωσε σχεδόν αμέσως…

Την εποχή που άρχιζε ο πόλεμος του Περσικού Κόλπου, ξεκινούσε στην Αθήνα η δίκη του σκανδάλου Κοσκωτά, με απόντα το κεντρικό πρόσωπο του δράματος, τον πρώην πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, που αρνήθηκε να παραστεί στην όλη διαδικασία. Το ενδιαφέρον όλων ήταν έντονο και κορυφώθηκε με το τραγικό τέλος του Αγαμέμνονα Κουτσόγιωργα, λίγες ημέρες μετά το καρδιακό και εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Το θλιβερό περιστατικό εκμεταλλεύθηκε πλήρως το ΠΑΣΟΚ, που κατηγορούσε πια ανοιχτά τον Μητσοτάκη σαν… δολοφόνο!

Άλλωστε εκτιμήθηκε ότι ο θάνατος του Κουτσόγιωργα ουσιαστικά λειτουργούσε κατά της Νέας Δημοκρατίας, αφού η κυβέρνηση έχασε την ευκαιρία μιας σχεδόν βέβαιης καταδίκης του από το ειδικό δικαστήριο, πόσο μάλλον που το ίδιο το ΠΑΣΟΚ τον είχε εντελώς ξεγράψει και τον άφηνε ακάλυπτο.

Την περίοδο εκείνη οι τρομοκρατικές οργανώσεις στο εσωτερικό της χώρας πραγματικά οργίαζαν. Για πρώτη φορά ειδικά η 17 Νοέμβρη προέβη σε τόσο πολλές και επικίνδυνες ενέργειες. Στόχος της ήταν αποκλειστικά ο Μητσοτάκης, την κυβέρνηση του οποίου κατηγορούσε έντονα, και μάλιστα με επιχειρήματα που δεν διέφεραν και πολύ από εκείνα της αντιπολίτευσης.

Αποκορύφωμα της βίας υπήρξε η έκρηξη στην Πάτρα ισχυρής βόμβας, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους ο δράστης και άλλα έξι άτομα. Εντύπωση προκάλεσε ότι το τρομακτικό γεγονός συνέβη την ημέρα της κηδείας του Κουτσόγιωργα και μάλιστα στη γενέτειρα πόλη του. Ήθελαν άραγε να «τιμήσουν» κάποιοι τη μνήμη του με την τοποθέτηση μιας βόμβας; Το σοκαριστικό ήταν πως ο δράστης που διαμελίστηκε ήταν Παλαιστίνιος, κάτι που προκάλεσε πλήθος ερωτηματικών και έφερε σε δύσκολη θέση την αντιπροσωπεία της ΡLO στην Ελλάδα.

Αλλά και η εσωκομματική αντιπολίτευση βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία. Κάθε τόσο διαφωνίες και αμφισβητήσεις αναζωπυρώνονταν στο εσωτερικό της ΝΔ, με βασικό στόχο τον Μητσοτάκη. Η ηχηρή παραίτηση του Σταύρου Δήμα το καλοκαίρι του 1991 συνοδεύτηκε από επίθεση κατά της οικογένειας του πρωθυπουργού, με την κατηγορία ότι από το παρασκήνιο κυβερνούν η σύζυγος του Μητσοτάκη, Μαρίκα, και η κόρη τους, η Ντόρα!

Αλλά η παραίτηση Δήμα ήταν μόνο η αφετηρία μιας πρωτοφανούς εκστρατείας που ξεκινούσε κατά του Μητσοτάκη και της οικογένειάς του. Το ίδιο εκείνο διάστημα δύο βασικοί πόλοι της κυβέρνησης, ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος και ο Μιλτιάδης Έβερτ, εκδήλωσαν τη δυσαρέσκειά τους με την πολιτική που ακολουθούσε ο πρωθυπουργός. Το φθινόπωρο του 1991 ο Έβερτ (που μόλις είχε απομακρυνθεί από το κυβερνητικό σχήμα) προκάλεσε σκάνδαλο τεράστιων διαστάσεων και μάλιστα για ένα θέμα που τελικά αποδείχτηκε άσχετο με τον ίδιο! Κατήγγειλε έμμεσα τον πρωθυπουργό άτι διενεργούσε -μέσω της ΕΥΠ- πα­ρακολούθηση εις βάρος του! Τελικά απεδείχθη ότι η ΕΥΠ δεν παρακολουθούσε τον πρώην μεγαλοϋπουργό, αλλά ξένο υπήκοο που ήταν ύποπτος για διακίνηση κόκκινου υδράργυρου και απλά τύχαινε να μπαινοβγαίνει στο κτίριο όπου είχε το γραφείο του ο Έβερτ…

Και σαν να μην έφταναν όλες αυτές οι αρνητικές συγκυρίες, που εμπόδιζαν τον Μητσοτάκη να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, προέκυψε την ίδια εκείνη περίοδο η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Ύστερα από σταθερότητα δεκαετιών, το «πνεύμα της φιάλης» βγήκε στη φόρα και το μακεδονικό ζήτημα νεκρανέστησε παλιούς, ξεχασμένους, εθνικισμούς. Ένα σημαντικό πρόβλημα δημιουργούνταν για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, πρόβλημα εξαιρετικής ευαισθησίας για τους Έλληνες και με μεγάλες πολιτικές (και όχι μόνο) προεκτάσεις. Αλλά ο τότε πρωθυπουργός φαινόταν ήρεμος. Εμπιστευόταν απόλυτα τον υπουργό εξωτερικών, ένα δικό του «παιδί», τον Αντώνη Σαμαρά. Είχε πίστη στις ικανότητές του και ήταν απόλυτα βέβαιος ότι ο νεαρός πολιτικός δεν θα τον πρόδιδε ποτέ. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρος ο Μητσοτάκης: όλοι να στρέφονταν εναντίον του, ο Σαμαράς θα στεκόταν σίγουρα στο πλευρό του…

Το ζήτημα των Σκοπίων

Τα Σκόπια ανεξαρτητοποιήθηκαν από τη Γιουγκοσλαβία στις 8 Σεπτεμβρίου 1991, μέρα που έκτοτε ισοδυναμεί γι’ αυτά με εθνική επέτειο. Μέχρι τότε αποτελούσαν ξέχωρη δημοκρατία στο πλαίσιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, με την επίσημη ονομασία «Γιουγκοσλαβική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και σημαία το πεντάκτινο αστέρι. Κι όμως οι ελληνικές κυβερνήσεις -στον βωμό των καλών σχέσεων με το Βελιγράδι- σιωπούσαν προκλητικά επί σειρά δεκαετιών αναφορικά με τη χρήση του ονόματος «Μακεδονία» από γειτονικό κράτος!

Μάλιστα ο τότε πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, σε ομιλία του το 1986 στο 3ο Σώμα Στρατού δήλωσε δημόσια ότι η χρήση του ονόματος «Μακεδονία» είναι… εσωτερικό θέμα της Γιουγκοσλαβίας!

Παρ’ όλα αυτά η διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας βρήκε τόσο την Ελλάδα όσο και την Ευρώπη τελείως απροετοίμαστες. Προς τα τέλη του 1991 είχαν ήδη ανακηρύξει την ανεξαρτησία τους από το Βελιγράδι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η Σλοβενία, η Κροατία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η «Μακεδονία». Η μπαρουταποθήκη της Βαλκανικής ήταν και πάλι έτοιμη να εκραγεί, παρασύροντας στο διάβα της τα πάντα και ανοίγοντας παλιές βαθιές πληγές στις μνήμες των λαών της περιοχής. Άλλωστε, πέρα από τις παραπάνω χώρες που ανεξαρτητοποιήθηκαν από τη Γιουγκοσλαβία, έτοιμα για κάτι τέτοιο φαίνονταν (όπως απεδείχθη αργότερα με την απόσχισή τους) και το Μαυροβούνιο, αλλά και το Κοσσυφοπέδιο…

Ειδικά για την Ελλάδα η ανακήρυξη των Σκοπίων σε ανεξάρτητο κράτος με την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ξύπνησε άσχημες αναμνήσεις και τροφοδότησε τον εθνικισμό.

Φωνές αλυτρωτικές ακούστηκαν τόσο στην Αθήνα όσο και στα Σκόπια και ένα νέο πρόβλημα προστέθηκε στα τόσα άλλα άλυτα ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (ελληνοτουρκικές σχέσεις, Κυπριακό, Βορειοηπειρωτικό κ.ά.). Εκείνη ακριβώς την κρίσιμη ώρα φάνηκε ότι ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης έκανε λάθος, όταν εμπιστευόταν τον Αντώνη Σαμαρά για το τόσο νευραλγικό πόστο του υπουργού εξωτερικών. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσάπτουν στον Σαμαρά ότι είχε από τότε στο μυαλό του άλλα σχέδια, ότι θέλησε να παίξει το πολιτικό του μέλλον πάνω στη ράχη της Μακεδονίας…

Στις 16 Δεκεμβρίου 1991 σημειώθηκε το πρώτο «άδειασμα» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη από τον Αντώνη Σαμαρά. Τη μέρα εκείνη, στις Βρυξέλλες, συνήλθαν οι υπουργοί εξωτερικών των χωρών-μελών της ΕΟΚ, με κεντρικό θέμα την αναγνώριση των νέων κρατών που προέκυψαν στην Ανατολική Ευρώπη, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης.

Βασικότερα κριτήρια για την αναγνώρισή τους ήταν τα εξής: ο σεβασμός του «χάρτη» του ΟΗΕ, η αναγνώριση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την τελι­κή πράξη του Ελσίνκι, καθώς βέβαια και ο σεβα­σμός προς τους γείτονες (έλλειψη αλυτρωτικού πνεύματος κτλ.).

Αλλά και ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε ξεκάθαρα πως, για να αναγνωρισθεί η νεότευκτη Δημοκρατία των Σκοπίων θα έπρεπε να εκπληρώνονται τρεις προϋποθέσεις: να εγγυάται το Σύνταγμα της καινούριας Δημοκρατίας ότι δεν τρέφει εδαφικές αξιώσεις έναντι της Ελλάδας, να διευκρινίσει ρητά ότι δεν υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα και, τέλος, να αλλάξει το όνομά της κατά τέτοιον τρόπο, ώ­στε να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις σε ό,τι αφορά την ιστορική συνέχεια.

Μέχρι την τόσο κρίσιμη -όπως απεδείχθη εκ των υστέρων- ημερομηνία της 16ης Δεκεμβρίου του 1991 ο Αντώνης Σαμαράς ούτε καν είχε ασχοληθεί με το ζήτημα των Σκοπίων!  Έδειχνε μάλιστα σχεδόν αδιάφορος και το είχε υποβαθμίσει σε τόσο μεγάλο βαθμό, που προκαλούσε εύλογες απορίες πώς άραγε είναι δυνατόν για τρεις ολόκληρους μήνες (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1991) ο υπεύθυνος υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας να μην έχει σημάνει συναγερμό για τη Μακεδονία, δεδομένου ότι τα Σκόπια είχαν ήδη ανακηρύξει επίσημα την ανεξαρτητοποίησή τους(;)! Η απλή απάντηση, όπως φάνηκε κι απ’ τη συνέχεια, είναι ότι την περίοδο εκείνη ο Σαμαράς δεν είχε ακόμα καταλάβει ότι το ζήτημα της Μακεδονίας ήταν «χρυσάφι» για τον ίδιο και την πολιτική του καριέ­ρα. Μόνο στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 το κατά­λαβε και, εντελώς ξαφνικά, μετατράπηκε σε… «Μακεδονομάχο»!

Απόδειξη για την πλήρη αδιαφορία Σαμαρά σχετικά με το ζήτημα των Σκοπίων είναι η έλλειψη κάθε αντίδρασης εκ μέρους του, όταν τα Σκόπια ανα­κηρύχθηκαν ανεξάρτητα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας»! Επίσης, τον ίδιο μήνα, τον Σεπτέμβριο του 1991, αδιαφόρησε παντελώς για τον διορισμό Έλληνα εκπροσώπου στην αρμόδια επιτροπή Μπαντιντέρ, κάτι που θεωρήθηκε επιζήμιο για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Αλλά και δύο μόλις εβδομάδες πριν τη συνδιάσκεψη των Βρυξελλών, δηλ. στις 2 Δεκεμβρίου 1991, ο Αντώνης Σαμαράς υπέγραψε – μαζί με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους συναδέλφους του – τον περίφημο «Κανονισμό 3567/91» του Συμβουλίου υπουργών εξωτερικών της ΕΟΚ, σύμφωνα με τον οποίο η νεότευκτη Δημοκρατία των Σκοπίων αναγνωρίζεται ως… «Μακεδονία» σκέτο! Την ημέρα εκείνη, με την υπογραφή μάλιστα του Έλληνα υπουργού εξωτερικών, πρωτοεμφανίστηκε η ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας»…

Αλλά το εξοργιστικό σχετικά με τη στάση του Σαμαρά είναι άλλο: απέφυγε να ενημερώσει λεπτομερώς τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη για τον εν λόγω «Κανονισμό» κι έτσι το θέμα πνίγηκε μες στην όλο και πιο δύσκολη διαμορφωμένη κατάσταση που αντιμετώπιζε η τότε κυβέρνηση. Κι όταν αργότερα, το καλοκαίρι του 1993, δημοσιογράφοι επανέφεραν το θέμα σχετικά με τις τεράστιες ευθύνες του Σαμαρά για τη γένεση του νεώτερου Μακεδονικού ζητήματος, αυτός προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ισχυριζόμενος ότι δεν παρέστη και δεν υπέγραψε το πρωτόκολλο εκείνο! Τα γεγονότα όμως τον διέψευδαν, παρά την απέλπιδα προσπάθεια που έκανε για να αποφύγει την «ταφόπλακα» της πολιτικής του καριέρας…

Και έφτασε έτσι η μοιραία 16η Δεκεμβρίου. Τότε ο Αντώνης Σαμαράς, χωρίς και πάλι να ενημερώσει λεπτομερώς τον πρωθυπουργό, υπέγραψε την τελική πράξη που οδήγησε στην τραγωδία της Γιουγκοσλαβίας.

