kourdistoportocali.comMagazineΒερμόντ, Νιού Χαμσάιρ, Ρόμπερτ Φροστ και φτηνά τσιγάρα

Γράφει η Αλεξάνδρα Τσόλκα

Βερμόντ, Νιού Χαμσάιρ, Ρόμπερτ Φροστ και φτηνά τσιγάρα

Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο περπατημένο, κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά

Όλα είναι αλλιώς

-«… σ’ ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ, πήρα τον δρόμο τον λιγότερο περπατημένο, κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά…»

-Βερμόντ, Νιού Χαμσάιρ, Ρόμπερτ Φροστ και φτηνά τσιγάρα-

Γράφει η Αλεξάνδρα Τσόλκα

Σ αυτή την αχανή χώρα, όλα είναι αλλιώς! Όχι μόνο, ο ουρανός, που  μοιάζει σα να σαι σε ένα τεράστιο θόλο κλεισμένος, σε μια γυάλινη σφαίρα από αυτές που αν τις κουνήσεις ρίχνει απαλό χιόνι -και το ρίχνει συχνά! Και το πρωί είναι ροζ, ο ουρανός και το βράδυ μωβ θλιμμένο. Όχι, η θάλασσα που μοιάζει τόσο μεγάλη, ώστε να σε φοβίζει η βοή της και τα χρώματα της είναι γκρι ξασπρισμένο και κάποτε μανιασμένο καφέ. Όχι η φύση της, μόνο, με τα τεράστια ποτάμια να κυλούν ήρεμα και απειλητικά στην υδάτινη μεγαλοπρέπεια του όγκου τους και στα αιώνια, τεράστια δάση.

Είναι και που εδώ οι ταμπέλες σε προειδοποιούν ότι η άσφαλτος που οδηγείς είναι πέρασμα για ελάφια, αγριογούρουνα, κροκοδείλους και αλιγάτορες προς τη Φλόριντα ή για αναβάτες με τα άλογα τους!

Είναι που και στο κόκκινο φανάρι μπροστά σου, εσύ στρίβεις δεξιά χωρίς να σε αγγίζει και που στις πλατείες έχει προτεραιότητα αυτός που είναι μέσα και όλοι οδηγούν από τα παιδιά στα 16 του χρόνια, μέχρι μια κυρία στη γειτονιά ετών 95 που κάθε πρωί μαρσάρει για να πάει για ψώνια και στη πισίνα να κάνει τις ασκήσεις της.

Και όταν περνάει σχολικό εσύ κοκκαλώνεις και σε απόσταση, αλλιώς εμφανίζεται πάντα η αστυνομία και αν πέσεις σε «ρούκι» που χει αναδουλειά, την έβαψες! Φυσικά λόγω τεράστιων αποστάσεων και μεγέθους, σχολικά αυτοκίνητα έχουν και τα δημόσια σχολεία! Και το κόκκινο αμάξι που σταματά δίπλα σου στο φανάρι έχει στη διαπασών ισπανική ραπ και ο Λατίνος οδηγός του σου χαμογελά και αποκαλύπτει μια σειρά χρυσά πάνω δόντια! Κανείς δε κοιτά τι φοράς και πως δείχνεις! Φοιτητές με πιτζάμα και σαγιονάρες φορεμένες με κάλτσες ή με μπουφάν και βερμούδα, στους -12 βαθμούς Κελσίου, πάνε, έτσι, το πρωί για μάθημα! Α! Και ναι μετράνε αποστάσεις με μίλια και ύψος με πόδια, ενώ ζυγίζουν με λίμπρες και υπολογίζουν το καιρό σε βαθμούς Φαρενάιτ και όχι Κελσίου. Ακόμα και τις ημερομηνίες τις γράφουν με πρώτο τον μήνα, δεύτερη τη μέρα και τη χρονολογία, όπως εμείς, οι Ευρωπαίοι πλην Εγγλέζων, στο τέλος.

