kourdistoportocali.comMagazineΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ 17Ν για Μπακογιάννη>Tι έγραφε ο Κουφοντίνας για Πειραική-Πατραική, Χαλυβουργική και Λάρκο

Αθήνα 9-10-89

ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ 17Ν για Μπακογιάννη>Tι έγραφε ο Κουφοντίνας για Πειραική-Πατραική, Χαλυβουργική και Λάρκο

Τι απαντούσε στο Ακου Ενοπλε Σύντροφε του Γιώργου Βότση

Δύο προκηρύξεις είχε στείλει η 17Ν για την δολοφονία Μπακογιάννη. Η πρώτη στις 18-9-89 και η δεύτερη στις 9-10-89.

1989-09-18 Μπακογιάννης

Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ
Αθήνα 18-9-89
ΑΡΧΙΣΕ Η ΚΑΘΑΡΣΗ
Στις 3 Ιούλη αμέσως μετά τη δημιουργία της κυβέρνησης Τζανετάκη, σε ανακοίνωση μας στον τύπο υποστηρίζαμε: «η στήριξη και συμμετοχή του Συνασπισμού σε μια κυβέρνηση ΝΔ με πραγματικό κέντρο εξουσίας το Μητσοτάκη, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές απάτες σε βάρος της εργατικής τάξης και του λαού μας. Οι 850.000 ψήφοι που δόθηκαν δήθεν για την κάθαρση και υπέρ του α’ ή β’ τύπου σοσιαλισμού, υποκλέπτονται για να στηρίξουν από την πίσω πόρτα μια κυβέρνηση των απατεώνων της ΝΔ που βαρύνονται για σκάνδαλα και απάτες εξίσου αν όχι βαρύτερα απ’ αυτό του Κοσκωτά, όπως αυτό των προβληματικών, όπου μια χούφτα πολιτικών της ΝΔ και καπιταλιστών έκλεψαν ένα τρισεκατομμύριο σε σημερινές δραχμές από τη χώρα.
»Ούτε ένας απ’ τους ψηφοφόρους της βάσης του Συνασπισμού δεν πιστεύει ότι η ΝΔ μπορεί να κάνει “κάθαρση” και η βάφτιση αυτής της κυβέρνησης σε κυβέρνηση “κάθαρσης” αποτελεί μέρος του όλου εμπαιγμού και της εξαπάτησης των ψηφοφόρων».
Δύο μήνες μετά, τα πράγματα έχουν πια ξεκαθαρίσει. Ενώ υποτίθεται ότι ο λόγος αυτής της κυβερνητικής συνεργασίας ΝΔ-Συνασπισμού, καθώς και ο διακηρυγμένος στόχος της είναι η κάθαρση και η τιμωρία των ενόχων για το σκάνδαλο Κοσκωτά, η ΝΔ ανακοινώνει «εκλογές» για τις 5 Νοέμβρη το αργότερο, ενώ γνωρίζει ότι δεν υπάρχουν τα χρονικά περιθώρια για να γίνουν οι δίκες των κατηγορούμενων —δίκες που είναι οι μόνες που στα σίγουρα αναστέλλουν την παραγραφή — κι ενώ υποτίθεται ότι η κυβέρνηση αυτή έγινε για να ανασταλεί η παραγραφή και να δικαστούν οι υπεύθυνοι.
Το περιορισμένο όμως χρονικά διάστημα των τριών, τεσσάρων μηνών ήταν δεδομένο όταν η ΝΔ και ο Συνασπισμός αποφάσιζαν να σχηματίσουν αυτή την κυβέρνηση «κάθαρσης». Κατά συνέπεια ΝΔ και Συνασπισμός εξαπάτησαν και εξαπατούν χυδαία το λαό αφού οδηγούν στην παραγραφή των εγκλημάτων, στην ατιμωρησία των υπευθύνων χωρίς καν να κρατάνε τα προσχήματα.
Οι πάντες σήμερα έχουν αντιληφθεί ότι το σημερινό κοινοβουλευτικό νταβαντούρι για τα σκάνδαλα δεν έχει καμιά σχέση με την «κάθαρση» και την τιμωρία. Ότι γίνεται για δυο λόγους. Πρώτον για να εκτονωθεί κάπως η λαϊκή αγανάκτηση και δεύτερο και κυριότερο για να προκηρυχθούν και να διεξαχθούν εκλογές με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ υπόδικη ώστε να κερδίσει η ΝΔ την αυτοδυναμία στη Βουλή. Αυτοδυναμία με την οποία θα μεθοδεύσει την πλήρη παραγραφή, την ατιμωρησία των ενόχων. Κανένας απολύτως υπεύθυνος για το σκάνδαλο Κοσκωτά δεν πρόκειται να τιμωρηθεί, επιβεβαιώνοντας έτσι απόλυτα όσα έχουμε υποστηρίξει από καιρό ότι ούτε η Δικαιοσύνη, ούτε η Βουλή, ούτε οι εκλογές, κανένας απ’ τους σημερινούς θεσμούς δεν μπορεί να κάνει κάθαρση και εξυγίανση του σάπιου και διεφθαρμένου καθεστώτος.