Διότι η απόφαση εκείνης της ημέρας γέννησε ανέμους και σκόρπισε θύελλες, αφού αμέσως μετά ξεκίνησαν οι τρομερές εχθροπραξίες στον χώρο της πρώην Γιουγκοσλα­βίας και ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος, που κράτησε πάνω από τρία χρόνια, έως και το 1995, και σαν αποτέλεσμα είχε τουλάχιστον 200.000 νεκρούς, πολλαπλάσιους τραυματίες και ξεσπιτωμένους, αλλά και απομάκρυνε ακόμα περισσότε­ρο τα Βαλκάνια από την υπόλοιπη Ευρώπη…

Ειδικά δε για την Ελλάδα, την αποφράδα εκείνη ημέρα γιγαντώθηκε εκ του μηδενός το ζήτημα των Σκοπίων. Οι σπόροι μας ατιμωτικής ήττας και μιας εθνικής ταπείνωσης για την ευρωπαϊκή Ελλάδα από ένα θνησιγενές κρατίδιο, χωρίς υποδομές, χωρίς καμία εθνική συνοχή, με τεράστια οι­κονομικά προβλήματα και απίστευτη ανεργία, ρίχτηκαν εκείνη την ημέρα και με την υπογραφή του Έλληνα υπουργού εξωτερικών, του Αντώνη Σαμαρά…

Ο οποίος ούτε καν ζήτησε την απάλειψη της λέξης «Μακεδονία» από το όνομα των Σκοπίων, χάνοντας έτσι η Ελλάδα μια μοναδική ευκαιρία να κλείσει προς όφελός της ένα πρόβλημα, που αργότερα μεταβλήθηκε σε γάγγραινα για τα συμφέροντα του ελληνισμού…

Κι όμως έκτοτε ο Σαμαράς άρχισε να εμφανίζεται σαν αδιάλλακτος πατριώτης και «Σκοπιανοφάγος»! Ποιος, αυτός που μέχρι τότε καλλιεργούσε ένα υπερπροοδευτικό, σχεδόν διεθνιστικό, πρόσωπο και αποκαλούσε μάλιστα την μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης «τουρκική»!

Αυτός που άφησε να ανοίξουν ανεξέλεγκτα τα ελ­ληνοαλβανικά σύνορα, χωρίς να εξασφαλίσει καμία εγγύηση για τα εθνικά δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, έγινε ξαφνικά μαχητικός εθνικιστής και δεν δεχόταν καμία διαπραγμάτευση για το «ιερό όνομα της Μακεδονίας»…

Η γενικότερη στάση του Αντώνη Σαμαρά στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 υπήρξε απαράδεκτη και προσβλητική προς τον πρόεδρο της κυβέρνησης στην οποία συμμετείχε, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Έγινε κατόπιν γνωστό ότι στα περιθώρια των διαπραγματεύσεων εκείνης της μέρας ο Σαμαράς όχι μόνο δεν συνομίλησε με τον πρωθυπουργό του, αλλά… κρυβόταν επιμελώς, φοβούμενος προφανώς μήπως συμβεί κάτι απρόοπτο που θα του χαλούσε τα σχέδια που προφανώς είχε στο μυαλό του. Αργότερα θέλησε να δικαιολογηθεί για την πρωτοφανή στάση του, να μην έχει δηλαδή άμεση επικοινωνία με τον πρωθυπουργό της χώρας για μείζον εθνικό θέμα, με διάφορα αστεία επιχειρήματα. Είπε π.χ. ότι δεν χρειαζόταν να μιλήσει με τον πρωθυπουργό, διότι οι οδηγίες που είχε λάβει από εκείνον ήταν συγκεκριμένες και δεν υπήρχε λόγος να αλλάξουν (τότε γιατί άραγε γίνονταν α πολύωρες διαπραγματεύσεις;)!… Επίσης, είπε ότι ούτως ή άλλως οι θέσεις του δικαιώθηκαν, άρα όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα (κι όμως το ζήτημα των Σκοπίων ακριβώς τότε διογκώθηκε και χάθηκε το όνομα της Μακεδονίας για τον ελληνισμό…).

Ο Σαμαράς έχτισε έκτοτε την εικόνα του δήθεν ασυμβίβαστου πατριώτη για το όνομα της Μακεδονίας, στηριζόμενος ακριβώς πάνω στη συμφωνία της 16ης Δεκεμβρίου και τον περίφημο «τρίτο όρο», που υποτίθεται ότι εξασφάλιζε τα ελληνικά δίκαια σχετικά με το πρόβλημα που αναδύθηκε.

Ό,τι δεν είχαν ως τότε καταφέρει να κάνουν η αντιπολίτευση ΠΑΣΟΚ-Αριστεράς, οι απεργιακές κινητοποιήσεις, το παραγωγικό σαμποτάζ στην οικονομία, η διεθνής εκστρατεία δυσφήμησης της χώρας και η τρομοκρατία εναντίον της οικο­γένειας Μητσοτάκη, το κατάφερε ο βασικός του συνεργάτης μέσω του «Μακεδονικού». Με αποτέλεσμα την πτώση αργότερα της κυβέρνησης Μητσοτάκη και τη μετατροπή της χώρας σε «δούρειο ίππο» μέσα στη Δύση σκοτεινών υπερδυνάμεων…

Έτσι λοιπόν, ο Σαμαράς στην ενημέρωση του πρωθυπουργού που ακολούθησε παρουσίασε την άσχημη τροπή των πραγμάτων σαν μια «μεγάλη ελληνική νίκη», που οφειλόταν στην πιστή υποτίθεται εφαρμογή των οδηγιών που του είχε δώσει ο Μητσοτάκης. Ο τότε πρωθυπουργός αρχικά απέφυγε να επιπλήξει δημόσια τον υπουργό του, μην θέλοντας επιπροσθέτως να πιστέψει ότι ένας τόσο στενός του συνεργάτης τον εξέθεσε. Αλλά και ο, ανοιχτός σε κάθε ερμηνεία, «τρίτος όρος» λειτούργησε το πρώτο διάστημα καθησυχαστικά για τον Μητσοτάκη και το περιβάλλον του.

Γρήγορα πάντως ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΝΔ κατάλαβε το διπλό παιχνίδι του Σαμαρά. Ήταν όμως δύσκολο να πάρει ριζικές αποφάσεις, δηλ. να τον απομακρύνει απ’ την κυβέρνηση, αφού η περίοδος εκείνη ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη. Ήταν οι μέρες της διεξαγωγής του πρωτο­φανούς σε όγκο συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης και το σύνθημα του πλήθους έπνιξε κάθε φωνή λογικής: «Η Μακεδονία είναι μία και ελληνική»! Ο Σαμαράς απρόσμενα μεταβλήθηκε σε αγαπημένο των μαζών, στον μελλοντικό ηγέτη που θα οδηγούσε την Ελλάδα σε μια σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα»! Οι δυνάμεις που κρύβονταν πίσω απ’ τον Σαμαρά έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση: ο Έλληνας υπουργός των εξωτερικών, ηθελημένα ή μη, έβαλε σε «τροχιά» το μεγάλο γεωπολιτικό τους σχέδιο…

Η Ελλάδα είχε πέσει λοιπόν στην παγίδα. Με όχημα το «Μακεδονικό» έγινε κι αυτή μέρος του βαλκανικού προβλήματος, αντί να αποτελέσει την ήρεμη εκείνη δύναμη, ως η μόνη τότε χώρα-μέλος της ΕΟΚ και του NATO στην περιοχή, που θα πρωταγωνιστούσε στην -πολιτική, οικονομική και κοινωνική- αναδιαμόρφωση του βαλκανικού τοπίου. Η τακτική δηλ. του Αντώνη Σαμαρά να «παίξει» το χαρτί του ζητήματος των Σκοπίων οδήγησε την Ελλάδα σε μια φοβερή γεωπολιτική ανι­σορροπία…

Εξαιτίας της πολιτικής των πατριδοκάπηλων η Ελλάδα παρουσιάστηκε από τα ξένα ΜΜΕ ως μια χώρα σχεδόν τριτοκοσμική και ξενοφοβική, με άκρως επεκτατικές βλέψεις, που επιθυμούσε τη διάλυση και την απορρόφηση του κράτους των Σκοπίων. Άλλωστε ο τότε ηγέτης των Σέρβων, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, πρότεινε στον Έλληνα πρωθυπουργό να μοιράσουν οι δυο χώρες το κρατίδιο και να αποκτήσουν έτσι κοινά σύνορα! [Φυσικά ο Μητσοτάκης απέρριψε ασυζητητί την προβοκατόρικη πρόταση, η οποία φιλοδοξούσε να χύσει λάδι στη φωτιά και να ρίξει την Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή σε φοβερές περιπέτειες… Αντίθετα, την πρόταση Μιλόσεβιτς υποστήριξε έμμεσα ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέ­ας Παπανδρέου]

Εν τω μεταξύ, ο έμπειρος Μητσοτάκης, ένας πολιτικός που πέρασε δια πυρός και σιδήρου (όσο κανένας άλλος σύγχρονος Έλληνας πολιτικός), είχε πλέον καταλάβει πού οδηγούσε η πολιτική Σαμαρά. Αισθανόταν πικραμένος από τη συμπερι­φορά του υπουργού που εμπιστεύθηκε και τόσο στήριξε κατά το παρελθόν.

Η ρήξη ανάμεσα σε «πατέρα» και «γιο» θα ήταν τραγική, μα αναπό­φευκτη…

Την περίοδο εκείνη ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης αντιμετώπιζε πλέον την εχθρική συμπεριφορά, όχι μόνο της αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης Αριστεράς, αλλά και διάφορων εσωκομματικών πτερύγων, που είχαν διαμορφωθεί από καιρό και που ετοίμαζαν το τελικό χτύπημα κατά του αρχηγού τους. Δύο βασικά αντιμητσοτακικοί πόλοι είχαν σχηματιστεί στο εσωτερικό της ΝΔ: Ο ένας είχε ηγέτη τον Μιλτιάδη Έβερτ, τον περίφημο «Μπουλντόζα» των δημοτικών εκλογών του 1986, επικεφαλής του ρεύματος της «λαϊκής Δεξιάς», και ο άλλος τον Αντώνη Σαμαρά, που -αξιοποιώντας στο έπακρο το ζήτημα των Σκοπίων- τέθηκε επικεφαλής των «αβερωφικών» της Νέας Δημοκρατίας, μιας συντηρητικής τάσης εθνικοφρόνων.

Αμφότεροι, Έβερτ και Σαμαράς, άρχισαν πια να στρέφονται ανοιχτά κατά του Μητσοτάκη, προσπαθώντας να πάρει ο καθένας για λογαριασμό του το προβάδισμα στην «κούρσα δρόμου» που οδηγούσε στην ηγεσία της ΝΔ και, πιθανότατα, στην πρωθυπουργία.

Φάνηκαν έτσι και οι δυο αυτοί πολιτικοί μάλλον ανεύθυνοι όχι μόνο απέναντι στον πρόεδρο του κόμματος στο οποίο ανήκαν, αλλά και απέναντι στο 47% του λαού, που είχε δώσει συντριπτική νίκη-εντολή στον Μητσοτάκη, για να αλλάξει την Ελλάδα προς το καλύτερο.

Ιδιαίτερα η ρήξη του πρωθυπουργού με τον Σαμαρά είχε τραγικές διαστάσεις. Ξεκίνησε ήδη από τον Δεκέμβριο του 1991 και ολοκληρώθηκε με δραματικό τρόπο στα μέσα της επόμενης άνοιξης.

Δημιουργήθηκε έτσι ένα πολιτικά αγεφύρωτο ρήγμα, που δεν θα έκλεινε ποτέ. Η σύγκρουση ανάμεσά τους οδήγησε στη διάσπαση της παράταξης και στην ενδεκαετή κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ που ακολούθησε. Η σύγκρουση εξάλλου ευνοούσε τα μέγιστα τον Μιλτιάδη Έβερτ, που έβλεπε τους δυο αντιπάλους του να αλληλοεξουδετερώνονται και ο ίδιος να οδηγείται εκ των πραγμάτων στην καρέκλα του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας…

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα και στον απόηχο του γιγαντιαίου παμμακεδονικού συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε η πρώτη σύσκεψη των πολιτικοί αρχηγών υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας, με τη συμμετοχή και του υπουργού εξωτερικών, στις 18 Φεβρουαρίου 1992. Ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης βρέθηκε έτσι μαζί με τους Ανδρέα Παπανδρέου και τις δύο γυναίκες που έσπασαν το ανδρικό κατεστημένο και ήταν επικεφαλής των κομμάτων της Αριστεράς (Αλέκα Παπαρήγα του ΚΚΕ και Μαρία Δαμα­νάκη του ΣΥΝ) στο τραπέζι των διαβουλεύσεων υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας Καραμανλή, για να συζητηθεί η δυνατότητα χάραξης ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και, ειδικότερα, να βρε­θούν τρόποι αντιμετώπισης του προβλήματος που ανέκυψε με τα Σκόπια. Οι πολιτικοί αρχηγοί δήλωσαν ότι δεν διαφώνησαν καθόλου στον χει­ρισμό του «Μακεδονικού», αλλά προέκυψαν ενστάσεις από τις διαφορετικές θέσεις τους πάνω στα ελληνοτουρκικά θέματα.

