Είχε βραδιάσει όταν ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος έµπαινε στον σιδηροδρομικό σταθµό Gare de Lyon του Παρισιού. Το ηµερολόγιο γράφει 30 Ιουλίου 1920.
Μόλις δύο εικοσιτετράωρα νωρίτερα, έχει υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών, στο ομώνυμο νοτιοδυτικό προάστιο της γαλλικής πρωτεύουσας, που επικύρωνε και τυπικά την ειρήνευση µεταξύ της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας και της χώρας µας, δηµιουργώντας, βάσει των εδαφών που αποκοµίζαµε, την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, µια αναµφισβήτητη διπλωµατική επιτυχία. Τώρα, µετά τις πολύωρες κοπιαστικές διαπραγµατεύσεις, είχε έρθει η ώρα να πάρει το τρένο της επιστροφής. Θα τον πήγαινε µέχρι τη Μασσαλία και από εκεί µε πολεµικό πλοίο θα αναχωρούσε για Πειραιά.
Τη στιγµή που επιχειρεί να επιβιβαστεί στην αµαξοστοιχία, εµφανίζονται δύο άγνωστοι σ’ αυτόν άνδρες και τον σηµαδεύουν µε τα περίστροφά τους. Πυροβολούν εναντίον του δέκα φορές! Από θαύµα δεν καταφέρνουν να τον σκοτώνουν. Προλαβαίνει να πέσει κάτω για να προστατευτεί. Τραυµατίζεται ελαφρά µονάχα, στον ώµο και λίγο πιο κάτω στο χέρι. Οι δράστες επιχειρούν να διαφύγουν, αλλά συλλαµβάνονται επιτόπου από τις Αρχές. Από την εξέταση των στοιχείων που θα ακολουθήσει, προκύπτει ότι πρόκειται για δύο Ελληνες βασιλόφρονες απότακτους αξιωµατικούς. Τον υποπλοίαρχο Απόστολο Τσερέπη και τον υπολοχαγό του Μηχανικού Γεώργιο Κυριάκη.
Ένας εκ των δύο επίδοξων δολοφόνων του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο υποπλοίαρχος Απόστολος Τσερέπης, σε µεταγενέστερη αφήγησή του, το 1978, ανέφερε για το περιστατικό: «Ήµασταν καλοντυµένοι (σ.σ. εννοεί αυτός και ο Γεώργιος Κυριάκης) και κανείς δεν µας υποπτεύθηκε. Σε λίγο ο Βενιζέλος φάνηκε να περνά µαζί µε τον Ρωµανό, τον πρεσβευτή Κοροµηλά και µερικούς άλλους. Ο Κυριάκης βιάστηκε και πυροβόλησε χωρίς να περιµένει να σταθεί ο Βενιζέλος. Του έριξε δύο σφαίρες, η µία τον πήρε στο χέρι. Ο Κυριάκης εξουδετερώθηκε αµέσως. Εµένα δεν µε υποπτεύθηκε κανείς. Ετσι έβγαλα το πιστόλι µου για να πυροβολήσω, αλλά ο Βενιζέλος ήταν τριγυρισµένος από φίλους και αστυνοµικούς. Πυροβόλησα στον αέρα για να τους σκορπίσω. Ο πρόεδρος έµεινε µόνος και άρχισε αµέσως να τρέχει σκυφτός προς το βάθος του σταθµού όπου βρίσκονταν µερικά µεγάλα δέµατα µε µπαµπάκι και αποσκευές των επιβατών για φόρτωµα. Σχεδόν ανενόχλητος άρχισα να τον καταδιώκω και του έριξα τρεις σφαίρες. Από αυτές η µία τον τραυµάτισε ελαφρά. Τότε µε εξουδετέρωσε ένας Γάλλος αστυνοµικός».