Παράλληλα έχει αρχίσει μια εκστρατεία συστηματικής ψευδολογίας και παραπλάνησης των εργαζομένων, σχετικά με τα οικονομικά προβλήματα, που στοχεύει απ’ τη μια στο ν’ αποκρύψει την πορεία προς την παραγραφή κι απ’ την άλλη στο να προετοιμάσει το έδαφος για την αυριανή συναίνεση της αριστεράς στην άγρια λιτότητα που θα εφαρμόσει η νέα κυβέρνηση. Έτσι οι πάντες μας βομβάρδισαν με τα ελλείματα του Δημοσίου και την αναγκαιότητα περιορισμού τους χωρίς βέβαια να μας πουν την αλήθεια: ότι το κύριο, θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι τα ελλείμματα του Δημοσίου —παρ’ ότι είναι ψηλά και είναι ένα απ’ τα προβλήματα— αλλά η απουσία των παραγωγικών επενδύσεων, με υπερσύγχρονη τεχνολογία, σε ορισμένους κλάδους της βιομηχανίας στους οποίους θα μπορούσαμε νάχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, σ’ όλη τη 15ετή μεταπολίτευση, δηλαδή τόσο στην Καραμανλική επταετία, όσο καί στην Παπανδρεϊκή οκταετία. Η απουσία αυτών των επενδύσεων δεν ήταν συνέπεια της απουσίας πόρων αλλά αντίθετα της καταλήστευσης τους απ’ τους μεγαλοκαπιταλιστές της χώρας.
Για να γίνουμε κατανοητοί θα δώσουμε ένα και μόνο παράδειγμα. Είναι το παράδειγμα της Πειραϊκής-Πατραικής που ανάφεραν θρασύτατα —αφού στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί— που διαστρέβλωσαν, αναποδογύρισαν κάνοντας τη μέρα νύχτα, οι απατεώνες αλλά και καραγκιόζηδες Μητσοτάκης και Παπακωνσταντίνου. Ανάφεραν ότι η Πειραϊκή-Πατραϊκή στην Ελλάδα έχει 15 δις ετήσιο έλλειμμα ενώ το εργοστάσιο της στη Δυτική Γερμανία με το 1/8 του προσωπικού και 40% του κύκλου εργασιών έχει κέρδη 6 εκατομμύρια μάρκα το χρόνο, θέλοντας να δείξουν την ασύγκριτη ανωτερότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Όλως τυχαίως όμως και οι δυο λησμόνησαν να μας πουν πώς δημιουργήθηκαν αυτές οι δυο επιχειρήσεις στην Ελλάδα και στη Γερμανία, θα τους θυμίσουμε λοιπόν αυτά που κρύψανε και που κανένας απ’ τους δήθεν «εκπροσώπους» της εργατικής τάξης δεν τόλμησε ν’ αναφέρει.
To 1975 επί κυβέρνησης Καραμανλή, η Πειραϊκή-Πατραϊκή πραγματοποιεί επένδυση για δήθεν εκσυγχρονισμό 900 εκατομμυρίων δραχμών. Απ’ αυτό το ποσό τα 550 εκατομμύρια είναι της ΕΤΒΑ, δηλαδή δωρεάν χρηματοδότηση του Δημοσίου και δάνειο (αγύριστο, τα σημερινά χρέη) με επιδότηση επιτοκίου. Ανταγωνιστές της Πειραϊκής-Πατραικής που επιζητούσαν δάνειο από καιρό διαμαρτύρονται και φέρνουν ειδικούς απ’ την Ευρώπη που εξετάζουν τον «εκσυγχρονισμό» και δηλώνουν ότι η συνολική επένδυση δεν ξεπερνάει τα 350 εκατομμύρια. Δηλαδή μόνο απ’ αυτή την περίπτωση οι μεγαλομέτοχοι της Πειραϊκής-Πατραικής ελήστεψαν 550 εκατομμύρια απ’ το Δημόσιο, ποσό που σε σημερινές δραχμές ξεπερνάει τα 6 δις. Μέρος αυτού του ποσού μαζί με άλλα που εξήχθησαν με ανάλογους τρόπους χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργηθεί το υπερσύγχρονο εργοστάσιο στη Γερμανία —με την πιο μοντέρνα τεχνολογία και γι’ αυτό έχει κέρδη παρ’ ότι οι εργατικοί μισθοί είναι πολύ ψηλότεροι απ’ τους ελληνικούς — ενώ παράλληλα η Πειραϊκή-Πατραϊκή στην Ελλάδα αφέθηκε με απαρχαιωμένο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, με λογική συνέπεια νάναι μη ανταγωνιστική και ζημιογόνος.