Φαινομενικά λοιπόν η σύσκεψη εξελίχθηκε πάρα πολύ καλά τόσο για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα όσο και για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Άλλωστε ο Αντώνης Σαμαράς δεν τόλμησε να εκφράσει ανοιχτά τις όποιες διαφωνίες του και έδειχνε να επανέρχεται σε ηπιότερες θέσεις. Δυστυχώς όμως για τον τότε πρωθυπουργό το χτύπημα ήρθε από αλλού: Την ίδια ημέρα την παραίτησή του υπέβαλε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αθανάσιος Κανελλόπουλος, ένας εκ των σκληρών ενδοκυβερνητικών αντιπάλων του Μητσοτάκη. Χάθηκε έτσι επικοινωνιακά το πλεονέκτημα που απέκτησε η κυβέρνηση σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία για την ίδια.

Δύσκολα κανείς μπορεί να πειστεί ότι δεν ήταν εκ των προτέρων σχεδιασμένη αυτή η ενέργεια, ακριβώς γα να ακυρώσει μα ενδεχόμενη επιτυχία του Μητσοτάκη στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών…

Ο Μάρτιος του 1992 είναι ένας φαινομενικά ήρεμος μήνας, όσον αφορά τουλάχιστον το ζήτημα των Σκοπίων. Στην πραγματικότητα όμως το «καζάνι έβραζε». Άλλωστε ο μήνας αυτός έκλεισε με τον θάνατο ενός σύγχρονου συμβόλου της Μακεδονίας, του κορυφαίου αρχαιολόγου Μανόλη Ανδρόνικου. Εκείνο το χρονικό διάστημα σε συνέντευξή του ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέφερε ότι η ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί αντιφατική πολιτική στο μείζον εθνικό θέμα: Από τη μία η ανένδοτη στάση του Αντώνη Σαμαρά (δεν πρέπει τα Σκόπια να αναγνωριστούν αν στην ονομασία τους περιέχεται ο όρος «Μακεδονία») και από την άλλη η «υποχωρητική» στάση του πρωθυπουργού Μητσοτάκη (τo όνομα δεν έχει και τόση σημασία). Είναι εμφανές ότι η δήλωση αυτή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης βοήθησε εκείνη την ώρα αφάνταστα τον Σαμαρά, που τον παρουσίαζε στα μάτια της απληροφόρητης ελληνικής κοινής γνώμης σαν «ασυμβίβαστο αγωνιστή», που τον πολεμάει ο «κακός» πρωθυπουργός του!

Εν τω μεταξύ, στις 5 Απριλίου 1992, διεξήχθησαν στη Β΄ εκλογική περιφέρεια Αθηνών αναπληρωματικές εκλογές γα την κάλυψη της θέσης του καταδικασθέντος βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρη Τσοβόλα. Το μόνο από τα μεγάλα κόμματα που συμμετείχε ήταν το ΠΑΣΟΚ, το οποίο και έλαβε σημαντικά ποσοστά, παίρνοντας πάνω από 100.000 ψήφους περισσότερες απ’ ότι στις εκλογές του 1990. Η επιτυχία αυτή του ΠΑΣΟΚ, που κατέλαβε εκ νέου την έδρα, θεωρήθηκε απ’ όλους ως μία προειδοποίηση πολλών πολιτών προς την κυβέρνηση, η οποία έμοιαζε άτολμη στα βήματά της και κάθε άλλο παρά εφάρμοζε την πολιτική της. Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι ήταν αδύνατον με τις συνθήκες που τότε διαμορφώθη­καν ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης να εφάρμοζε ένα μικρό έστω μέρος του προγράμματός του…

Φτάσαμε έτσι στη μοιραία δεύτερη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας Καραμανλή, με συμμετοχή και πάλι του Αντώνη Σαμαρά. Ήταν στις 13 Απριλίου 1992, η μέρα κατά την οποία και επισημοποιήθηκε η οριστική ρήξη στη σχέση Μητσοτάκη-Σαμαρά, μια ρήξη που -αν και υπέβοσκε από καιρό- ήρθε απότομα στην επιφάνεια. Ο Σαμαράς παρέμεινε στην αρχή της σύσκεψης και κατόπιν αποχώρησε. Ήταν η τελευταία φορά που θα καθόταν πλάι στον Κώστα Μητσοτάκη…

Μετά το τέλος της σύσκεψης, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την απόφασή του να αποπέμψει τον υπουργό των εξωτερικών και να αναλάβει προσωρινά ο ίδιος το υπουργείο. Ο Σαμαράς αντέδρασε έντονα στην αποπομπή του, αφήνοντας διάφορα υπονοούμενα για την από εκεί και πέρα στάση του.

Αλλά και με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις η συναίνεση ήταν εξαιρετικά εύθραυστη. ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ και ΚΚΕ επέκριναν τους χειρισμούς της κυ­βέρνησης. Μάλιστα τη φορά αυτή το ΚΚΕ διαφο­ροποιήθηκε απ’ όλες τις υπόλοιπες πολιτικές δυ­νάμεις, λέγοντας πως δεν συμφωνεί με τη θέση πως η Ελλάδα πρέπει να αναγνωρίσει το κράτος των Σκοπίων στην περίπτωση μόνο που τηρηθούν και οι τρεις όροι της ΕΟΚ της 16ης Δεκεμβρίου 1991

Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα το ΚΚΕ θα αντιμετωπίζει με τη δική του ιδιαίτερη προσέγγι­ση το ζήτημα των Σκοπίων, ξεφεύγοντας απ’ τη «μέγγενη» των εθνικιστικών εντυπώσεων.

Την επόμενη μέρα της σύσκεψης, στην παραλαβή του υπουργείου εξωτερικών, ο Μητσοτάκης αναγκάστηκε αυτή τη φορά να δηλώσει ότι η συγκυρία των πραγμάτων ήταν που οδήγησε σε αλλαγή της ηγεσίας του υπουργείου. Μέχρι τότε κάλυπτε πλήρως τον Σαμαρά, έστω και για να μην προκαλέσει μία ακόμα πληγή στο σώμα της τόσο ταλαιπωρημένης κυβέρνησής του. Αλλά κι ο Σαμαράς στην παράδοση του υπουργείου δήλωσε με νόημα ότι «ο καθένας γράφει την ιστορία του»… Κι ύστερα έφυγε απελευθερωμένος από το «βάρος» της συμμετοχής του σε μια κυβέρνηση, στην οποία ηγούνταν ο υπ’ αριθμόν ένα πια εχθρός του. Έτσι ξεκινούσε για τον τόπο ένα απίστευτο πολιτικό θρίλερ, με μπόλικο παρασκήνιο, ίντριγκες και προδοσίες…

Μια τρίτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε στις 14 Ιουνίου 1992. Στην τελευταία σύσκεψη εκείνης της περιόδου ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης συμμετείχε και με την ιδιότητα του υπουργού εξωτερικών. Το ΚΚΕ επιβεβαίωσε τη ριζική αλλαγή πορείας του, αφού ήταν το μόνο που δεν προσυπέγραψε το κείμενο της συμφωνίας των πολιτικών αρχηγών, λόγω γενικότερων διαφωνιών (όπως δήλωσε η γραμματέας του, Αλέκα Παπαρήγα). Αλλά και οι υπόλοιποι αρχηγοί της αντιπολίτευσης, ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Μαρία Δαμανάκη, εξέφρασαν και πάλι τις διαφωνίες τους με ορισμένες επιλογές της κυβέρνησης και μάλιστα αντιτάχθηκαν σε πιθανή συμμετοχή της Ελλάδας σε κάποια από τις ειρηνευτικές στρατιω­τικές αποστολές στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Η στάση του προέδρου της δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Καραμανλή, υπήρξε γα πολλούς αινιγματική τον καιρό εκείνο. Ο αυστηρά συντονιστικός ρόλος του στις τρεις συσκέψεις των πολιτι­κών αρχηγών δεν του επέτρεψε να εκφράσει τις σκέψεις του πάνω σ’ αυτό το τόσο κρίσιμο εθνικό ζήτημα. Παρ’ όλα αυτά η γενική εντύπωση ήταν ότι κινούνταν ανάμεσα στις θέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά: Δεν έφευγε δηλ. από το κλίμα του λαϊκισμού και της πατριδοκαπηλίας που είχε δημιουργηθεί στην Ελλάδα εκείνη τη χρονική περίοδο. Άλλωστε τα δάκρυά του στο αεροδρόμιο, όταν και τόνισε βουρκωμέ­νος ότι υπάρχει μόνο μία Μακεδονία κι αυτή είναι ελληνική, υπήρξαν τρανή απόδειξη των αντιλήψεών του πάνω στο «Μακεδονικό» θέμα. Οι εθνικιστικές όμως φωνές κάλυπταν κάθε άλλη άποψη εκείνο τον καιρό, τόσο που ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης αναγκάστηκε να δηλώσει με κάποια δόση πικρίας ότι «σε δέκα χρόνια κανείς δεν θα θυμάται το όνομα της Μακεδονίας»!

Ήταν πια φανερό ότι στο εσωτερικό της Ελλάδας, και σε σχέση πάντα με το «Μακεδονικό», είχαν διαμορφωθεί δύο άκρως αντίθετες μεταξύ τους πολιτικές: Η πολιτική της εθνοκαπηλείας και του ουσιαστικού (και όχι μόνο λεκτικού) αντιδυτικισμού, που περιελάμβανε τόσο το ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά όσο και δυνάμεις της ευρύτερης Κεντροδεξιάς (Σαμαράς, Έβερτ, αλλά και ο πρόεδρος της δημοκρατίας Καραμανλής) και η πολιτική της σύγχρονης, φιλελεύθερης και ευρωπαϊκής, αντιμετώπισης των πραγμάτων, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της χώρας, με μοναδικό ουσιαστικά εκφραστή τον Μητσοτάκη και τον προσκείμενο σ’ αυτόν πολιτικό κύκλο. Πραγματικά, ήταν τεράστιο το βάρος για τον τότε πρωθυπουργό, που είχε αναλάβει τον δυσβάσταχτο φόρτο να οδηγήσει την Ελλάδα στα δύσβατα μο­νοπάτια μιας ολότελα νέας εποχής. Η πολιτική μοναξιά σ’ όλο της το μεγαλείο…

Από εκεί και πέρα ο πόλεμος κατά της κυβέρνησης κλιμακώθηκε. Το ΠΑΣΟΚ, όπως συνήθιζε, ξέχασε γρήγορα τα περί εθνικής συναίνεσης και, εκμεταλλευόμενο το λαϊκό αίσθημα, εξαπέλυσε πλήρη επίθεση κατά του Μητσοτάκη. Έτσι, την ημέρα κατά την οποία ξεκινούσε η αποφασιστικής σημασίας σύνοδος των ηγετών των κρατών-μελών της ΕΟΚ, στη Λισαβόνα, στις 26 Ιουνίου 1992, ο Ανδρέας Παπανδρέου προέβη απ’ τη Θεσσαλονίκη σε εμπρηστικές δηλώσεις με αιχμή το «Μακεδονικό», ένα θέμα που μέχρι πριν λίγους μήνες χαρακτήριζε δημόσια ως… ανύπαρκτο! Η σιωπηρή στάση τόσο του Σαμαρά όσο και των υπόλοιπων αντιμητσοτακικών της ΝΔ ερμηνεύτηκε ως πρώτης τάξης συμμαχία ανάμεσα σ’ αυτούς και το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να ξεμπερδέψουν με τον «ενοχλητικό» Μητσοτάκη

Στη Λισαβόνα, παρά τις αντίξοες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στο ευρωπαϊκό περιβάλλον έναντι της Ελλάδας, ο Μητσοτάκης πέτυχε τελικά να επιβάλει στην κοινή απόφαση των ηγετών των χωρών-μελών της ΕΟΚ τη ρητή αναφορά ότι το νέο κράτος θα αναγνωριστεί μόνο σε περί­πτωση που δεν θα περιλαμβάνεται στην ονομασί­α του η λέξη «Μακεδονία». Ήταν χωρίς αμφιβολία μια μεγάλη προσωπική νίκη του τότε πρωθυπουργού.

Κι όμως η μεγάλη αυτή επιτυχία έμεινε εντελώς ανεκμετάλλευτη και πέρασε στα… ψιλά στο εσωτερικό της Ελλάδας!

Έμειναν μόνο οι κορώνες της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που κάθε μέρα επιτίθονταν σφόδρα κατά του πρωθυπουργού, καταλογίζοντάς του άδικα πράγματα και καταστάσεις που δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα… Τότε ήταν που ο Ανδρέας Παπανδρέου έριξε το σύνθημα ότι ο Μητσοτάκης «πρέπει να φύγει», χαρακτηρίζοντας την ελληνική επιτυχία στη Λισαβόνα ως «άθλιο χειρισμό»!

Αντικειμενικά η αναμφισβήτητη αυτή επιτυχία του Μητσοτάκη έδειχνε αρκετά πράγματα. Έδειχνε καταρχάς ότι απ’ τη στιγμή που ανέλαβε ο ίδιος ο πρωθυπουργός προσωπικά τον τομέα της εξωτερικής πολιτικής μπορούσε να έχει επιτυχίες, που ούτε καν ονειρευόταν ο προκάτοχός του στο υπουργείο. Έδειχνε ακόμα ότι ο Αντώνης Σαμαράς είχε ακολουθήσει μία χωρίς σοβαρό σχεδιασμό γραμμή, ποντάροντας «ατυχώς» σε λάθος συμμαχίες που οδήγησαν το όλο ζήτημα σε αδιέξοδο.

Μάλιστα «ζήτησε και τα ρέστα», κραυγάζοντας ότι τάχα θυσίασε την καρέκλα του για χάρη της Μακεδονίας!