Η είδηση της απόπειρας δολοφονίας κατά του πρωθυπουργού θα γίνει γνωστή στην Αθήνα το µεσηµέρι της 31ης Ιουλίου 1920, προκαλώντας έντονη συγκίνηση, θλίψη και οργή, µια και οι πρώτες πληροφορίες είναι συγκεχυμένες, µε κάποιους να µιλούν ακόµη και για θάνατο του Βενιζέλου. Ο ψίθυρος «σκοτώσανε τον Βενιζέλο στο Παρίσι» θα µεταδοθεί σαν σπινθήρας από τη µια µέχρι την άλλη άκρη της πρωτεύουσας. Ενα πλήθος από φιλοβενιζελικούς οπαδούς, κυρίως παρακρατικοί, βγαίνει στους δρόµους µε ρόπαλα και λοστούς, ζητώντας εκδίκηση. Αρχικά επιτέθηκαν σε όλες τις αντικυβερνητικές εφηµερίδες καταστρέφοντας τα τυπογραφεία και τον εξοπλισµό τους. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στα σπίτια και στις επιχειρήσεις πολιτικών αντιπάλων και γνωστών οπαδών του εξόριστου βασιλιά. Προκαλούν ζηµιές ακόµη και στο θέατρο της συντρόφου του Ιωνα ∆ραγούµη, της ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη. Η ερµηνεύτρια, ακούγοντας τις φωνές, σταµατάει την πρόβα. Για να προστατευτούν από τον όχλο, φεύγουν µε ένα µικρό αµάξι µάρκας Ford που διέθετε ο Ιων. Αφού περνάνε µε δυσκολία το µπλόκο που έχει στήσει η βενιζελική φρουρά στην περιοχή των Αµπελοκήπων, φθάνουν στο σπίτι τους στην Κηφισιά.
Ο 42χρονος, γιος του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου ∆ραγούµη, παίρνει τη µοιραία όπως θ’ αποδειχθεί στη συνέχεια απόφαση να ξανακατέβει στην Αθήνα. Η Κοτοπούλη από ένστικτο του ζητάει να µην το κάνει. Του προτείνει να περιµένει µέχρι να ηρεµήσουν τα πράγµατα, αλλά αυτός δεν ακούει. Σύµφωνα µε τον δηµοσιογράφο Φρέντυ Γερµανό που είχε ερευνήσει τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, πρόθεση του «Ιδα», όπως ήταν το ψευδώνυµο µε το οποίο υπέγραφε τα λογοτεχνικά του κείµενα, ήταν να πάει στο περιοδικό του που έφερε τον τίτλο «Πολιτική Επιθεώρηση» και να γράψει ένα κείµενο που θα καταδίκαζε την απόπειρα εκτέλεσης του Βενιζέλου, ώστε να καταλάγιαζε το κύµα βίας.
Ετσι, παίρνει το αµάξι και ξανακατεβαίνει την Κηφισίας. Στο ύψος των Αµπελοκήπων, λίγο πριν τη διασταύρωση µε τη σηµερινή λεωφόρο Αλεξάνδρας, τον σταµατά µια οµάδα ενόπλων που ανήκε στο ειδικό σώµα προστασίας του Βενιζέλου, υπό τη διοίκηση του Παύλου Γύπαρη, προσωπικού φρουρού του πρωθυπουργού. Τον συλλαµβάνουν και τον οδηγούν στον στρατώνα του τάγµατός του. Η ώρα πρέπει να ήταν περασµένες τρεις το µεσηµέρι. Στο προαύλιο του στρατώνα τον αντικρίζει ο ίδιος ο Γύπαρης. Οι δυο τους γνωρίζονταν από τον Μακεδονικό Αγώνα. Ο αξιωµατούχος διατάζει την οπλισµένη φρουρά να οδηγήσει τον αιχµάλωτο στο φρουραρχείο. Κατά τη διαδροµή, ένας λοχίας τρέχει βιαστικά στον επικεφαλής του αγήµατος και του ψιθυρίζει κάτι στ’ αυτί. Με το που το ακούει, ζητάει από τους στρατιώτες του να σταµατήσουν και τους λέει «εδώ, εδώ», υποδεικνύοντας το σηµείο που θα τον εκτελούσαν επιτόπου! Στήνουν τον ∆ραγούµη στον τοίχο. Εκείνος, ζητά ένα τσιγάρο. Οι ένοπλοι, κάνουν τέσσερα βήµατα πίσω και αδειάζουν τα όπλα τους πάνω του.