Τα επώνυμα μας είναι γλωσσοδέτης και η προφορά μας αγαπημένο τους αστείο! Αλλά από την άλλη, για τους Έλληνες πιστεύουν πως έχουμε την ωραιότερη χώρα στο κόσμο -ε και γιατί να το κρύψουμε άλλωστε!- και πως είμαστε τουλάχιστον εφάμιλλοι του Αριστοτέλη και Πλάτωνα. Αυτοί, τουλάχιστον οι Αμερικανοί, που γνωρίσαμε εμείς στην καθημερινότητα, η μεσαία τάξη των εργαζομένων, στην άκρη των «μπλε κολάρων» και στην αρχή των «λευκών», όπως διαχώρισε την εργατική τάξη κάποτε ο  συγγραφέας Upton Sinclair.

Στα Πράσινα Βουνά, σύνορα με Καναδά

Και μετα είναι σα στιγμιότυπα από ταινία, οι στιγμές, σα να τρυπάς το πλάνο και να μπαίνεις μέσα. Βερμόντ! Σύνορα με Καναδά! Η γαλλική κάποτε, αποικία, Monts Verts, δηλαδή πράσινα βουνά, γνωστή για το φυσικό της τοπίο, τα χιονοδρομικά της, τον Μπέρνι Σάντερς, το Μάντσεστερ που είναι όλο άουτλετ, όπου ξύλινα σπίτια, στο «Βερμόντ στιλ», σα ζωγραφιστά φιλοξενούν όλες τις αμερικανικές μάρκες -και μερικές Ιταλικές- σε τιμές απίθανες για τα ελληνικά μας δεδομένα. Ο χαμός από κόσμο γίνεται στο Κίλινγκτον, το χιονοδρομικό κέντρο, που συνδυάζει κάτι από αλσατική αρχιτεκτονική και αμερικανική άπλα. Όλα τα χωριά είναι σα μικροί παράξενοι από την ειδυλλιακή τους φύση, πίνακες. Ξύλινες γέφυρες σκεπαστές, από παλιά, βαμμένες συχνά σε έντονα χρώματα, ενώνουν τις όχθες του Κονεκτικατ, σε μέγεθος τέτοιο ώστε να χωράει μια άμαξα.

Τα δέντρα το φθινόπωρο είναι κατακόκκινα, τα ποταμιά τους γεμίζουν το καλοκαίρι από όσους κάνουν σπορ με κανό, ενώ το χιόνι καθιστά το Βέρμοντ το πρώτο προορισμό για τους Νεοϋορκέζους, που έχουν εδώ εξοχικά ή καταφεύγουν στους παραδοσιακούς ρομαντικούς ξενώνες. Φυσικά δε λείπουν τα Χίλτον και τα Σέρατον, αλλά όσο να ναι τη πολυτέλεια της θερμαινόμενης πισίνας, της χωμένης μέσα μέσα στο χιόνι θα τη βρεις ακόμα και στα μοτέλ, εκείνα που στις ταινίες, δίνουν στέγη στους φυγόδικους και στους επαναστάτες. Η πρωτεύουσα, το Μονοπελιέ, είναι η μικρότερη πρωτεύουσα πολιτείας, αλλά πιθανόν και η πιο όμορφη, όλες τις εποχές του χρόνου. Στο Μπράντμπορο, ένα βράδυ, στο Marina, χτισμένο σχεδόν μέσα στο ποταμό Κονέκτικατ, για θαλασσινά, τα φώτα κλείνουν. Ο χώρος φωτίζεται από τα πυροτεχνήματα για τον εορτασμό του νέου χρόνου, που κάποιος ρίχνει, έτσι, ώστε να φεγγίζουν πάνω από τα σαν ακίνητα νερά του ποταμιού. Κόκκινο και ασημί και δύσκολο μπλε και πράσινο και χρυσό και ομπρέλες και βροχή και ξαφνικά αρχίζει και ένα χιόνι βιαστικό και απαλό για να συμπληρώσει το σκηνικό. Όλοι κάθονται στα τραπέζια τους, ακίνητοι, μες στο σκοτάδι κοιτάζοντας τον ουρανό. Ο καλλιτέχνης των πυροτεχνημάτων τελειώνει μέσα σε μια πανδαισία από όλα τα χρώματα. Σιωπή και σκοτάδι. Μετα από λίγα λεπτά λεπτά όλη πόλη ακούγεται να χειροκροτεί. Με δυο κόκκινους φακούς, εκείνος δείχνει από μακριά σα να υποκλίνεται. Μια, δυο, τρεις φορές! Τα φώτα ανάβουν πάλι. Η ζωή συνεχίζεται.