Συμπέρασμα. Πρώτον: όχι μόνον δεν έγινε επένδυση εκσυγχρονισμού στο εργοστάσιο στην Ελλάδα αλλά αντίθετα αυτό εγκαταλείφθηκε εσκεμμένα για να γίνει ζημιογόνο και να το φορτωθεί το κοινωνικό σύνολο, όταν θάχανε η ΝΔ την εξουσία. Δεύτερο: τα κεφάλαια για την επένδυση εδώ μεταφέρθηκαν παράνομα στο εξωτερικό και επενδύθηκαν σε υπερσύγχρονο εργοστάσιο. Τρίτο: τα κεφάλαια αυτά προέρχονται απ’ τη δωρεάν επιχορήγηση του δημοσίου για την ενίσχυση των Βιομηχανικών επενδύσεων στη χωρά και την κλοπή του δανείου, δηλαδή ανήκουν στον ελληνικό λαό και όχι στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Δεν είναι λοιπόν η ανωτερότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας που εξηγεί τη διαφορά στην αποδοτικότητα των δύο εργοστασίων αλλά η ληστρική συμπεριφορά καθαρού απατεώνα, των μεγαλομετόχων της Πειραϊκής-Πατραικής σε βάρος της χώρας με τη συνεργασία και συμμετοχή βέβαια των τότε υπεύθυνων υπουργών της ΝΔ. Ένας μάλιστα μεγαλομέτοχος, ο Στρατός, ήταν την ίδια εποχή κι υπουργός της ΝΔ.
Ένα κράτος λοιπόν όχι σοσιαλιστικό αλλά απλά αστικό που σέβεται τον εαυτό του, και δεν είναι κράτος μαριονέτα των απατεώνων, θάπρεπε νάχει διεκδικήσει την κυριότητα του εργοστασίου στη Γερμανία αφού δημιουργήθηκε με κλεμμένα χρήματα του λαού αλλά και νάχει κλείσει στη φυλακή προ πολλού τους μεγαλομετόχους αλλά και τους συνένοχους πρώην υπουργός της ΝΔ.
Η περίπτωση όμως της Πειραϊκής-Πατραικής όχι μόνο δεν είναι η μοναδική, αλλά αντίθετα είναι αντιπροσωπευτική του λεγόμενου σκανδάλου των «προβληματικών», οι οποίες βέβαια είναι πολύ περισσότερες απ’ αυτές που έχει επίσημα το κράτος υπαγάγει στον ΟΑΕ. Θ’ αναφέρουμε μόνο τη Χαλυβουργική που αφέθηκε απ’ τους μεγαλομετόχους Αγγελόπουλους να χρεωκοπήσει, ενώ παράλληλα με παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος μέσω απάτης δημιούργησαν υπερσύγχρονο χαλυβουργείο στην Αγγλία αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Το σύνολο αυτών των επιχειρήσεων «παρουσίασε» συνολικά χρέη το 80-81, 350 δις δραχμές, ποσό που και μόνο με τον πληθωρισμό αντιπροσωπεύει σήμερα ποσό περίπου 1 τρισεκατομμύριο δραχμές.
Τα κεφάλαια αυτά, όπως ακριβώς στις περιπτώσεις της Πειραϊκής-Πατραικής και της Χαλυβουργικής, αντιπροσωπεύουν τα ποσά που προορίζονταν απ’ το Δημόσιο για εκσυγχρονισμό και αναδιάρθρωση των ντόπιων επιχειρήσεων, και εξήχθησαν παράνομα με διάφορες απάτες στο εξωτερικό, όπου και επενδύθηκαν.
Το σκάνδαλο λοιπόν αυτό είναι τουλάχιστον εξίσου σοβαρό αν όχι σοβαρότερο απ’ αυτό του Κοσκωτά. Δεν είναι μόνο ποσοτικά, αφού τα κλεμμένα αντιστοιχούν σε 30 Κοσκωτάδες, αλλά κυρίως ποιοτικά.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα άτομο, αλλά με συλλογική δραστηριότητα, με το σύνολο της αφρόκρεμας της μεγάλης ντόπιας καπιταλιστικής τάξης. Έχουμε να κάνουμε με συνειδητή επιλογή, στρατηγική όχι μόνο του ηγεμονεύοντα ομίλου, αλλά όλης της άρχουσας τάξης στη βιομηχανία, αφού οι επιχειρήσεις τους όχι μόνο αντιπροσωπεύουν πάνω από το ένα τρίτο της ελληνίκης βιομηχανίας, αλλά είναι και οι κυρίαρχες μέσα στους διάφορους βιομηχανικούς κλάδους.·
Στρατηγική που αποφασίστηκε για να ξεπεραστούν ανέξοδα οι δυσκολίες της οικονομικής κρίσης, η αναγκαιότητα της ανασυγκρότησης αλλά και το αβέβαιο μέλλον από τη σίγουρη τότε πτώση της ΝΔ. Στρατηγική που συνιστά καθαρή συλλογική απάτη και ληστεία της χώρας και της εργασίας του λαού, στρατηγική εθνικής μειοδοσίας από την άρχουσα μεγάλη αστική τάξη. Στρατηγική εγκατάλειψης των ζημιογόνων, μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, με τον απαρχαιωμένο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, στην πλάτη του λαού. Στρατηγική που βάσισε την όποια μικρή ανταγωνιστικότητα, όχι στον εκσυγχρονισμό, αλλά στη συνεχή διολίσθηση της δραχμής με αποτέλεσμα σήμερα να ξεπουλιέται η ελληνική οικονομία, να εξαγοράζονται οι ελληνικές επιχειρήσεις για ποσά γελοία σε ξένο συνάλλαγμα, από ξένους καπιταλιστές.