Τις ίδιες εκείνες φοβερά δύσκολες ώρες ο Αντώνης Σαμαράς είχε υποπέσει σε μία παράξενη σιωπή. Δεν σχολίασε καθόλου την απόφαση της Λισαβόνας, αν και μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν ο αρμόδιος επί του θέματος υπουργός. Η σιωπή του Σαμαρά την περίοδο εκείνη μπορεί να ερμηνευτεί μόνο υπό το πρίσμα των όσων ακολούθησαν. Πολύ απλά, ο φιλόδοξος πολιτικός ανέμενε το τέλος του καλοκαιριού, για να συνεχίσει την ε­πίθεση κατά του ανθρώπου που τον ανέδειξε. Ένας νέος κύκλος άνοιγε: Ο Μητσοτάκης έπρεπε να φύγει από την κυβέρνηση…

Τον Αύγουστο του 1992 έγινε μικρής έκτασης ανασχηματισμός της κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης προσπάθησε να δώσει την ώθηση για ένα νέο ξεκίνημα, μετά από δύο μάλλον άκαρπα χρόνια και υπό το βάρος των νέων συνθηκών που επικρατούσαν στην παράταξη: δηλ. την ουσιαστική ανταρσία εναντίον του, που προκαλούσε διαρκώς η εσωκομματική αντιπολίτευση. Το υπουργείο εξωτερικών παραχωρήθηκε σε έναν πολύπειρο και μετριοπαθή πολιτικό, τον Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, ο οποίος ανέλαβε να «βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά», ειδικά στο πρόβλημα με τα Σκόπια.

Δυστυχώς όμως για την κυβέρνηση, εκείνες τις ημέρες του περιορισμένου ανασχηματι­σμού το ζήτημα των Σκοπίων έλαβε δραματική τροπή. Εντελώς αιφνιδιαστικά η Ρωσία αναγνώρισε το νεαρό κρατίδιο ως «Δημοκρατί­α της Μακεδονίας» (με το συνταγματικό του δηλ. όνομα), κάτι που αποτελούσε αναπάντεχη επιτυχία της σκοπιανής διπλωματίας και δυσχέραινε κατά πολύ τα πράγματα για την Ελλάδα. Επίσης, τις ίδιες ημέρες το κοινοβούλιο των Σκοπίων πήρε την απόφαση να καθιερωθεί σαν εθνικό σύμβολο της Δημο­κρατίας αυτής το περίφημο δεκαεξάκτινο α­στέρι, ο «Ήλιος της Βεργίνας», κάτι που η ελ­ληνική πλευρά θεώρησε ως καπηλεία του ε­θνικού της συμβόλου.

Η κατάσταση λοιπόν, παρά τη μεγάλη επιτυχία της Λισαβόνας, έγινε ακόμα πιο περίπλοκη. Πάνω που η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν έτοιμη να «ανασάνει» μετά από πολύ καιρό, νέα χτυπήματα προστέθηκαν στις ήδη υπάρχουσες ανοιχτές πληγές. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Παπανδρέου, δήλωσε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη οδηγεί τον τόπο στην εθνική καταστροφή, ενώ και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Καραμανλής, είπε ότι αυτά που συμβαίνουν στην ελληνική και τη διεθνή ζωή δεν εξηγούνται λογικά … Αλλά ο Σαμαράς, ο άνθρωπος που βρισκόταν στο επίκεντρο του προβλήματος, εξακολουθούσε να κρατά απόλυτη σιγή.

Τότε ήταν που η κυβέρνηση, δια στόματος του νέου υπουργού εξωτερικών, Παπακωνσταντίνου, δήλωσε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να αναγνωρίσει και να βοηθήσει το νέο κρά­τος που σχηματίστηκε στα βόρεια σύνορά της, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα κλέ­βει τα ελληνικά ιστορικά σύμβολα και θα απα­λείψει το όνομα «Μακεδονία» από την επίση­μη ονομασία της. Φάνηκε λοιπόν ότι η ελληνι­κή κυβέρνηση, χωρίς να υποχωρεί στις βασι­κές αρχές της, ήταν πρόθυμη να δεχτεί έναν περήφανο και εξυπηρετικό προς τα ελληνικά συμφέροντα συμβιβασμό. Άλλωστε πρόε­δρος των Σκοπίων τα χρόνια εκείνα ήταν ένας «μαθουσάλας» πολιτικός από την εποχή της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, ο Κίρο Γκλιγκόροφ, που είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να δεχτεί μια σύνθετη ονομασία, μετά βέβαια από σκληρές διαπραγματεύσεις. Κι όμως η ευκαιρία εκείνη χάθηκε για την Ελλάδα. Κι έτσι όλος ο πλανήτης αποκαλεί πια τα Σκόπια ως «Μακεδονία»… Δεν ευθυνόταν όμως ο Μητσοτάκης για τη μοναδική ευκαιρία που χάθηκε, να λυθεί δηλ. το εθνικό θέμα με τρόπο ικανοποιητικό για όλους.

Κι αυτό διότι η εσωκομ­ματική αντιπολίτευση απειλούσε με πτώση την κυβέρνηση, στην περίπτωση που προέ­βαινε σε αμοιβαίο συμβιβασμό με τα Σκόπια…

Την εποχή λοιπόν εκείνη η ηγεσία του γειτονικού κρατιδίου έδειξε διάθεση για διάλογο, προκειμένου να τελειώσει οριστικά η σοβαρή αυτή εκκρεμότητα, που εμπόδιζε τις καλές σχέσεις των δύο λαών. Ακούστηκαν διάφορες πιθανές ονομασίες για τη μικρή χώρα, όλες βέβαια σύνθετες και με το όνομα «Μακεδονί­α» στο συνθετικό τους, όπως: «Σλαβομακεδονία», «Βόρεια Μακεδονία», «Άνω Μακεδονία», «Μακεδονία των Σκοπίων», ακόμα και «Νέα Μακεδονία». Οι ηγέτες των δύο χωρών, πιεσμένοι ασφυκτικά από πληθώρα θεμάτων που ζητούσαν άμεση λύση, αποφάσισαν να «βάλουν νερό στο κρασί τους». Μητσοτάκης και Γκλιγκόροφ ήταν έτοιμοι για το μεγάλο βήμα. Και τότε χτύπησε ο Σαμαράς. Βέβαια αδιάλλακτοι υπήρχαν και στα Σκόπια, όμως αυτοί δεν είχαν το πολιτικό εκτόπισμα ενός πρώην υπουργού εξωτερικών, ούτε και η εκεί κυβέρνηση κρεμόταν κυριολεκτικά πάνω σε μια κλωστή, όπως συνέβαινε με την ελληνική.  Αντίθετα ο Σαμαράς μπορούσε ανά πάσα στιγμή να απειλεί τον Μητσοτάκη με πτώση της κυβέρνησης.

Μετά λοιπόν από ανεξήγητη σιωπή μηνών ο Σαμαράς επανήλθε στο προσκήνιο, δηλώνοντας στα μέσα Οκτωβρίου του 1992 ότι θεωρεί τη διπλή ονομασία κλοπή του ελληνικότατου ονόματος της Μακεδονίας από τους Σκοπιανούς! Κάλεσε μάλιστα την κυβέρνηση να πει ένα ηχηρό «όχι» προς κάθε κατεύθυνση…

Επρόκειτο βέβαια για πολιτικό εκβιασμό προς τον Μητσοτάκη. Ουσιαστικά του έστελνε τελεσίγραφο ότι αν προχωρούσε σε οποιουδήποτε είδους συνεννόηση με τα Σκόπια, θα έριχνε την κυβέρνηση!

Αλλά ο Σαμαράς δεν «ερμήνευσε» καλά τα πράγματα. Δεν έλαβε καθόλου κατά νου ότι η συγκυρία της στιγμής (με τον διαλλακτικό Γκλιγκόροφ στην ηγεσία των Σκοπίων) επέτρεπε έναν σχετικά ανώδυνο συμβιβασμό, που θα έβαζε οριστικό τέλος στους οποιουσδήποτε αστείους μεγαλοϊδεατισμούς από πλευράς των Σκοπίων. Επίσης, η στιγμή ήταν κατάλληλη και για την οικονομική και εμπορική διείσδυση της Ελλάδας στο νέο κρατίδιο, που βέβαια θα δεχόταν κάθε είδους βοήθεια από τον ισχυρότερο γείτονα, προκειμένου να επιβιώσει

Αλλά ο Σαμαράς αγνόησε και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: Ήδη την εποχή εκείνη τα Σκόπια τα είχαν αναγνωρίσει σαν «Μακεδονία» ορισμένες ισχυρές χώρες, άρα ήταν απλά θέμα χρόνου να το πράξουν και άλλες κι έτσι να χαθεί, ντε φάκτο, το «παιχνίδι» για την Ελλάδα…

Φυσικά ο Σαμαράς βρήκε ισχυρό σύμμαχο στο πρόσωπο του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Παπανδρέου. Δήλωσε τότε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ότι η απόφαση της Λισαβόνας ελήφθη επειδή ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε δείξει διάθεση υπαναχώρησης και συμβιβασμού! Δηλ. ο Παπανδρέου όχι μόνο δεν παραδεχόταν καμία επιτυχία του θανάσιμου πολιτικού του αντιπάλου, αλλά με τη δήλωση αυτή έδειχνε βασικά δύο πράγματα: Ότι όντως η απόφαση της Λισαβόνας ήταν θρίαμβος του Μητσοτάκη και ότι τον ίδιο το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η φθορά της κυβέρνησης…

Λίγες ημέρες μετά έφθασε η ώρα της τελικής σύγκρουσης. Είχε συγκληθεί, στις 21 Οκτωβρίου 1992, η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, με βασικό θέμα την πολιτική της κυβέρνησης έναντι των Σκοπίων. Η σύγκληση εξελίχθηκε σε σφοδρότατη σύρραξη ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τον νεαρό αμφισβητία του. Ο Μητσοτάκης είχε αποφασίσει εκείνη την ημέρα να ξεκαθαρίσει μια και καλή το τοπίο, αφού έβλεπε πια καθαρά ότι οι αντίπαλοί του μέσα στο κόμμα δεν τον άφηναν να κυβερνήσει.

Προκάλεσε λοιπόν τον Σαμαρά, λέγοντας ότι τον ίδιο τον ενδιαφέρουν μόνο τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα κι όχι η άσκηση εξωτερικής πολιτικής αποκλειστικά και μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Κατηγόρησε επίσης τους υπονομευτές του ότι του δίνουν συνεχώς πισώπλατα χτυπήματα και κατόπιν έριξε τη μεγάλη «βόμβα»: Αν δεν τον άφηναν να ασκήσει την πολιτική του, ήταν έτοιμος να προσφύγει στον λαό για εκλογές!

Ο Σαμαράς δεν περίμενε την άμεση αυτή τοποθέτηση του πρωθυπουργού. Πίστευε ότι υπό τις δυσμενείς για την κυβέρνησή του συνθήκες ο Μητσοτάκης θα καθίστατο «όμηρός» του, αφού θα φοβόταν να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Έτσι, θα μπορούσε ο Σαμαράς να συνεχίζει να παίζει το «παιχνίδι» του. Διαψεύστηκε όμως παταγωδώς!

Μετά την ξεκάθαρη τοποθέτηση του πρωθυπουργού, δεν του έμεναν πια περιθώρια. Προσπάθησε μάλιστα να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται αυτός για την άσχημη τροπή που πήρε η υπόθεση των Σκοπίων, αλλά ο Μητσοτάκης, που δεν είχε δήθεν καμία πολιτική πρόταση απέναντι στη νεαρή Δημοκρατία. Όταν όμως ο Μητσοτάκης έδειξε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του Σαμαρά κάτω απ’ όλες τις ασύμφορες για την Ελλάδα συμφωνίες της ΕΟΚ, τότε ο πρώην υπουργός εξωτερικών περιέπεσε σε πανικό. Η μόνη οδός διαφυγής του ήταν και πάλι οι «πα­τριωτικές» κορώνες, χωρίς όμως καμία απο­λύτως ουσία…

Ήταν ένας θρίαμβος του Μητσοτάκη. Όλη η κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ (πλην μερικών φίλων του Σαμαρά) στήριξε την κυβέρνηση στην πολιτική της απέναντι στα Σκόπια. Ακόμα και άνθρωποι που «έπνεαν τα μένεα» κατά του πρωθυπουργού, όπως ο Μιλτιάδης Έβερτ αναγκάστηκαν να αποφύγουν εκείνη την ώρα τη σύγκρουση, βλέποντας τρομαγμένοι ότι ο Μητσοτάκης δεν μπλόφαρε: ήταν έτοιμος ακόμα και να παραιτηθεί από το αξίωμά του, να καταγγείλει δημόσια τους υπονομευτές του και να πάει σε πρόωρες κάλπες! Τον Σαμαρά στήριξε τη δύσκολη αυτή στιγμή, ποιος άλλος; Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος δήλωσε ότι ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του δεν μπορούν πια να παραμείνουν στην εξουσία…

Άλλωστε όλοι οι αντίπαλοι του Μητσοτάκη μέσα στη Νέα Δημοκρατία ένιωσαν απόλυτα αιφνιδιασμένοι από την κίνηση του πρωθυπουργού, που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με ψήφο εμπιστοσύνης προς την κυβέρνησή του.

Κανένας λοιπόν δεν βγήκε εκείνη την ώρα να τα βάλει με τον Μητσοτάκη και να στηρίξει τον Σαμαρά. Ειδικά ο Έβερτ φάνηκε μάλιστα να ευνοείται από την τροπή που έπαιρναν πια τα πράγματα.

Την επόμενη μέρα ο Αντώνης Σαμαράς επιχείρησε την «ηρωική έξοδο»: παραιτήθηκε από βουλευτής, δηλώνοντας πως προέβη σ’ αυτή την κίνηση για να μην δημιουργήσει πρόβλημα στο κόμμα και για να μην χάσει αυτό μια πολύτιμη έδρα και διασπαστεί έτσι η ενότητά του!