Η εφηµερίδα «Σκριπ», µετέφερε τη µαρτυρία του Ρώσου συνταγµατάρχη Ιγκορ Λεµπέντιεφ, ο οποίος, περιµένοντας το τραµ, παρακολούθησε τυχαία τη δολοφονία ενός ανθρώπου στα Ιλίσια, όπως είπε στον συντάκτη της εφηµερίδας, χωρίς να γνωρίζει ότι πρόκειται για το στέλεχος του Λαϊκού Κόµµατος, Ιωνα ∆ραγούµη.
Η αφήγηση είχε ως εξής: «Περί την 4ην απογευµατινήν ανέµενον µεθ’ οµάδος εκ τριών ή τεσσάρων προσώπων την άφιξiν του τραµ, παρά την γωνίαν της λεωφόρου Κηφισίας και της οδού Ιωάννου Παπαδιαµαντοπούλου, πλησίον του υπ’ Αριθµ. 907 στύλου των ηλεκτρικών συρµάτων. Την προσοχήν µου επέσυρε οµάς στρατιωτικών αγόντων εν συνοδεία έναν πολίτην καλού παρουσιαστικού και βαδίζοντος µετά πολλής αξιοπρέπειας. ∆εξιόθεν και αριστερά αυτού εβάδιζον δύο στρατιώται, δεκάς δ’ ετέρων στρατιωτών είπετο εκ του σύνεγγυς. Πάντες έφερον τυφέκια. Μόλις το απόσπασµα επλησίασεν εις τον υπ’ Αριθµ. 905 στύλον του τραµ, µετέβαλε κατεύθυνσιν προς τα αριστερά και εσταµάτησε παρά το πεζοδρόµιον, άφησαν τον αιχµάλωτον πολίτην επί του πεζοδροµίου, εις απόστασιν τεσσάρων περίπου βηµάτων. Οι στρατιώται, αφού εσταµάτησαν, επυροβόλησαν: ερρίφθησαν υπ’ αυτών περί τους δέκα πυροβολισµούς. Ουδέν πρόσταγµα ηκούσθη. Ο πυροβοληθείς πολίτης έπεσε άπνους, χωρίς να βγάλη κραυγήν, χωρίς να είπη τι».
Στον αντίποδα οι φιλοβενιζελικές εφηµερίδες παρουσίασαν µια διαφορετική εκδοχή του γεγονότος. Στη δεύτερη έκδοση της «Εµπρός» υπήρχε κείµενο στην τέταρτη και τελευταία σελίδα µε τίτλο «Πώς εφονεύθη ο Ιων ∆ραγούµης», που ανέφερε τα εξής: «Κατ’ επισήµους πληροφορίας ο θάνατος του Ιωάννου ∆ραγούµη εγένετο ως εξής: Επανερχόµενος ούτως εκ Κηφισσίας επ’ αυτοκινήτου όπου κατάτινας πληροφορίας είχε συνοδεύσει την δίδα Μαρίκαν Κοτοπούλη, και ενώ διήρχετο εις τους Αµπελοκήπους, παρά την έπαυλην Θων συνελήφθη υπό οµάδος πολιτών, απειλούντων να τον λυντσάρωσι. Προς σωτηρίαν του έσπευσε περίπολος στρατιωτών του τάγµατος Ασφαλείας. Τον πρώτον πλησιάσαντα αυτόν εκ των στρατιωτών, ο ∆ραγούµης απεπειράθη να πυροβολήση διά πιστολίου, αλλ’ ο στρατιώτης προλάβων τον ελόγχισε. Μετά τινα λεπτά µεταφερθείς εις το Β’ Στρατιωτικόν Νοσοκοµείον απέθανε. Εκείθεν µεταφέρθη εις το Νεκροταφείον». Ο «Ριζοσπάστης», που ξανακυκλοφόρησε στις 9 Αυγούστου, αφού αποκαταστάθηκαν οι ζηµιές από την επίθεση που δέχθηκαν τα γραφεία του, ανέφερε τα ακόλουθα: «Παρά τας ποικίλας µυθιστορηµατικάς εκδόσεις των βενιζελικών εφηµερίδων περί των λεπτοµερειών της δολοφονίας του ∆ραγούµη, αυτό το αποτέλεσµα των ανακρίσεων εµφανίζει τους συνοδεύσαντες αυτόν στρατιώτας ως τους πραγµατικούς φονείς του. Πράγµατι ο δυστυχής ∆ραγούµης, συλληφθείς ενώ κατήρχετο επ’ αυτοκινήτου εκ Κηφισσίας και παραδοθείς εις έναν λοχία της ασφαλείας και στρατιώτας όπως οδηγηθή -άγνωστον διατί πεζή- εις το φρουραρχείον, εσφάγη υπ’ αυτών καθ’ οδόν». Στην κηδεία του ∆ραγούµη δεν ήταν η σύντροφός του Μαρίκα Κοτοπούλη, αφού για µερικές ηµέρες οι φίλοι του ζευγαριού δεν της έλεγαν την αλήθεια, καθώς ανησυχούσαν για την εύθραυστη ψυχολογική της κατάσταση.