Στρατηγική τέλος που αποφασίστηκε όχι μόνο από οικονομικούς παράγοντες, τους πάρα πάνω καπιταλιστές, αλλά κι απ’ την ηγεσία του πολιτικού εκπροσώπου της, την τότε ηγεσία της ΝΔ, τους αρμόδιους τότε υπουργούς της ΝΔ, που αποφάσισαν τη χρηματοδότηση δηλαδή τη ληστεία αυτών των επιχειρήσεων με πλήρη γνώση ότι τα κεφάλαια δεν επενδύονταν και πήγαιναν στο εξωτερικό, εισπράτοντας σαν αντίτιμο τις αστρονομικές μίζες τους, όπως ακριβώς σήμερα ο Κουτσόγιωργας, Μητσοτάκης, Έβερτ, Παλαιοκρασσάς, Δήμας και σία είναι οι ένοχοι και συνένοχοι αυτής της ληστείας της χώρας.
Στρατηγική τέλος, για την οποία σήμερα ευθύνεται και η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αφού μετά από 8 χρόνια εξουσίας, δεν έκανε το παραμικρό βήμα προς μια άλλη στρατηγική, αλλά πορεύτηκε μέσα στα ίδια πλαίσια. Έτσι σήμερα έχει κι αυτό ευθύνες για την απουσία των παραγωγικών επενδύσεων, για την επιδείνωση της θέσης των προβληματικών, αλλά και για τη συνεχιζόμενη ληστεία τους απ’ τους διάφορους τεχνοκράτες που διόρισε στη διοίκηση τους. Διοίκηση που δεν είχε καμιά βέβαια σχέση με το σοσιαλισμό, αλλά με τον κρατισμό, με τον κρατικό αλλά και ιδιωτικό καπιταλισμό. Πολλοί απ’ αυτούς τους διευθύνοντες άφησαν εσκεμμένα τις επιχειρήσεις να χειροτερεύουν, παίζοντας ανοιχτά το παιχνίδι των παλιών μεγαλομετόχων κι ευνοώντας έτσι μεσοπρόθεσμα την επάνοδο τους, μην παραλείποντας παράλληλα να λυμαίνονται κι αυτοί το δημόσιο χρήμα. Έτσι αν είναι σήμερα αλήθεια ότι ο συμβολαιογράφος και ο εκκαθαριστής της Λάρκο θα πάρουν από 400 εκατομμύρια δραχμές, αυτό συνιστά συνέχιση της απάτης και της ληστείας του δημόσιου χρήματος, παρ’ ότι βέβαια μπορεί να παρουσιάζεται σαν νόμιμη αυτή η αμοιβή. Όταν λοιπόν σήμερα μιλάμε για προβληματικές δεν μπορεί να γίνεται σύγχιση. Άλλο ποιοι τις δημιούργησαν και γιατί, ποιοι είναι οι κύριοι υπεύθυνοι αρχιληστές, κι άλλο ποιοι συνέχισαν μετά να διασπαθίζουν το Δημόσιο χρήμα με δαπάνες μη παραγωγικές αλλά και με παράλληλες πρακτικές ληστείας του, με αποτέλεσμα νάναι κι αυτοί σήμερα υπεύθυνοι.
Η στρατηγική λοιπόν αυτή, για την οποία ευθύνονται κύρια ο ηγετικός ληστρικός όμιλος της άρχουσας καπιταλιστικής τάξης, δηλαδή η ιδιωτική πρωτοβουλία, η σημερινή ηγεσία της ΝΔ αλλά και η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι υπεύθυνη για τη συνεχή επιδείνωση της οικονομίας την τελευταία 15ετία, τη χειροτέρευση της θέσης της στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, τη συνεχή αποβιομηχανοποίηση, την αύξηση της εξάρτησης, αλλά και το ξεπούλημα της, τα ελλείμματα της, την πτώση του βιοτικού επιπέδου και τη ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων1.
Ένα μόνο στοιχείο δείχνει ανάγλυφα την πορεία. Το 1972 ο μέσος μισθός του Έλληνα εργάτη ήταν ίσος περίπου μ’ αυτόν του Ισπανού. Το 1987 είναι ο μισός του Ισπανού. Η επερχόμενη λοιπόν σκληρή λιτότητα με νέα μεγάλη πτώση του βιοτικού επιπέδου κάνει πια ορατή την πορεία προς την τριτοκοσμοποίησή της οικονομίας, με πιθανές πια καταστάσεις τύπου Βενεζουέλας και Αργεντινής. Δικαίωμα λοιπόν του Φλωράκη και του Κύρκου είναι να συναινέσουν σ’ αυτή τη λιτότητα. Ποτέ όμως η εργατική τάξη δεν πρόκειται να συμφιλιωθεί με τους λυμεώνες της χώρας, μεγαλοαπατεώνες καπιταλιστές που καταλήστευσαν την εργασία της, μετέφεραν τα κεφάλαια τους στο εξωτερικό, ρημάζοντας τη χώρα. Ποτέ δεν πρόκειται να συναινέσει στην πολιτική λιτότητας των απατεώνων της ΝΔ, συνενόχων των καπιταλιστών. Αλλά ούτε και σε ανάλογη πολιτική των άλλων απατεώνων του ΠΑΣΟΚ, των υπεύθυνων για το σκάνδαλο Κοσκωτά.