Δεν πέρασε πολύς καιρός και, σε συνέντευξή του στην τηλεόραση, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Έβερτ, ο βουλευτής Βασίλης Μιχαλολιάκος, κάλεσε τον Σαμαρά στη δημιουργία κοινής σύμπραξης των δύο κορυφαίων πολιτικών κατά του… Μητσοτάκη! Δηλ. δεν μπορούσε πλέον να μείνει κρυφή η πέραν των ορίων αντιπάθεια των εσωκομματικών αντιπάλων του πρωθυπουργού προς τον άνθρωπο, που έφερε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία με το θεαματικό 47%…

Το 1993 μπήκε, αλλά το θέμα των Σκοπίων φαινόταν ότι είχε πια «βαλτώσει» για τα καλά. Λίγες ήταν οι φωνές εκείνες που προειδοποιούσαν ότι η Ελλάδα είχε μόλις χάσει μια εξαιρετική ευκαιρία να επιλύσει άπαξ δια παντός το ακανθώδες αυτό εθνικό ζήτημα. Σκέφτηκε λοιπόν η κυβέρνηση να κάνει την ύστατη προσπάθεια για να βρεθεί μια κάποια λύση, έτσι ώστε να μην κληρονομηθεί το «αγκάθι» αυτό και στις επόμενες γενιές. Χρειαζόταν απαραίτητα μια εθνική συνεννόηση, γι’ αυτό και προτάθηκε η εκ νέου σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας. Όμως το ΠΑΣΟΚ ούτε καν συζητούσε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αρνήθηκε να συμμετά­σχει σε μια τέταρτη κατά σειρά σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών κι έτσι αυτή ματαιώθηκε άδοξα…

Τότε ο Γάλλος πρόεδρος, Φρανσουά Μιτεράν, μια προσωπικότητα διεθνούς κύρους και αποδεδειγμένος φιλέλληνας, πρότεινε να παραπεμφθεί το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων σε διεθνή διαιτησία. Η κυβέρνηση είδε πολύ θετικά την προοπτική αυτή, που και δίκαιη έμοιαζε και διέξοδο στο πρόβλημα έδινε, και απευθύνθηκε στην ηγεσία των Σκοπίων να προχωρήσουν από κοινού σ’ αυτό το βήμα. Ο Κίρο Γκλιγκόροφ όμως κατάλαβε ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει ενιαίο μέτωπο για το θέμα αυτό κι ότι η κυβέρνηση, με την ισχνή πλειοψηφία της στη βουλή, δεν θα άντεχε για πολύ.

Αρνήθηκε λοιπόν κατηγορηματικά την πρόταση για διεθνή διαιτησία και μαζί του συμφώνησαν όλοι οι Έλληνες «υπερπατριώτες»! Για παράδειγμα ο Ανδρέας Παπανδρέου απέρριψε χωρίς δεύτερη κουβέντα την εν λόγω ιδέα, βασίζοντας την άποψή του σε επι­φανειακά επιχειρήματα.

Στις 15 Μαρτίου 1993 ο Σαμαράς επανήλθε, στέλνοντας ένα «τελεσίγραφο» στον πρωθυπουργό, γεμάτο με βαρειά υπονοούμενα. Έκανε λόγο για ενότητα που δεν γίνεται όμως πράξη, για το ποιος πραγματικά εξυπηρετεί τα συμφέροντα της παράταξης, αλλά και για ορθόδοξες θέσεις, που υποτίθεται ότι πρέσβευε ο ίδιος. Η προκλητική επιστολή που απέστειλε στον Μητσοτάκη τελείωνε με την υπαινικτική φράση-απειλή: «Θα απαντηθεί από την ίδια την παράταξη, ποιος εκ των δύο -εσείς ή εγώ- είμαστε υπέρ ή κατά της Νέας Δημοκρατίας»!… Κάποιοι τότε σημείωσαν ότι για πρώτη φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά απεστάλη πολιτικό μήνυμα, διατυπωμένο με τόσο θράσος και αλαζονεία.

Λίγες ημέρες αργότερα ο Μητσοτάκης δέχτηκε άλλο ένα, εντελώς απρόσμενο, χτύπημα με αφορμή το «Μακεδονικό». Στις 27 Μαρτίου 1993 άρχισε συζήτηση στη βουλή με κεντρικό θέμα την ενημέρωση της εθνικής αντιπροσωπείας από τον πρωθυπουργό για τις εξελίξεις στο ζήτημα των Σκοπίων. Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης, που τελικά απορρίφθηκε στις 29 Μαρτίου. Το πρωί όμως της ίδιας ημέρας παραιτήθηκε ξαφνικά από το βουλευτικό αξίωμα ο βουλευτής της ΝΔ και πρώην πρωθυπουργός, Γεώργιος Ράλλης. Ο παλιός συντηρητικός πολιτικός στράφηκε ευθέως κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κατηγορώντας την για ατυχείς χειρισμούς στην υπόθεση των Σκοπίων, ενώ παράλληλα κατηγορούσε και το ΠΑΣΟΚ για την αδιαλλαξία που επιδείκνυε. Έτσι, εξαιτίας της ενέργειας του Ράλλη, ακυρώθηκε η επιτυχία του Μητσοτάκη να απορριφθεί η πρόταση δυσπιστίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης…

Τον άλλο μήνα η κυβέρνηση δέχτηκε ένα ακόμα μεγάλο πλήγμα, που έμελλε να είναι καθοριστικό για το μέλλον της. Ένας πρώην υπάλληλος του ΟΤΕ, ο Χρήστος Μαυρίκης, με στοιχεία που έδωσε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», ισχυρίστηκε ότι διενεργούσε υποκλοπές για λογαριασμό του Μητσοτάκη, παρακολουθώντας κάθε πολιτικό του αντίπαλο. Ο Τύπος για ολόκληρες εβδομάδες ασχολούνταν με το εν λόγω ζήτημα, που αργότερα πάντως κατέρρευσε και ξεχάστηκε γρήγορα… Έκανε όμως τεράστια ζημιά στην κυβέρνηση και ειδικά στην οικογένεια Μητσοτάκη, μιας και ο «αρχικοριός» (όπως έμεινε γνωστός στα ρεπορτάζ της εποχής ο πρωταγωνιστής της υπόθεσης) κατηγόρησε ότι εγκέφαλος της συνωμοσίας ήταν η… Ντόρα Μπακογιάννη!

Φυσικά το ΠΑΣΟΚ και οι αντιμητσοτακικοί της Νέας Δημοκρατίας εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο τη χρυσή ευκαιρία που τους εμφανίσθηκε από το πουθενά. Έκαναν λόγο για «Μητσοτάκη-γκέιτ», κατά το αμερικανικό «Γουότερ-γκέιτ» της δεκαετίας του 1970, και ετοιμάζονταν για την τελική τους αντεπίθεση. Ήταν σαφές ότι ερχόταν ένα «καυτό» καλο­καίρι, ένα καλοκαίρι που θα άλλαζε τους συ­σχετισμούς της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Το «θερμό» καλοκαίρι του 1993

Τις ημέρες που ξέσπασε το σκάνδαλο Μαυρίκη, η Αθήνα φιλοξενούσε τη σύναξη μιας παγκόσμιας «υπεροργάνωσης», ο ρόλος της οποίας στις διεθνείς εξελίξεις είχε από καιρό προσλάβει σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Επρόκειτο για την ετήσια τακτική συνάντηση της περιβόητης λέσχης Μπίλντερμπεργκ, που τη χρονιά εκείνη κράτησε από τις 23 έως τις 25 Απριλίου. Βέβαια τα όσα λέγονται στα πλαίσια των συνεδριάσεων της εν λόγω λέσχης α­ποτελούν κατά πάγια τακτική «επτασφράγιστο μυστικό». Πάντως, το 1993 το κεντρικό θέμα των συζητήσεων ήταν ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ενώ αρκετός χρόνος αφιερώθηκε και στο σκοπιανό ζήτημα. Από ελληνικής πλευράς παρέστη ο πρωθυπουρ­γός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (που χαιρέτησε την έναρξη των εργασιών), ο πρώην υπουργός και βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Θεόδωρος Πάγκαλος, καθώς και μερικοί οικονομικοί.

Ίσως όχι τυχαία, το επόμενο ακριβώς Σαββατοκύριακο, 1 και 2 Μαΐου 1993, συνήλθε στον ίδιο ακριβώς χώρο η διεθνής διάσκεψη για το γιουγκοσλαβικό ζήτημα, με τη συμμετοχή των ηγετών που εμπλέκονταν στο πρόβλημα (όπως του Σέρβου ηγέτη Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και του προέδρου της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης Αλία Ιζετμπέκοβιτς), καθώς και των μεσο­λαβητών του ΟΗΕ, Βανς και Όουεν. Οι δύο μεσολαβητές έθεσαν, στο περιθώριο της διά­σκεψης, σχέδιο επίλυσης του σκοπιανού ζη­τήματος, πιέζοντας έντονα τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη να το δεχθεί. Η ελληνική κυβέρνηση όμως απέρριψε τελικά το σχέδιο.

Την επόμενη ακριβώς ημέρα της διεθνούς διάσκεψης οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις δοκιμάστηκαν έντονα. Έγινε γνωστό ότι συνε­λήφθη στις ΗΠΑ ο Ελληνοαμερικανός Στηβ Λάλας, υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας των Αθηνών. Ο Λάλας αντιμετώπιζε βαρύτατες κατηγορίες για κατασκοπεία υπέρ της Ελλάδας και εις βάρος των ΗΠΑ, κάτι που και ο ίδιος τελικά παραδέχτηκε, καταδικαζόμενος εντέλει σε πολυετή φυλάκιση. Πολλοί ήταν ε­κείνοι που συνέδεσαν τη σκοτεινή αυτή υπό­θεση με τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα.

Άλλο ένα παράξενο περιστατικό συνέβη στις 11 Ιουνίου 1993, στην Αθήνα, μετά τη συνάντηση του πρωθυπουργού Μητσοτάκη με τον Αμερικανό υπουργό εξωτερικών, Γουόρεν Κρίστοφερ. Ο Κρίστοφερ, βγαίνοντας από το πρωθυπουργικό γραφείο και ερωτώμενος α­πό δημοσιογράφο σχετικά με την επικείμενη επίσκεψη του Μητσοτάκη στις ΗΠΑ, δήλωσε αινιγματικά: «Η επίσκεψη συνδέεται με την πιθανότητα εξελίξεων στην Ελλάδα, συνδέεται με τις εκλογές»! Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έ­νιωσαν σοκαρισμένοι απ’ αυτή τη δήλωση, η οποία έγινε αντικείμενο συνωμοσιολογίας και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Τελικά ακολού­θησαν οι διορθωτικές δηλώσεις της αμερικα­νικής πλευράς, ότι δηλ. η ελληνική κυβέρνη­ση είναι εκείνη που αποφασίζει πότε θα γί­νουν οι εκλογές, αλλά η ουσία είναι ότι προκλήθηκε μέγας θόρυβος για μερικά λόγια, που κανένας ποτέ δεν κατάλαβε αν ειπώθη­καν επίτηδες ή αν αποτελούσαν «γκάφα» του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι συνέδεσαν τη δήλωση Κρίστοφερ με τις διεργασίες που πραγματοποιούσε το ίδιο χρονικό διάστημα ο Αντώνης Σαμαράς και το περιβάλλον του για τη δημιουργία νέου κομματικού φορέα. Όλοι αυτοί πίστευαν ότι η δήλωση του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών επέσπευσε τις διεργα­σίες αυτές και επιτάχυνε κατά πολύ τις εξελί­ξεις που έρχονταν με μορφή θύελλας. Όπως και να ‘χουν όμως τα πράγματα, γεγονός πα­ραμένει ότι τελικά η επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ, η οποία προοριζόταν για τον Οκτώ­βριο, δεν έγινε ποτέ. Τον Οκτώβριο άλλος ή­ταν πια ο πρωθυπουργός της Ελλάδας…

Στις 30 Ιουνίου 1993 «ο κύβος ερρίφθη». Ο Αντώνης Σαμαράς αποσχίστηκε απ’ τη Νέα Δημοκρατία και ίδρυσε νέο πολιτικό κόμμα: την Πολιτική Άνοιξη. Η ρήξη ανάμεσα στον ίδιο και τον πολιτικό του ευεργέτη, τον πρωθυ­πουργό Μητσοτάκη, είχε πια ολοκληρωθεί. Α­πέμενε μόνο μια πράξη για να κλείσει ο κύ­κλος: η ανατροπή της κυβέρνησης! Αλλά ο Σαμαράς ορκιζόταν πως δεν ήταν στις προθέ­σεις του να ανατρέψει την κυβέρνηση του 47% των Ελλήνων…

Τι θα συνέβαινε λοιπόν; Ήταν πια πασιφανές ότι από εκείνη τη στιγμή η κυβέρνηση Μητσο­τάκη τελούσε υπό ένα ιδιότυπο καθεστώς «ο­μηρίας». Διότι στηριζόταν κυριολεκτικά στην ψήφο και του «τελευταίου» βουλευτή, άρα θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πέσει θύμα εκβιασμού, με τον κίνδυνο να μην εξαντλήσει τη θητεία της, που έληγε τον Απρίλιο του 1994. Φυσικά το πολιτικά ορθό θα ήταν όλοι οι βουλευτές που στήριζαν τον Σαμαρά και σκό­πευαν να προσχωρήσουν στο νεοϊδρυθέν κόμμα να παραιτηθούν από τη θέση του βουλευτή κι έτσι η Νέα Δημοκρατία να συνεχίσει το υπόλοιπο της κυβερνητικής της θητείας με οριακή έστω αυτοδυναμία. Όμως οι υποστη­ρικτές του Σαμαρά δεν έπραξαν κάτι τέτοιο, δοκιμάζοντας τα νεύρα όλης της φιλελεύθε­ρης παράταξης. Τόνιζαν όμως σε κάθε ευκαι­ρία ότι δεν θα ανέτρεπαν την κυβέρνηση, προφανώς για να αποφύγουν την οργή των οπαδών της ΝΔ.