Μόλις ο Ελευθέριος Βενιζέλος ενηµερώθηκε για το θλιβερό γεγονός στην κλινική του Παρισιού που νοσηλευόταν τραυµατίας από τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του, έγινε έξαλλος. ∆εν πίστευε ότι οι οπαδοί του θα έφταναν σε αυτό το σηµείο. Τηλεγραφεί αµέσως στον πατέρα του θανόντος: «Μανθάνω µετά της πλέον οδυνηράς συγκινήσεως το δυστύχηµα το οποίον σας πλήττει και σας παρακαλώ, καθώς και την οικογένειάν σας, να δεχθήτε την έκφρασιν της βαθείας µου συµπαθείας. ∆εν δύναµαι να λησµονήσω τας υπερόχους υπηρεσίας τας οποίας ο υιός σας προσέφερεν από της νεότητός του προς την Πατρίδα. Ετρεφον ανέκαθεν την ελπίδα, ότι εν τω µέλλοντι θα ηδύνατο να παράσχη και πλέον επιφανείς εισέτι. Ο φρικώδης θάνατός του µε βυθίζει εις λύπην».
Τα πνεύµατα ηρέµησαν κάπως µονάχα µετά την άφιξη του Βενιζέλου στην Ελλάδα. Στις 25 Αυγούστου η Βουλή των Ελλήνων τον ανακηρύσσει µε ψήφισµά της «ευεργέτη και σωτήρα της Πατρίδος». Την επόµενη µέρα θα συζητηθεί στην Εθνοσυνέλευση µεταξύ άλλων και η δολοφονία του ∆ραγούµη, όπου η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων θα επιχειρήσει να ψελλίσει µια έµµεση και µόνο συγνώµη. Αναζητώντας τα πρακτικά εκείνης της ηµέρας (συνεδρίασις ΟΒ’ της 26ης Αυγούστου 1920) βρήκαµε ότι ο πρόεδρος της Βουλής και µετέπειτα πρωθυπουργός Θεµιστοκλής Σοφούλης είχε πει µεταξύ άλλων τα εξής: «[…] ∆υστυχώς όπως υπήρξε τραγικός ο θάνατός του, υπήρξε τραγική εν µέρει και η ζωή του, ήτις δεν ηδυνήθη να περιφρουρήση και να κρατήση την ψυχήν του απρόσιτον εις τα στιγµιαία πάθη των κοµµατικών αγώνων».
Οταν µάλιστα ο πρόεδρος του Κόµµατος Προοδευτικής Ενώσεως, Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος, πρότεινε να συνταχθεί ψήφισµα και να εκδοθεί ανακοίνωση του Σώµατος «εις την οικογένειαν του µεταστάντος και διά του οποίου να εκφράζωµεν την λύπην ηµών την βαθυτάτην διά τον τρόπον µε τον οποίον εφονεύθη και συγχρόνως ήθελον παρακαλέση την Κυβέρνησιν να γνωρίση προς την Βουλήν τίνα µέτρα ελήφθησαν για την ικανοποίησιν του δικαίου και της κοινής γνώµης», ο πρόεδρος της εθνικής αντιπροσωπείας το ξέκοψε απότοµα µε µία και µόνο φράση: «Η λύπη της Βουλής εξεφράσθη ήδη κ. βουλευτά».
Γεώργιος Σαρρής/ΕΘΝΟΣ