__________________________
Η Ελλάδα σήμερα είναι η χώρα της Ευρώπης με τις χειρότερες και τις πιο υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης για τους εργαζόμενους. Οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, περιβαντολογικές. __________________________
Οσα γραφούμε βέβαια εδώ για την ιδιωτική πρωτοβουλία και την ηγεσία της ΝΔ δεν είναι τίποτε καινούργιο αλλά είναι πράγματα πασίγνωστα. Αν όμως σήμερα ηχούν κάπως περίεργα είναι γιατί τέσσερις εφημερίδες του λεγόμενου δημοκρατικού χώρου, «Έθνος», «Ελευθεροτυπία», «Βήμα», «Νέα», έχουν κάνει μυστικές συμφωνίες με το Μητσοτάκη με οικονομικά ανταλλάγματα, ανάμεσα στα οποία είναι η χαριστική προσφορά σταθμού ιδιωτικής τηλεόρασης (μαζί με το Βαρδινογιάννη!), με συνέπεια το καθημερινό αηδιαστικό γλείψιμο Μητσοτάκη και σία με πρωτοστατούντες βέβαια τους διάφορους αριστερούς και «αντιεξουσιαστές». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που μιλάνε μόνο για το σκάνδαλο Κοσκωτά, σαν να μην υπήρξαν ξανά ανάλογα ή και μεγαλύτερα σκάνδαλα στη χώρα, σαν να μην τα διέπραξε η σημερινή ηγεσία της ΝΔ και ο κοινωνικός χώρος που εκπροσωπεί, δηλαδή η άρχουσα μεγάλη καπιταλιστική τάξη που ρήμαξε τη χώρα.
Αν λοιπόν δούμε μέσα απ’ το πάρα πάνω πρίσμα την «κάθαρση» — και πρέπει να τη δούμε— είναι τελείως εύλογο και προφανές ότι αυτή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, και ότι δεν πρόκειται να τιμωρηθεί απολύτως κανένας υπεύθυνος για το σκάνδαλο Κοσκωτά, ούτε καν ο ίδιος ο Κοσκωτάς. Και είναι ηλίου φαεινότερον ότι όχι μόνο το ΠΑΣΟΚ αλλά κυρίως η ΝΔ έχουν συμφέρον να προχωρήσουν στη μεθόδευση της παραγραφής και ότι η σημερινή «κάθαρση» στη Βουλή είναι στάχτη στα μάτια του κόσμου, καθαρή κοροϊδία και εμπαιγμός του. Άλλωστε στην ίδια αυτή διαδικασία της «κάθαρσης» υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που βγάζουν μάτι, που την καθιστούν έωλη, που την αυτογελοιοποιούν. Ένα απ’ αυτά είναι το ζήτημα Μπακογιάννη, για να μη μιλήσουμε για τη Βλάχου.
Είναι γνωστό ότι ο εισαγγελέας Εφετών Ευθυμιάδης με την αναφορά του αρ. 264 της 1 Ιούνη 1989 εντόπισε όλα τα αδικήματα, της «κακουργηματικής απάτης» (Κοσκωτάς), της «αποδοχής προϊόντων εγκλήματος» και της «ψευδούς πιστοποίησης» των Κοσκωτά, Μπακογιάννη και λοιπών. Είναι επίσης γνωστό ότι ζήτησε την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του Μπακογιάννη, ποινική δίωξη που ασκήθηκε σύμφωνα με ορισμένα πρόσφατα δημοσιεύματα. Και ενώ λοιπόν η ανακριτική επιτροπή της Βουλής για το σκάνδαλο Κοσκωτά έχει στα χέρια της την αναφορά του εισαγγελέα Ευθυμιάδη, εντούτοις κάνει το κορόιδο και δεν καταδέχεται ν’ ασχοληθεί με τις καραμπινάτες απάτες του. (Γράφαμε αυτήν την προκήρυξη όταν η ανακριτική επιτροπή της Βουλής παράδωσε το πόρισμα της για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Απ’ όσα βέβαια δημοσιεύτηκαν πουθενά δεν είδαμε λέξη για τις απάτες και τις ληστείες του Μπακογιάννη, παρ’ ότι γνωρίζει την αναφορά Ευθυμιάδη!).
Σύμφωνα λοιπόν με την πάρα πάνω αναφορά το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της Γραμμής που αποτελούνταν από 12 εκατομμύρια του Μπακογιάννη, 33 εκατομμύρια της αδελφής του και 15 εκατομμύρια του Κουνελάκη, ποτέ δεν πληρώθηκε απ’ αυτούς, όπως ψευδώς δήλωσαν, αλλά προήλθε απ’ τα κλεμμένα του Κοσκωτά. Γράφει ο εισαγγελέας επί λέξει: «στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας έτους 1982 αναγιγνώσκουμε ότι οι ως άνω τρεις ιδρυτές της εταιρείας και μόνοι μέτοχοι φέρονται να έχουν δήθεν μετρήσει, να έχουν δήθεν πληρώσει και να έχουν δήθεν καταβάλει στο ταμείο της εταιρείας το μετοχικό κεφάλαιο», ενώ «οι ιδρυτές της εταιρείας μέτοχοι Π. Μπακογιάννης, Δ. Κουνελάκης και Αν. Κασβίκη (αδελφή του Μπακογιάννη) δεν κατέβαλαν ούτε μια δραχμή από το μετοχικό κεφάλαιο. Το αρχικό αυτό ιδρυτικό κεφάλαιο είναι προϊόν εγκλημάτων.