Ενώ όμως τα έλεγαν αυτά, μυστικές συσκέψεις υπό τον Σαμαρά λάμβα­ναν χώρα. Ο πρόεδρος της Πολιτικής Άνοιξης και οι συνεργάτες του με τρόπο χειρουργικό προετοίμαζαν τον «θάνατο» του Νο 1 εχθρού τους…

Το δραματικό καλοκαίρι του 1993 είχε όμως ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Την επόμε­νη ημέρα από την ίδρυση του κόμματος Σα­μαρά ένας βουλευτής της ΝΔ, ο Δημήτρης Σταμάτης, στενός συνεργάτης του πρώην υ­πουργού εξωτερικών, ανακοίνωσε την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα και την προσχώρησή του στην Πολιτική Άνοιξη. Ήταν φανερό ότι άρχιζε η «αιμορραγία» της Νέας Δημοκρατίας και ο εμπλουτισμός του νέου κόμματος με πρόσωπα που κατείχαν διάφο­ρες θέσεις στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Άλλωστε, την άλλη κιόλας ημέρα, στις 2 Ιου­λίου, αποχώρησε από τον Συνασπισμό ο βου­λευτής Ανδρέας Λεντάκης και δήλωσε ότι στο εξής θα στηρίζει την Πολιτική Άνοιξη. Ήταν αναμφίβολα μια μεγάλη επιτυχία του Αντώνη Σαμαρά, αφού το κόμματου άρχιζε να συγκε­ντρώνει προσωπικότητες πέραν του δεξιού χώρου, αποδεκτές απ’ όλο το κοινοβουλευτι­κό φάσμα.

Να σημειωθεί εδώ ότι εκείνες τις ημέρες, στα τέλη Ιουνίου και τις αρχές Ιουλίου του 1993, οι σχέσεις της Ελλάδας με την Αλβανία γνώ­ριζαν πρωτοφανή όξυνση, λόγω των διώξεων και της καταπίεσης που υφίστατο η ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου. Ο αρχιμαν­δρίτης Αργυροκάστρου Χρυσόστομος Μαϊδώνης απελάθηκε απ’ την Αλβανία με βίαιο τρόπο, κατηγορούμενος απ’ τις αλβανικές αρχές για πολλά και διάφορα.

Σαν απάντη­ση η κυβέρνηση Μητσοτάκη προέβη στην ά­μεση απέλαση χιλιάδων Αλβανών, οι οποίοι εί­χαν περάσει παράνομα τα ελληνοαλβανικά σύνορα και φυσικά έμεναν λαθραία στην Ελ­λάδα. Αλλά ο Σαμαράς δεν είπε κουβέντα για το μείζον ζήτημα που τόσο ξαφνικά προέκυ­ψε, διότι τις ημέρες εκείνες ήταν δοσμένος «ψυχή τε και σώματι» στο κόμμα που είχε στα «σκαριά»…

Το καλοκαίρι εκείνο υπήρξε μοιραίο και για έ­ναν επιπρόσθετο λόγο. Η κυβέρνηση είχε ήδη αποφασίσει να προβεί στην ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, με το κράτος να διατηρεί το 51% των μετοχών, το 35% θα δινόταν σε στρατηγι­κό επενδυτή (στον οποίο θα παραχωρούνταν και η διεύθυνση του οργανισμού), ενώ το υ­πόλοιπο 14% θα μοιράζονταν το επενδυτικό κοινό, οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι του οργανισμού. Το όλο σχέδιο, που την ευθύνη υλοποίησής του ανέλαβε ο υπουργός οικονο­μίας Στέφανος Μάνος, φάνταζε μια εξαιρετι­κή ευκαιρία εκσυγχρονισμού και αξιοποίησης του ΟΤΕ προς δημόσιο όφελος, αφού -συν τοις άλλοις- μ’ αυτόν τον τρόπο ο οργανι­σμός θα έμπαινε από τους πρώτους στον κό­σμο της νέας ψηφιακής εποχής.

Ο Στέφανος Μάνος, παρά τις έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης  είχε την απόλυτη εμπι­στοσύνη και υποστήριξη του πρωθυπουργού. Άλλωστε κι ο ίδιος πάντοτε υπήρξε ένας και­νοτόμος πολιτικός, με επιχειρηματικό πνεύ­μα, του οποίου η χωροταξική πολιτική αν είχε εφαρμοστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1970, είναι βέβαιο ότι η Αθήνα δεν θα αντιμετώπιζε τα τρομακτικά κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά προβλήματα που την μαστίζουν σήμε­ρα…

Με δυο λόγια ο Μάνος ήταν ένας από τους ελάχιστους φιλελεύθερους κι εκσυγχρο­νιστές πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας, του οποίου οι ιδέες σχεδόν συνέπιπταν μ’ εκείνες του Μητσοτάκη.

Το πρόβλημα με τον ΟΤΕ προέκυψε όταν για τις προμήθειές του ενδιαφέρθηκε η εταιρεία Intracom του μεγαλοεπιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη. Πολλοί κατηγόρησαν τότε τον Κόκκαλη ότι προσπαθεί να «καπελώσει» τον ΟΤΕ προς ίδιον όφελος, ενώ είχε ήδη αναλάβει άλ­λα μεγάλα έργα, όπως τυχερά παιχνίδια κτλ. Αλλά και ο Μάνος δεν συμφωνούσε να αναλά­βει τον τηλεπικοινωνιακό εκσυγχρονισμό της χώρας η Intracom, που -συν τοις άλλοις- ή­ταν συνδεδεμένη με τον γερμανικό κολοσσό Siemens. Ο υπουργός έδειχνε να προτιμά σαν στρατηγικό εταίρο του ΟΤΕ την ιαπωνική ε­ταιρεία ΝΤΤ, πιστεύοντας ότι θα προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της χώρας.

Εξάλλου ο Κόκκαλης είχε ήδη πάρει μέρος της «πίτας» της κινητής τη­λεφωνίας, αφού ήταν συνεταίρος με τη βρε­τανική Vodafone, που είχε πάρει τη μία από τις δύο πρώτες άδειες κινητής τηλεφωνίας έ­πειτα από διεθνή διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί.

Οι Μητσοτάκης-Μάνος όμως αντιμετώπισαν απρόσμενες αντιδράσεις. Σύσσωμη η αντιπολίτευση, ΠΑΣΟΚ και Αριστερά, εξαπέλυσαν σκληρή επίθεση στην κυβέρνηση, διαφωνώ­ντας κάθετα στην προοπτική να πωληθεί το 35% του ΟΤΕ σε ιδιώτη και μάλιστα ξένο. Αλ­λά το χειρότερο ήταν άλλο: Μεγαλοστελέχη της Νέας Δημοκρατίας κατήγγειλαν σαν μέγα σκάνδαλο την προσπάθεια μεταβίβασης του 35% του ΟΤΕ σε διεθνή στρατηγικό εταίρο. Ανάμεσά τους ήταν ο Μιλτιάδης Έβερτ, ο Αθα­νάσιος Κανελλόπουλος, ο Σταύρος Δήμας και -φυσικά- ο Αντώνης Σαμαράς…

Ήταν λοιπόν φανερό ότι η πορεία ιδιωτικοποί­ησης του ΟΤΕ που είχε αναγγείλει η κυβέρνη­ση θα οδηγούσε σε ραγδαίες πολιτικές εξελί­ξεις. Άλλωστε ο Μάνος δεν το έκρυβε ότι ο Ο­ΤΕ ήταν μόνο η αρχή: Αν το πείραμα πετύχαι­νε θα επαναλαμβανόταν παντού, σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις! Ήταν μια προοπτική που πανικόβαλλε τους επαγγελματίες συνδι­καλιστές των ΔΕΚΟ και όλους τους «μόνι­μους» του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που είδαν στις ιδέες αυτές το τέλος της εξασφά­λισης και της χαλαρότητάς τους. Κι όμως, πέ­ρασαν τα χρόνια και έγινε κοινώς αποδεκτή τελικά η αντίληψη ότι αν περνούσαν τότε αυ­τά τα φιλόδοξα μέτρα το δημόσιο θα ωφε­λούνταν τα μέγιστα και δεν θα υπήρχαν πια προβληματικές δημόσιες επιχειρήσεις. Οι μελλοντικές γενιές θα είχαν αποφύγει τα τε­ράστια βάρη που τελικά επωμίστηκαν εξαιτί­ας της κακοδιαχείρισης, επί τόσες δεκαετίες, των ΔΕΚΟ…

Την ίδια εποχή ο Μάνος κατέθεσε στη Βουλή ένα ακόμα σοκαριστικό για τους «καρεκλοκένταυρους» του δημοσίου τομέα νομοσχέδιο, το οποίο αφορούσε τη δυνατότητα κατασκευ­ής από ιδιώτες μονάδων παραγωγής ηλεκτρι­κής ενέργειας. Κατά τους οπαδούς του κρατικισμού με τον τρόπο αυτό η ΔΕΗ θα έχανε σταδιακά το μονοπώλιο πώλησης και διανο­μής του ηλεκτρικού ρεύματος, άρα θα γινό­ταν και στον τομέα αυτό μια άτυπη αποκρατικοποίηση. Νέες αντιδράσεις υπήρξαν, βασικά από τη μεριά των «εργατοπατέρων», αφού έ­τσι θίγονταν πολλά κεκτημένα ως τότε συμ­φέροντα…

Αν σ’ όλα αυτά προστεθεί και η περίπτωση της πώλησης της ελληνικής κρατικής τσιμε­ντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ-Ηρακλής στην ιταλική επιχείρηση Καλτσεστρούτσι, που έγινε εκείνη την ίδια περίοδο, τότε φτάνει κανείς μπροστά σ’ ένα εκρηκτικό μείγμα. Την πώληση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο τότε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελ­λάδος, Μιχάλης Βρανόπουλος, ένας τεχνο­κράτης που συμφωνούσε με τη φιλελεύθερη πολιτική των Μητσοτάκη-Μάνου, και ο οποίος δολοφονήθηκε αργότερα από τη 17 Νοέμ­βρη. Τόνοι λάσπης εκτοξεύτηκαν τότε κατά των αρμόδιων για την πώληση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής και ειδικότερα κατά των Μητσοτάκη, Βρανόπουλου και Παλαιοκρασσά (πρώην υ­πουργού οικονομικών και τον καιρό εκείνο Έλληνα επιτρόπου στις Βρυξέλλες). Πρωτα­γωνιστές στις επιθέσεις αυτές υπήρξαν το δημοσιογραφικό συγκρότημα Αλαφούζου (που εξέδιδε την εφημερίδα «Η Καθημερινή» και είχε στην ιδιοκτησία του τον ραδιοφωνικό σταθμό «Σκάι») και ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Ανωμερίτης, που -λόγω του ότι έψαχνε συνεχώς σκάνδαλα του Μητσοτάκη- ονομάστηκε με χιουμοριστική διάθεση… «ο πράσινος Πουαρό»!

Εν τω μεταξύ στον χώρο της Πολιτικής Άνοι­ξης οι διεργασίες ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Στις 4 Αυγούστου 1993 ο βουλευτής της ΝΔ, Νί­κος Κλείτος, καταψήφισε στο θερινό τμήμα της Βουλής τροπολογίες που αφορούσαν το φορολογικό νομοσχέδιο. Η κίνησή του αυτή ερμηνεύτηκε σαν προάγγελος προσχώρησης στην Πολιτική Άνοιξη, κάτι που σύντομα επι­βεβαιώθηκε. Αλλά και στις 10 Αυγούστου 1993 ο Μιλτιάδης Έβερτ καταψήφισε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή το νομο­σχέδιο για τη μερική αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ, που είχε φέρει προς ψήφιση ο Στέφα­νος Μάνος…

Ήταν πια φανερό ότι η κυβέρνηση Μητσοτά­κη «έπνεε τα λοίσθια». Βαριά λαβωμένη απ’ τα χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη, δεν θα άντε­χε για πολύ. Το ΠΑΣΟΚ άφηνε συνεχώς υπο­νοούμενα, μιλώντας για «νονούς συμφερό­ντων» και «ιδιωτικά μονοπώλια» που δη­μιουργούσε η κυβέρνηση, αλλά και για «ξε­πούλημα και καταλήστευση της δημόσιας πε­ριουσίας». Ακόμα και η ιδιωτική συλλογή αρ­χαίων εκθεμάτων του πρωθυπουργού θεωρή­θηκε παράνομη και βαφτίστηκε… «αρχαιοκαπηλεία»!