Στο ξενοδοχείο και στο θέατρο του Λάτση

Ένα παρκινγκ δημόσιο που οι άνθρωποι γράφουν ευχές και ζωγραφίζουν στους  τοίχους. Κάποιος λέει σε δυο εφήβους να συνεχίζουν να χορεύουν στις πλαγιές του βουνού. Κάποιος άλλος αποχαιρετά έναν ζωγράφο, που ζούσε, κάποτε, κάπου εκεί. Ένα ξενοδοχείο με φινέτσα παλλαϊκή και ένα θέατρο, με θεωρεία και ζωγραφιστούς τοίχους. Λάτσης! Δεν έχει σήμερα θίασο, αλλα παίζει την Μαίρη Πόπινς. Τα παιδιά κάνουν ουρά, για να μπουν να δουν την επιστροφή της νταντάς με τις μαγικές ιδιότητες. Και φυσάει ένας αέρας, που λες και θα σκορπίσει όλες τις άλλες γκουβερνάντες για να κατεβεί από τον ουρανό η Μαίρη, που αγαπά που τα παιδιά, με τη βοήθεια της μαγικής της ομπρέλας. Μικρά μαγικά βιβλιοπωλεία με χρησιμοποιημένα βιβλία, διαβασμένα και αγαπημένα. Μια μικρούλα κόκκινη πόρτα και μέσα βάθος με στοίβες τις εκδόσεις κατά είδος και χαμένη πίσω τους, μια χαμογελαστή γυναίκα που ρωτά τι ψάχνεις. Τίποτα, μωρε! Κοιτάς! Κοιτάς, κοιτάς και φεύγεις, τελικά, με παλιά έκδοση για τη ζωή της Πάμελα Λύντον Τράβερς, της Αυστραλέζας συγγραφέως και ηθοποιού, που αφού γύρισε με έναν Σαιξπηρικό θίασο, στις αρχές του 19ου αιώνα τον αγγλόφωνο κόσμο, πέθανε στην Αγγλία, γράφοντας εκεί τα 6 βιβλία της Μαίρη Πόπινς, αλλά και ποιήματα και διηγήματα. Στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο, μάλλον Τιτάνια από το «Όνειρο θερινής νυκτός», κοιτά περήφανα και λίγο αλαζονικά έναν αόρατο και πεθαμένο πια φακό, κάτω από υπέροχα τόξα ζωγραφιστών φρυδιών, βέβαιη πως ήξερε το μυστικό για μια αθανασία, εφάμιλλή των αερικών που συναντούσε στη σκηνή.

Να και εικονογραφημένη η ζωή του Ντίσνεϊ. Και -χαλάλι- ένα νέο βιβλίο, αλλά με έκπτωση 20%. Hope never dies. An Obama biden mystery, παρακαλώ! Έξω, ένας πίνακας με ανακοινώσεις. Όλοι κάτι πουλάνε, ζητάνε, η νοικιάζουν. Και ένας Λουκ αναζητά ένα κορίτσι με κόκκινο καπέλο και να τον ψάξει, που κάθε Τέταρτη θα ναι στο μπαρ, στην δεξιά όχθη στο ποτάμι, εκεί που την είχε δει και είχαν μιλήσει. Εκείνο το ξύλινο, που γύρω του τα βράδια καίνε φωτιές στο μπαλκόνι και μέσα δε βρίσκεις τραπέζι με τίποτα! Α! Ρε Λουκ! Αισθηματία σε κόβω και αυτοί, και στα δυο ημισφαίρια, καλή τύχη δεν έχουν αγόρι μου! Ένα βράδυ στην πέτρινη εκκλησιά, από τις πρώτες στο Πράσινο Βουνό, εγκαταλειμμένη πια από εκκλησίασμα, μια συναυλία ροκ σε live streaming. Ημιφορτηγά σταματάνε από έξω. Καουμπόικα καπέλα και χίπικες φούστες και πόντσο πλεκτά. Μπύρες και χοροί κατάμονοι. Το συγκρότημα δε το ξέρω. Μου το λένε. Δε το θυμάμαι. Πεσμένα στο μαρμάρινο έδαφος φωσφοριζέ βραχιολάκια πράσινα και πορτοκαλί, μαρκάρουν το σκοτάδι. Τα πέτρινα σκαλιά γλιστράνε από το χιόνι που πάγωσε στην νύχτα. Άνθρωποι καπνίζουν και γελάνε, με μουσική υπόκριση το ροκ – καουντρι ήχο πίσω τους. Και μοιάζει, για μια στιγμή, ο χρόνος να μην υπάρχει, η εμείς να υπήρχαμε πάντα, εδώ…