»Το χρηματικό αυτό ποσό δεν κατατέθηκε από τους ιδρυτές μετόχους ούτε στην Τράπεζα Κρήτης, ούτε στην Τράπεζα Αμέρικαν Εξπρές, ούτε “τοις μετρητοίς” στο ταμείο της ΑΕ Γραμμή. Περιήλθε όμως στο Ταμείο της ΑΕ Γραμμή από τα διαθέσιμα της Τράπεζας Κρήτης στην Τράπεζα της Ελλάδος»
Και συμπεραίνει ο εισαγγελέας: «Από τις αναφορές αυτές βεβαιώνεται επαρκώς ότι η ίδρυση της ανώνυμης εταιρείας Γραμμή Παραγωγή και Εκμετάλλευση Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας που εκδίδει εφημερίδες και περιοδικά και ίδρυσε και λειτουργεί ραδιοφωνικό σταθμό, οικονομικώς στηρίχθηκε στο έγκλημα. Η προέλευση του ιδρυτικού μετοχικού κεφαλαίου είναι προϊόν εγκλήματος», θεωρώντας υπεύθυνο το Μπακογιάννη για 1) «αποδοχή προϊόντων εγκλήματος που αφορά την καταβολή του ιδρυτικού κεφαλαίου της ΑΕ Γραμμή, που η προέλευση του έχει ως πηγή το κακούργημα της απάτης Κοσκωτά, 2) την «ψευδή πιστοποίηση-βεβαίωση και εξαπάτηση της Νομαρχίας Αθηνών».
Σύμφωνα όμως με το χουντικό εισαγγελέα Δωρή (υπήρξε βασιλικός επίτροπος στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών το 68 με 69 όπου δικάστηκαν 536 υποθέσεις αγωνιστών ενάντια στη Δικτατορία) όλα τα πάρα πάνω αδικήματα είναι πλημελήμματα και έχουν παραγραφεί, επειδή έχει περάσει 5ετία. Στο σημείο αυτό θ’ ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση σχετικά με την ιδεολογία που κάνει θραύση σήμερα στη χώρα, όχι μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση Μπακογιάννη, αλλά και με τα άλλα σκάνδαλα και το ενδεχόμενο παραγραφής τους, το νομικίστικο κρετινισμό. Κατηγορούνται διάφοροι επώνυμοι για τεράστιες απάτες, ληστείες, σκάνδαλα. Οποιοσδήποτε απλός άνθρωπος που είναι αθώος θα το αρνιόταν με όλες τις δυνάμεις, θάφερνε αποδείξεις της αθωότητας του επί της ουσίας, θα αντεπιτίθονταν στους συκοφάντες. Όχι όμως αυτοί. Αυτοί δεν απαντάνε επί της ουσίας, ενώ με τη σιωπή τους επιβεβαιώνουν την ενοχή τους. Έχουν όμως μιαν άλλη ατράνταχτη απάντηση: «Είτε έκλεψα είτε όχι, με καλύπτει ο νόμος», σου αποκρίνονται. «Σύμφωνα με το τάδε άρθρο του τάδε νόμου η ληστεία μου είναι πλημμέλημα άρα παραγράφεται. Σύμφωνα με το τάδε άρθρο του τάδε νόμου, είμαι συμμέτοχος, άρα πρέπει να δικαστώ με βουλευτές που έχουν ασυλία, άρα τη γλυτώνω. Σύμφωνα με το τάδε άρθρο και τους εξής σπεσιαλίστες νομικούς, αρκεί η παραπομπή απ’ τη Βουλή, αλλά άλλοι νομικοί και το Ανώτατο Δικαστήριο θ’ αποφανθούν ότι χρειάζονταν τα κλητήρια θεσπίσματα ή και οι δίκες, άρα παραγράφονται τα σκάνδαλα». Καλά, όλοι αυτοί οι φωστήρες που προβάλλουν αυτή τη γραμμή υπεράσπισης δεν αντιλαμβάνονται τον πολιτικό κρετινισμό της. Δεν αντιλαμβάνονται ότι αντί να αθωώνονται αυτοδικάζονται από μόνοι τους, ότι έτσι ομολογούν ότι είναι ένοχοι απέναντι στο λαό. Δεν αντιλαμβάνονται ότι αντί ν’ αποκαταστήσουν τον «διαρραγέντα κοινωνικό ιστό» τον διαρρηγνύουν ακόμη περισσότερο. Δεν αντιλαμβάνονται ότι αντί ν’ αναστηλώσουν τους τρωθέντες θεσμούς τους, επιταχύνουν την κατάρρευση τους, γελοιοποιώντας τους ακόμη περισσότερο. Γιατί ο απλός λαός που διαβάζει γεμάτος αγανάκτηση όλες αυτές τις βαρύγδουπες νομικίστικες φλυαρίες σκέφτεται πολύ απλα: και τι με νοιάζει εμένα τι λέει ο τάδε νομός; Μήπως εγώ τον έφτιαξα; Μήπως με ρώτησαν ποτέ; Αυτοί κλέβουν, αυτοί φτιάχνουν και τους νόμους. Δικοί τους είναι οι δικαστές δικά τους τα κοινοβούλια. Δικό τους το πεπόνι, δικό τους το μαχαίρι. Η ουσία είναι μία: ότι ενώ οι ίδιοι ούτε καν αρνούνται ότι είναι κλέφτες και απατεώνες, κανείς δεν μπορεί να τους αγγίξει, ούτε η Βουλή, ούτε οι νόμοι, ούτε η Δικαιοσύνη. Ακόμη και τον Κοσκωτά. Καλά έλεγα ότι οι πολιτικοί είναι κλεφτρόνια.