Φυσικά όλα τα παραπάνω αργότερα κατέρρευσαν, αλλά η μεγάλη ζημιά για την κυβέρνηση είχε ήδη λάβει «σάρκα και οστά»…

Σ’ αυτόν τον τόσο δύσκολο μήνα, τον Αύγουστο του 1993, πραγματοποιήθηκε, έπειτα από πολλά χρόνια, η επίσκεψη στην Ελλάδα του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου και της οικογένειάς του. Ο Κωνσταντίνος περιόδευσε σε αρ­κετά μέρη της χώρας, όπου και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από πλήθη πολιτών. Όμως το γεγονός αυτό είχε βέβαια και πολιτικές πα­ρενέργειες. Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά κατη­γόρησαν προσωπικά τον Μητσοτάκη ότι «παί­ζει» με το πολιτειακό ζήτημα και βοηθά στο να επιστρέψει μόνιμα ο «Γκλύξμπουργκ» (όπως τον χαρακτηρίζουν οι αντίπαλοι του) στην Ελ­λάδα. Η αλήθεια όμως είναι ότι η κυβέρνηση ούτε καν ασχολήθηκε με τις φανταστικές προεκτάσεις που θα μπορούσαν να πάρουν οι διακοπές του Κωνσταντίνου…

Το καλοκαίρι του 1993 αποδείχτηκε κυριολεκτικά «καυτό», λόγω των πολύνεκρων πυρκα­γιών που προκλήθηκαν σε διάφορα σημεία της χώρας, αποτεφρώνοντας μεγάλες δασι­κές εκτάσεις. Στις πλάτες μιας τραυματισμένης και πολυδιασπασμένης κυβέρνησης είχαν συσσωρευτεί πολλά. Ο πρωθυπουργός και αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας γνώριζε άρι­στα ότι ήταν απελπιστικά μόνος στην προ­σπάθεια εκσυγχρονισμού της Ελλάδας. Όλοι ήταν απέναντι του: Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά, το κόμμα Σαμαρά, η εσωκομματική αντιπολίτευση, ακόμα και ο πρόεδρος της δημοκρατί­ας, Καραμανλής. Κανένας απ’ αυτούς δεν ε­πιθυμούσε ριζικές αλλαγές στην Ελλάδα, κα­νένας δεν ήθελε την Ελλάδα της ανάπτυξης, της παραγωγικότητας, της καινοτομίας και της δημιουργίας. Έπρεπε να περάσουν αρκε­τά χρόνια και η Ελλάδα να φθάσει πλέον στο «χείλος της αβύσσου»  για να καταλάβουν αρκετοί ότι εκείνοι που εμπόδισαν τότε τον Μητσοτάκη να εκσυγχρονίσει τον τόπο, ροκά­νισαν ασύδοτα το μέλλον αυτής της χώρας…

Η αποστασία Σαμαρά

Τον Σεπτέμβριο του 1993 η αντιπολίτευση «φόρτσαρε». Ήταν φανερό ότι όλοι βιάζονταν να «τελειώνουν» με τον Μητσοτάκη. Σε δηλώσεις του ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέας Παπανδρέου, από την πρώτη κιόλας μέρα του Σεπτεμβρίου, ούτε λίγο ούτε πολύ κάλεσε τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να α­νατρέψουν την κυβέρνηση, λέγοντας ότι ό­ποιοι απ’ αυτούς θέλουν πράγματι να διαχωρί­σουν τη θέση τους, όφειλαν να το κάνουν με τρόπο που να μην επιδέχεται καμία παρερμηνεία! Με δυο λόγια τούς έλεγε «ή ρίχνετε τον Μητσοτάκη ή σας θεωρώ κι εσάς συνυπεύθυ­νους»…

Την ίδια μέρα παραιτήθηκε ο πρόεδρος του ΟΤΕ, Νίκος Θέμελης, ενώ δύο μέρες μετά, στην επέτειο της 3ης Σεπτεμβρί­ου (για τα 19 χρόνια από την ίδρυση του ΠΑ­ΣΟΚ), το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου αντικατέστησε την περίφημη ιδρυτική του διακή­ρυξη με νέα, που ήταν προσαρμοσμένη στα καινούρια δεδομένα και συμβόλιζε την «ανα­γέννηση του ΠΑΣΟΚ και της χώρας». Όλα πια έδειχναν ότι ήταν θέμα λίγων εικοσιτετραώρων το ξέσπασμα του «μοιραίου», που όλοι α­νέμεναν…

Και πραγματικά, μετά από ένα Σαββατοκύρια­κο έντονων φημολογιών, τη Δευτέρα 6 Σε­πτεμβρίου 1993, ο Αντώνης Σαμαράς έκανε το μεγάλο βήμα, προβαίνοντας στην κάτωθι δή­λωση: «Η Πολιτική Άνοιξη θεωρεί ότι η κατολί­σθηση της χώρας σε εθνικό, οικονομικό, θε­σμικό και κοινωνικό επίπεδο ξεπέρασε πλέον τα όρια του πολιτικού συναγερμού. Και πι­στεύει ότι μόνον η διακοπή ανοχής προς τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να αποτρέψει ε­περχόμενα δραματικά γεγονότα που θα εξω­θούσαν μοιραία σε ακρότητες την κοινωνική ι­σορροπία του τόπου. Κατά συνέπεια καθιστώ δημόσια σαφές προς όλους ότι Άνοιξη και στήριξη της κυβέρνησης αποτελούν δύο αντί­θετες θέσεις που είναι αδύνατον να συνυπάρ­ξουν»…

Αυτό ήταν λοιπόν! Ο Σαμαράς κάλεσε τους προσκείμενους σ’ αυτόν βουλευτές της ΝΔ να αποστατήσουν και να γκρεμίσουν την κυβέρ­νηση! Πολλοί συνέκριναν την πράξη αυτή του Σαμαρά με την αντίστοιχη του Μητσοτάκη το 1965.  Καμία όμως σχέση δεν έχει το ένα με το άλλο. Διότι το 1965 ο Μητσοτάκης δεν ε­νήργησε μόνος του, ούτε έκανε κόμμα για να ανατρέψει τον πρωθυπουργό του, αλλά -μαζί με όλους τους τότε κορυφαίους υπουργούς της Ένωσης Κέντρου- εξέφρασε δημόσια τη διαφωνία του και μάλιστα πίεσε τον Γεώργιο Παπανδρέου να μην προβεί σε παραίτηση. Ε­ξάλλου ό,τι έκανε ο Μητσοτάκης το 1965 το έ­κανε μετά την πτώση της κυβέρνησης, την ο­ποία δεν είχε καθόλου προκαλέσει ο ίδιος. Α­ντίθετα, αν κάποιος προέβη σε «αποστασία» το καλοκαίρι του 1965, αυτός ήταν αναμφι­σβήτητα ο Ανδρέας Παπανδρέου…

Τη μοιραία εκείνη μέρα ο πρωθυπουργός Μη­τσοτάκης αντέδρασε, πραγματοποιώντας την παρακάτω δήλωση: «Ο Αντώνης Σαμαράς έ­κανε απόψε το βήμα προς τη μεγάλη προδοσί­α του 47% του ελληνικού λαού. Γίνεται όργα­νο των αντιπάλων μας και των οικονομικών συμφερόντων των οποίων είναι δέσμιος με σκοπό να πλήξει πισώπλατα την παράταξη που τον δημιούργησε, την ώρα που η σκληρή προσπάθεια τρεισήμισι ετών αποδίδει τους καρπούς της, αδιαφορώντας για τα συμφέρο­ντα της χώρας και του ελληνικού λαού»…

Την άλλη μέρα -κι ενώ η κυβέρνηση (επίσημα τουλάχιστον) δεν είχε ακόμα απωλέσει τη «δε­δηλωμένη» στη βουλή- μεγάλες πολιτικές κό­ντρες ξέσπασαν σ’ όλο το πολιτικό φάσμα. Η κυβέρνηση κατηγόρησε δημόσια τον Αντώνη Σαμαρά ότι είναι συνοδοιπόρος του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, στηρίζοντας την απεγνωσμένη προσπάθεια του τελευταίου να ικανοποιήσει το πάθος του και να ξαναγίνει πρωθυπουργός. Επίσης, η κυβερνητική ανα­κοίνωση έκανε λόγο για μεγάλα διαπλεκόμενα συμφέροντα που καθοδηγούν και υπαγορεύ­ουν τις κινήσεις του Σαμαρά. Η αντίδραση του προέδρου της ΠΟΛΑΝ σ’ αυτές τις επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις ήταν… απειλή με μη­νύσεις!

Την ίδια ημέρα, Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 1993, ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Στέφανος Στεφανόπουλος, στενός φίλος του Σαμαρά, παρέδωσε επιστολή στον πρόεδρο της βου­λής, Αθανάσιο Τσαλδάρη, με την οποία τον ε­νημέρωνε ότι καθίσταται πλέον ανεξάρτητος βουλευτής και αίρει την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση. Έτσι η κυβέρνηση έχασε μία υπερπολύτιμη έδρα και η ΝΔ έμεινε με μόλις 151 βουλευτές, έναν δηλ. παραπάνω απ’ το ό­ριο αυτοδυναμίας… Ο τότε κυβερνητικός εκ­πρόσωπος, Βασίλης Μαγγίνας, κατηγόρησε τον Στέφανο Στεφανόπουλο πως αποφάσισε να ακολουθήσει «τον δρόμο της προδοσίας»…

Και οι δραματικές εξελίξεις συνεχίζονταν. Ή­ταν φανερό ότι ο Σαμαράς και η ομάδα του δρούσαν βάσει αυστηρά προκαθορισμένου σχεδίου και οι κινήσεις τους πάνω στην πολιτική σκακιέρα ήταν συγκεκριμένες και σίγου­ρες. Την άλλη ημέρα, Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 1993, δύο ακόμα βουλευτές της ΝΔ αποχώρησαν από το κόμμα το οποίο τους εξέλεξε και προσχώρησαν στην ΠΟΛΑΝ του Σαμαρά: ο Νίκος Κλείτος και ο Βασίλης Μαντζώρης, αμ­φότεροι στενοί συνεργάτες του πρώην υ­πουργού εξωτερικών. Το σχέδιο Σαμαρά προ­έβλεπε όμως να μην είναι αυτοί που θα ρίξουν την κυβέρνηση (προφανώς για να μην προ­κληθεί σάλος από τον καθημερινό «ακρωτη­ριασμό» που υφίστατο η κοινοβουλευτική ο­μάδα της ΝΔ…), γι’ αυτό και απλά ανακοινώθηκε η παραίτησή τους από το βουλευτικό α­ξίωμα. Έτσι η Νέα Δημοκρατία παρέμεινε μεν με 151 βουλευτικές έδρες, αλλά ήταν βαρύτα­τα τραυματισμένη από τις εξελίξεις.

Την ίδια ημέρα το ΠΑΣΟΚ, πλήρως εναρμονι­σμένο με τις κινήσεις Σαμαρά, χτύπησε διπλά. Πρώτον, προέβη σε σκληρή ανακοίνωση, χρη­σιμοποιώντας ειρωνικά υπονοούμενα, σύμφω­να με τα οποία η κυβέρνηση της ΝΔ ήταν κυ­βέρνηση σε ελεύθερη πτώση, με ανοιχτό μό­νον τον ακριβή χρόνο της τελικής της κατάρ­ρευσης. Και, δεύτερον, ο Ανδρέας Παπανδρέ­ου απέστειλε επιστολές στις ξένες επιχειρή­σεις που ενδιαφέρονταν να γίνουν στρατηγι­κοί επενδυτές στον ΟΤΕ, προειδοποιώντας τες ότι μόλις γίνει κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ θα καταργήσει τον νόμο που επιτρέπει τη μερική αποκρατικοποίηση του εν λόγω οργανισμού. Όταν ήρθε στην εξουσία, όχι μόνο δεν ξαναπήρε τον ΟΤΕ εξ ολοκλή­ρου πίσω στο ελληνικό δημόσιο, αλλά προχώρησε σε μετοχοποίηση (δηλ. σε μερική ιδιωτικοποίηση) του 33% του οργανισμού αυτού! Δηλ «to κρέας το βάφτι­σε ψάρι», κάνοντας ακριβώς τα ίδια για τα οποία κατηγορούσε προηγουμένως με τόσο σκληρό τρόπο την κυβέρνηση Μητσοτάκη…] Με δυο λόγια απειλούσε τους ξένους να μην τολμήσουν να επενδύσουν στην Ελλάδα! Και έπειτα απορεί κανείς γιατί η χώρα μας βρίσκε­ται επί δεκαετίες σε τροχιά υπανάπτυξης και αντιπαραγωγικότητας…

Την άλλη μέρα, Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 1993, έγινε τελικά εκείνο που όλοι με αγωνία περίμε­ναν. Ένας σχετικά άγνωστος βουλευτής, που μάλιστα δεν συγκαταλεγόταν στους στενούς φίλους του Σαμαρά, ο Γιώργος Συμπιλίδης, κατέθεσε στο γραφείο του προέδρου της βου­λής δήλωση, σύμφωνα με την οποία αίρει την εμπιστοσύνη του προς την κυβέρνηση και κα­θίσταται ανεξάρτητος βουλευτής, αποχωρώ­ντας απ’ τη ΝΔ και προσχωρώντας στην Πολι­τική Άνοιξη. Την ίδια ώρα ένας άλλος βουλευ­τής της Νέας Δημοκρατίας, στενός συνεργά­της του Σαμαρά, ο Άκης Γεροντόπουλος, πα­ραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα και προσχώρησε κι αυτός στην Πολιτική Άνοιξη. Πραγματικά το σχέδιο μοίραζε ρόλους και βά­ρη: δύο χτύπησαν την αποφράδα ημέρα της 9ης Σεπτεμβρίου, αλλά μόνο ο ένας παρέμει­νε στη βουλή ανεξάρτητος (ο άλλος απλά… πα­ραιτήθηκε!).

Σοβαρά επεισόδια ξέσπασαν από αγανακτι­σμένους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας κα­τά των δύο βουλευτών. Εξοργισμένοι πρώην ψηφοφόροι του Συμπιλίδη εισέβαλαν στο πο­λιτικό του γραφείο, στο Κιλκίς, προκαλώντας σοβαρές φθορές και φωνάζοντας συνθήματα εναντίον του βουλευτή τους και του Σαμαρά. Αλλά και ο Γεροντόπουλος δέχτηκε επίθεση φίλων της Νέας Δημοκρατίας, μέσα στο κτίριο της βουλής, οι οποίοι μάλιστα τον χτύπησαν και τον έβρισαν, αποκαλώντας τον «προδότη». Βέβαια κανείς λογικός πολίτης δεν δικαιολο­γεί παρόμοιες ενέργειες, ούτε και μπορεί να δώσει ελαφρυντικά στους αυτουργούς τέ­τοιων πράξεων, έστω κι αν εκείνη την ώρα δρουν «εν βρασμώ ψυχής». Πρέπει όμως οπωσδήποτε η παραπάνω συμπεριφορά να συνδεθεί με τα «χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώ­νη», που επί ενάμιση τουλάχιστον χρόνο επέ­φερε ο Σαμαράς, προκειμένου να πετύχει την απαξίωση και την πτώση της κυβέρνησης Μη­τσοτάκη…

Την ίδια ημέρα, 9 Σεπτεμβρίου του 1993, ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης έκανε την ακό­λουθη δήλωση: «Οι πολιτικοί μας αντίπαλοι και τα συμφέροντα που τους στηρίζουν είχαν κάθε λόγο και διάλεξαν αυτή τη στιγμή για να προκαλέσουν κρίση και ανωμαλία. Στόχος τους ήταν να μην προλάβουν οι Έλληνες να δουν και να απολαύσουν τα αποτελέσματα των δικών τους θυσιών».