«Live Free or Die»

 Νιου Χαμσάιρ. Η μικρότερη πολιτεία των ΗΠΑ με έμβλημα της ένα άλλο «ελευθερία ή θάνατος», αγγλιστί «Live Free or Die». Εδώ έχει Έλληνες από το 1893 και ελληνικές εκκλησίες. Εδώ έχει και φτηνά -φτηνότερα τέλος πάντων- τσιγάρα σε σχέση με τις άλλες πολιτείες και ακριβώς στα όρια της, αγοράζουμε κάτι κούτες. Εδώ ο Ρόμπερτ Φροστ, που έγραψε με την γλώσσα των απλών ανθρώπων της Νέας Αγγλίας, τα αριστουργήματα του, βρήκε καταφύγιο σε μια φάρμα μεταξύ Βερμόντ και Νιου Χαμσαιρ, ύστερα από θανάτους, φτώχεια, δυστυχίες, παρα το Pulitzer και την ανακήρυξη του στον μεγαλύτερο θρύλο των αμερικάνικων γραμμάτων. Πέθανε σ αυτή τη φάρμα το 1963, που τώρα είναι αξιοθέατο για τουρίστες. Στέκονται όλοι ακίνητοι και σιωπηλοί, στην καλύβα του, μέσα στον οπωρώνα με μηλιές που είχε φυτέψει κάποτε ο ίδιος, απομακρυσμένα από το σπίτι, που σαν ερημίτης κλείνονταν και έγραφε, λες και ακόμα κάτι ετοιμάζει και θα ενοχληθεί. Τουριστικό αξιοθέατό είναι ακόμα και το μέρος που πραγματικά βρίσκεται και αναπαύεται, το Παλαιό Κοιμητήριο του Μπένινγκτον, στο Βερμόντ.

Πιο κάτω η Μασαχουσέτη, «The spirit of America», είναι άλλος ένας δρόμος, για να πάρεις, μέσα σε μια απόλυτα χαμένη ελευθερία επιλογής και απόφασης.  Σαν σ εκείνο το διάσημο, με τις τόσες ερμηνείες ποίημα του Φροστ, «Ο δρόμος που δεν πάρθηκε». Εκεί, που ο ποιητής στέκεται σε μια διχάλα και έχει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο μονοπάτια που έχουν περπατηθεί πολύ και από πολλούς. Διαλέγει τον έναν δρόμο από αυτούς και υπόσχεται ότι κάποια στιγμή θα πάρει τον άλλο, αν και ξέρει ότι αυτό δεν θα συμβεί ποτέ και πως επιστροφή, δεν υπάρχει. Παρηγορώντας και λιγάκι κοροϊδεύοντας τον ίδιο του τον εαυτό του, λέει πως στο μέλλον θα ξαναδημιουργήσει την σκηνή λέγοντας ότι πήρε τον δρόμο τον λιγότερο περπατημένο! Και… «… Σε κάποιο τόπο θα το λέω μετά από καιρό, αναστενάζοντας χρόνια και χρόνια μετά:

Πως σ’ ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ πήρα τον δρόμο τον λιγότερο περπατημένο, κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά».

Στρίβουμε λοιπόν, δεξιά… άλλωστε -τα είπαμε!- και κόκκινο να ναι το φανάρι επιτρέπεται…

SHARE

Περισσότερα

MORE MAGAZINE