Τον ελληνικό λαό δεν τον ενδιαφέρει η νομική πλευρά της υπόθεσης πούναι δευτερεύουσα αλλά η ουσιαστική. Ότι υπάρχουν εγκλήματα και σκάνδαλα, ότι υπάρχουν απατεώνες και συστηματική ατιμωρησία. Για το λαό τόσο το υπερσκάνδαλα των σκανδάλων των προβληματικών, όσο και αυτό του Κοσκωτά είναι υπαρκτά και κανένα νομικό κατασκεύασμα, καμιά δικολαβία δεν πρόκειται να το παραγράψει. Γιατί είναι τεράστια εγκλήματα σε βάρος της χώρας και ο λαός απαιτεί την τιμωρία των ενόχων.
Ξαναγυρίζοντας λοιπόν στο ζήτημα του Μπακογιάννη, κανένα δεν ενδιαφέρει αν ο χουντικός εισαγγελέας, πρώην βασιλικός επίτρόπος στρατοδικείου Δωρής χαρακτήρισε τα εγκλήματα του Μπακογιάννη πλημμελήματα επιτρέποντας έτσι την παραγραφή τους. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η ουσία. Ότι ο Μπακογιάννης έκανε όλα τα πάρα πάνω (και πάρα κάτω) εγκλήματα όπως κι αν τα χαρακτηρίζει ο Δωρής.
Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι την εποχή που έγιναν όλα τα πάρα πάνω εγκλήματα ο Κοσκωτάς ήταν ένας απλός υπάλληλος της Τράπεζας Κρήτης και συνεπώς έχει δίκηο ο εισαγγελέας Ευθυμιάδης όταν υποστηρίζει ότι ο Μπακογιάννης είναι εκείνος που έχρισε εκδότη τον απατεώνα Κοσκωτά και ότι αυτός μεταμορφώθηκε σε εκδότη εφημερίδων, περιοδικών και λειτουργό τοπικού ραδιοφώνου αφού καταλήστεψε την Τράπεζα Κρήτης και βρήκε την πρόθυμη υλική υποστήριξη, με όλες τις μορφές συμμετοχής από την ιεραρχία της Τράπεζας Κρήτης (που δεν ήταν τότε δική του) και τη Γραμμή, δηλαδή τον Μπακογιάννη.
Αυτό όμως που ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο είναι ότι μετά από την ίδρυση της Γραμμής έχουμε —σύμφωνα πάντα με τον εισαγγελέα Ευθυμιάδη — οκτώ συνολικά αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Γραμμής, μέσω των κλεμμένων χρημάτων από την Τράπεζα Κρήτης, μέχρις ότου αυτό έφτασε τα 4,5 δις. Στις πέντε απ’ αυτές τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου-κλοπές, συμμετείχε ο Μπακογιάννης αφού ήταν αντιπρόεδρος της Γραμμής, μέχρι το Φλεβάρη του 85. Αυτό που ενδιαφέρει ακόμη είναι ότι η Γραμμή με αντιπρόεδρο πάντα και μέτοχο το Μπακογιάννη, χρησιμοποιήθηκε σαν μέσο απ’ τον Κοσκωτά για την αγορά της Τράπεζας Κρήτης. Έτσι ο Κοσκωτάς, όντας απλός υπάλληλος της Τράπεζας Κρήτης, πίστωνε με διάφορες κομπίνες το λογαριασμό της Γραμμής —με αντιπρόεδρο Μπακογιάννη— στην Τράπεζα Μακεδονίας-θράκης, και με αυτά τα κεφάλαια αγόρασε την Τράπεζα Κρήτης απ’ τον εφοπλιστή Καρρά. Έχει άλλωστε δημοσιευτεί φωτοτυπία επιταγής, της 5-12-84, με την οποία ο Κοσκωτάς πιστώνει με 400 εκατομμύρια το λογαριασμό της Γραμμής, του Μπακογιάννη στην Τράπεζα Μακεδονίας-θράκης, ποσό που είναι μέρος του κεφαλαίου με το οποίο αγοράστηκε η Τράπεζα Κρήτης, χωρίς ποτέ να το διαψεύσει κανείς.