Πραγματικά, δεν μπορούσε πια να κυβερνήσει ο άνθρωπος που έφερε την παράταξη της ΝΔ στο 47% και στην εξουσία: στηριζόταν πλέον μόνο σε 150 βου­λευτές και ήταν αδύνατο να περάσει το οποιο­δήποτε νομοσχέδιο. Έπρεπε λοιπόν, ως υπεύ­θυνος πολιτικός ηγέτης, να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές…

Την ίδια λοιπόν, ιστορικής πια σημασίας, μέρα έσπευσε να συναντηθεί με τον πρόεδρο της δημοκρατίας, Καραμανλή, στον οποίο και ει­σηγήθηκε τη διάλυση της βουλής και τη διεξα­γωγή πρόωρων εκλογών, προκειμένου η νέα ι­σχυρή κυβέρνηση που θα προέκυπτε να αντιμετώπιζε τα φλέγοντα εθνικά θέματα. Ο πρόε­δρος αμέσως αποδέχτηκε την εισήγηση του πρωθυπουργού και συμφωνήθηκε οι εκλογές να διεξαχθούν την Κυριακή 10 Οκτωβρίου 1993.

Φυσικά το ΠΑΣΟΚ υποδέχτηκε με πανηγυρι­σμούς την εξέλιξη των πραγμάτων. Ο Ανδρέ­ας Παπανδρέου δεν έκρυψε τη χαρά του, δη­λώνοντας τα εξής: «Επιτέλους εκλογές! Επιτέλους θα μιλήσει ο κυρίαρχος λαός! Για καιρό τώρα, για χρόνια, κυβερνά τον τόπο μια μειο­ψηφία, όχι μόνο του λαού, αλλά και, στην ου­σία, της βουλής. Μια κυβέρνηση, η οποία κα­τόρθωσε να οδηγήσει τη χώρα σε πολλαπλά αδιέξοδα».

Τι είχε λοιπόν συμβεί και οδηγήθηκαν τα πράγματα στα άκρα; Τόσα και τόσα γράφτη­καν και τότε και αργότερα για τις δραματικές εκείνες ώρες που πέρασε η Ελλάδα…

Αλλά και ένα αγεφύρωτο χάσμα μπήκε έκτοτε ανά­μεσα στους κεντρικούς πρωταγωνιστές της υ­πόθεσης: στον Αντώνη Σαμαρά και την οικογέ­νεια Μητσοτάκη. Ο πρώτος κατάφερε τελικά να ρίξει την κυβέρνηση από την εξουσία, έστω κι αν έτσι έγινε για την παράταξή του ο «εκπεσών άγγελος». Δεν δίστασε καθόλου ο νεαρός πολιτικός να «ποτίσει φαρμάκι» τον άνθρωπο που τον έβαλε στα «μεγάλα σαλόνια» της πολιτικής…

Απ’ την άλλη μεριά, ο Μητσοτάκης είδε τα πάντα να χάνονται από την αποστασία του Σαμαρά: οι θυσίες τρεισήμισι ετών «πήγαν περίπατο», ενώ -εν μέσω καταιγισμού αντιμητσοτακικής προπαγάνδας των Μ.Μ.Ε.- εξα­σφαλίστηκε η επάνοδος στην εξουσία του Αν­δρέα Παπανδρέου, του ανθρώπου που «σημά­δεψε» την Ελλάδα ολόκληρη τη δεκαετία του 1980.

Η κυρίαρχη εκδοχή, που είδε το φως της δη­μοσιότητας, κάνει λόγο για ανατροπή της κυ­βέρνησης Μητσοτάκη από τα «διαπλεκόμενα» οικονομικά συμφέροντα και μάλιστα εκείνα που σχετίζονταν με την τότε επιχειρούμενη ι­διωτικοποίηση του ΟΤΕ. Η απόσταση του χρό­νου, που μας χωρίζει πλέον από τα γεγονότα εκείνης της εποχής, μας βοηθάει να δούμε τα τότε συμβάντα πολύ πιο καθαρά κι ανεπηρέα­στα από τα πάθη των καιρών. Είναι βέβαιο α­πό την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων ότι σκοπός όλων εκείνων που ξεσήκωσαν τον κό­σμο κατά της μετοχοποίησης του ΟΤΕ, δεν ή­ταν η πορεία του οργανισμού, αλλά η δημιουργία ζητημάτων που θα έφερναν την κυ­βέρνηση σε αδιέξοδο.

Άλλωστε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που ανέλαβε αμέσως μετά, απλά συνέχισε τη γενικότερη πορεία ιδιωτικοποιή­σεων της προκατόχου της και δεν διαφορο­ποιήθηκε απ’ αυτήν παρά μόνο σε μερικές ασήμαντες λεπτομέρειες

Φυσικά άλλα είχε υ­ποσχεθεί στον λαό πριν τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1993, όμως εντελώς διαφορετικά έπραξε…

Αλλά και κανένας από τους κρατικιστές εκεί­νους της ΝΔ, που «για ψύλλου πήδημα» δη­μιουργούσαν φοβερά προβλήματα στην κυ­βέρνηση Μητσοτάκη, δεν βρέθηκε να πει κου­βέντα για τη μετέπειτα πολιτική των ιδιωτικο­ποιήσεων που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (τόσο του Ανδρέα Παπανδρέου όσο και του Κώστα Σημίτη). Τι συνέβη λοιπόν; Έγι­ναν ξαφνικά όλοι αυτοί, που αντιμάχονταν τον Μητσοτάκη μέσα στη ΝΔ, οπαδοί του ΠΑΣΟΚ; Ή μήπως ανακάλυψαν ξαφνικά τα πλεονεκτή­ματα των αποκρατικοποιήσεων και εγκατέλει­ψαν τις προηγούμενες, σοβιετικού τύπου, α­πόψεις τους; Ούτε το ένα συνέβη, δυστυχώς, ούτε το άλλο. Απλά είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: να προκαλέσουν τον πολιτικό θάνατο του Μητσοτάκη!

Κι αυτό, επειδή μόνο ο Μη­τσοτάκης απ’ όλους τους ηγέτες της Μεταπολίτευσης πίστευε πραγματικά στον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας…

Χρόνια μετά μάθαμε ότι η κοινοπραξία που έμεινε έξω απ’ τον εκσυγχρονισμό του ΟΤΕ (χάνοντας τη νευραλγική θέση του στρατηγικού επενδυτή του οργανισμού) συνέβαλε αποφασιστικά στην πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, εκμεταλλευόμενη τις κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά. Πρώτα βέβαια είχε αποστείλει τελεσίγραφο στον πρωθυπουργό, ο οποίος όμως περήφανα δήλωσε: «Αν είναι να μας ρίξουν γι’ αυτό το πράγμα, ας μας ρίξουν»! Η ξεκάθαρη στάση του Μητσοτάκη προκάλεσε την οργή του εγκέφαλου, που οργάνωνε το όλο σχέδιο, ενός εγκέφαλου που από τη θέση του παλαιότερα σε μεγάλη υπηρεσία πληροφοριών του ανατολικού συνασπισμού είχε μάθει πολύ καλά την τέχνη του εκβιασμού και της παραπληροφόρησης.

Έπρεπε λοιπόν ο Μητσοτάκης να «τελειώνει». Και μάλιστα μια και για πάντα. Δεν έπρεπε ούτε πρωθυπουργός να ξαναγίνει, ούτε και να καταλάβει ξανά άλλο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα. Εμποδίστηκε έτσι κατά τα επόμενα χρόνια η άνοδός του στη θέση του προέδρου της δημοκρατίας, θέση που κατέλαβαν ορισμένοι αποτυχόντες πολιτικοί, που ούτε καν για απλούς βουλευτές δεν τους είχε ψηφίσει ο λαός!…

16 ολόκληρα χρόνια πέρασαν από την πολιτική προδοσία Σαμαρά και την ολική επαναφο­ρά του Ανδρέα Παπανδρέου στις εκλογές του 1993. Ήταν πάλι Οκτώβριος, αυτή τη φορά του 2009, όταν -κατά σατανική σύμπτωση την ημέρα της ίδρυσής της- η Νέα Δημοκρατία υ­πέστη, υπό την ηγεσία του Κώστα Καραμανλή του νεώτερου, τη μεγαλύτερη ήττα της ιστορί­ας της. Και τότε, ύστερα από την παραίτηση του απερχόμενου πρωθυπουργού, στις μνή­μες όλων των Ελλήνων ξύπνησε και πάλι η κό­ντρα του 1993. Αντώνης Σαμαράς και Ντόρα Μπακογιάννη βρέθηκαν αντιμέτωποι στη διεκ­δίκηση της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας!

Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Η Ντόρα ξεκίνησε ως φαβορί και πραγματικά ήταν: δεν υπήρχε σε όλο το φάσμα της Κεντροδεξιάς τέτοια προσωπικότητα, διεθνούς κύρους, που να εμπνέει σεβασμό κι εμπιστοσύνη. Γρήγορα όμως ο σκοτεινός εγκέφαλος, που έριξε την κυβέρνηση του πατέρα της, ενεργοποίησε όλα του τα αντανακλαστικά. Κινητοποίησε ορατές κι αόρατες δυνάμεις, οι οποίες στήριξαν τον Σαμαρά και, τελικά, κατάφερε να τον κάνει αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας! Κάτι που κανείς δεν θα πίστευε λίγους μόλις μήνες προηγουμένως, είχε γίνει εφιαλτική πραγματικότητα. Η ΝΔ ήταν πλέον στα πρόθυρα μιας νέας διάσπασης… Τι ειρωνεία λοιπόν: ο ίδιος άνθρωπος κατάφερε για δεύτερη φορά μέσα σε 16 χρόνια σοβαρότατο πλήγμα στην οικογένεια Μητσοτάκη…

Τα δραματικά για την Ελλάδα γεγονότα της περιόδου εκείνης κορυφώθηκαν και έλαβαν τέλος με την εκλογική διαδικασία της 10ης Οκτωβρίου 1993. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ η Νέα Δημοκρατία βρέθηκε αρκετές ποσοστιαίες μονάδες πίσω. Η Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά κατάφερε να καταλάβει την τρίτη θέση, με το 5% περίπου των ψήφων. Μετά την ανακοίνωση του εκλογικού αποτελέ­σματος, ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να παραιτηθεί από την ηγεσία της ΝΔ σε περίπτωση ήττας του κόμματος και -τον επόμενο μήνα- νέος πρόεδρός της εξελέγη ο Μιλτιάδης Έβερτ. Ήταν μια κίνηση, για την οποία αργότερα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δήλωσε ότι ήταν ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό του σφάλμα…

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 10ης Οκτωβρίου 1993 γύρισε την Ελλάδα πίσω στο παρελθόν…

Στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση βρέθηκαν ξανά δυνάμεις, που προωθούσαν την εξάρτηση της χώρας από τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά και τη δολοφονία κάθε επιχειρηματικής και παραγωγικής καινοτομίας…

Η Ελλάδα παρέμεινε, δύο ολόκληρα χρόνια μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, το τελευταίο «σοβιετικό παρακράτος» της Ευρώπης.

Κρίση και άλυτα προβλήματα ήταν η κληρονομιά που θα άφηναν οι ανεύθυνες πολιτικές δυνάμεις της εποχής εκείνης στις μελλοντικές γενιές…

(Μία πολιτικοϊστορική έρευνα του δρα Ησαΐα Κωνσταντινίδη)

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK

TOP LINE

ΕΜΒΟΛΙΑ COVID> Στο 98% η θνησιμότητα για άτομα με υποκείμενες ιατρικές παθήσεις. Eμβολιασμός-φιάσκο και για τους υπόλοιπους [Truth or Fiction> Vaccines Protect Against Hospitalization & Death]
Τι είναι το Μοντέλο Αντηχητικής Αναγνώρισης (RRM) που χρησιμοποιεί η δανέζικη εταιρία βιοτεχνολογίας στην οποία επένδυσε ο Novak Djokovic
-Αγαπητέ κε Πρωθυπουργέ, ιδού γιατί με το πρόστιμο του υποχρεωτικού εμβολιασμού οδηγείτε τη χώρα στην αγκαλιά του Πολάκη και του Τσίπρα. Ο ρόλος της εργαστηριακής πανδημίας [Δημοσκόπηση Prorata]
Η 3η δόση
ΒREAKING> Οι εργαζόμενοι στα Starbucks δεν απαιτείται πλέον να εμβολιάζονται κατά του COVID-19
Side Effects> H Eυρωπαική Ένωση καταγράφει πλέον επίσημα τις παρενέργειες των εμβολίων COVID-19 και τα νέα δεν είναι καθόλου καλά…
[VIDEO] Eντείνεται η φημολογία για στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στο έδαφος της Ουκρανίας. Διαρροές για πραξικοπήματα (!) σε χώρες της Ευρώπης
[VIDEO]> H 24χρονη Γεωργία εξιστορεί όσα έζησε στον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο
Tι συμβαίνει στον πλανήτη; Προσφυγή στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για πολυάριθμες παραβιάσεις του Κώδικα της Νυρεμβέργης ενώ ο Εβραίος δικηγόρος Aaron Siri που έφερε στο φως τα ντοκουμέντα των παρενεργειών του εμβολίου της Pfizer έχει καταγραφεί ήδη στην Ιστορία
TΗΕ LANCET> Θρίλερ στη Νότιο Αφρική με 7 υγιείς νέους Γερμανούς που είχαν κάνει 3 δόσεις και βρέθηκαν με Omicron! Η 3η δόση γεννάει την Omicron;
O Boris Johnson απελευθερώνει το Ηνωμένο Βασίλειο από την τυραννία των πιστοποιητικών εμβολιασμού και σπέρνει το σαράκι της αμφιβολίας για το ρόλο της Ε.Ε. Κόμμα ετοιμάζει πασίγνωστος Έλληνας επιχειρηματίας
The greatest cover-up in human history;