Αποφασίσαμε λοιπόν να εκτελέσουμε τον απατεώνα και ληστή των χρημάτων του λαού Μπακογιάννη. Ο κύριος αυτός είναι υπεύθυνος όχι μόνο γιατί έκλεψε τα πρώτα 60 εκατομμύρια του ιδρυτικού κεφαλαίου της Γραμμής. Αλλά και για τις εκατοντάδες εκατομμύρια που είτε έκλεψε μαζί με τον συνεργάτη του Κοσκωτά για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Γραμμής αλλά και για την αγορά μέσω της Γραμμής της Τράπεζας Κρήτης, είτε εισέπραξε σαν αντίτιμο απ’ τα κλεμμένα του Κοσκωτά, για την ανεκτίμητη συνεργασία του κι εκδούλευση, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να μεταμορφωθεί ούτε σε εκδότη ούτε σε τραπεζίτη. Ο Μπακογιάννης υπήρξε ο κύριος και βασικός συνεργάτης του Κοσκωτά και άρα συνένοχος του στην πρώτη φάση της σταδιοδρομίας του που υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα αναρίχησή του στις κορυφές του εκδοτικού και τραπεζικού κατεστημένου. Και είναι η έσχατη κατάπτωση για το Συνασπισμό να δέχεται να συζητάει και να διαπραγματεύεται μ’ έναν τέτιο απατεώνα σαν εκπρόσωπο της ΝΔ.
Το γεγονός ότι χτυπάμε το Μπακογιάννη δεν σημαίνει ότι δεν θεωρούμε σαν κύριους υπεύθυνους για το σκάνδαλο Κοσκωτά τους Παπανδρέου, Κουτσόγιωργα, Πέτσο, Ρουμελιώτη, Χαλίκια. Οι ευθύνες όμως όλων αυτών υπάρχουν κυρίως αφ’ ότου ο Κοσκωτάς έγινε τραπεζίτης και εκδότης και συνεπώς αυτό δεν σημαίνει ότι  δεν υπάρχουν ευθύνες και συνενοχή άλλων και κυρίως σημερινών κορυφαίων παραγόντων της ΝΔ.
Η ενέργεια αυτή είχε αποφασιστεί να γίνει σαν δεύτερο σκέλος μιας ενέργειας που στόχευε τους δυο υπεύθυνους πολιτικούς χώρους για το σκάνδαλο Κοσκωτά, δηλαδή τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και τη ΝΔ, και ειδικότερα δύο από τους κύριους υπεύθυνους από τον κάθε χώρο, τον Πέτσο και τον Μπακογιάννη. Είχε αποφασιστεί να γίνει μια βδομάδα περίπου μετά την επίθεση ενάντια στον Πέτσο. Δυστυχώς όμως η ενέργεια αναβλήθηκε τότε για δυο λόγους. Πρώτον επειδή η επίθεση ενάντια στον Πέτσο απέτυχε επιχειρησιακά και κυρίως επειδή δεν προλαβαίναμε χρονικά. Η επίθεση ενάντια στον Πέτσο καθυστέρησε περίπου τρεις βδομάδες με συνέπεια να καθυστερήσει και η δεύτερη και να εξαφανιστεί ο Μπακογιάννης λόγω των εκλογών.
Άλλωστε αυτό φαίνεται απ’ το ίδιο το κείμενο ενάντια στον Πέτσο όπου ενώ χτυπάμε τη ΝΔ και τη Βλάχου, δεν λέμε, εσκεμμένα, λέξη ενάντια στο Μπακογιάννη.
Αυτά όλα τα λέμε γιατί προβλέπουμε ότι η δυσμενής για μας συγκυρία της παραπομπής θέατρο του Παπανδρέου, θα δώσει και πάλι πάτημα στις διάφορες φυλλάδες, τις γνωστές «αποθήκες δηλητηρίου», να πούνε και πάλι ότι μας έβαλε το ΠΑΣΟΚ, αφού δεν δίστασαν να το πουν, ακόμη και όταν χτυπήσαμε το ΠΑΣΟΚ και τον Πέτσο. Ας καταλάβουν όμως ότι το επαναστατικό κίνημα αποφασίζει τη δραστηριότητα του με βάση τις δικές του αναλύσεις, χτυπάει όσους θεωρεί υπεύθυνους απατεώνες και κλέφτες και δεν ενδιαφέρεται για το αν οι ίδιες φυλλάδες που έλεγαν χτες ότι μας βάζει η Χούντα ή η ΝΔ σήμερα λένε ότι μας βάζει το ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε σήμερα πια είναι υποχρεωμένες ν’ αλλάξουν παραμύθι, γιατί ξεσκεπάζονται. Υποτίθεται —σύμφωνα με τα παραμύθια τους — ότι μέχρι τώρα μας έβαζε το ΠΑΣΟΚ πούχε στα χέρια του τον κρατικό μηχανισμό. Σήμερα όμως αυτός ελέγχεται απ’ τη ΝΔ που έχει κάθε συμφέρον και θάχει μεγάλα εκλογικά οφέλη αν αποδείκνυε ότι δεν υπάρχει 17Ν κι ότι το ΠΑΣΟΚ είναι πίσω απ’ την «τρομοκρατία». Περιμένουμε λοιπόν εναγωνίως να συλλάβει η κυβέρνηση ΝΔ, τους Πασόκους που μας καθοδηγούν για να μάθουμε επί τέλους κι εμείς, οι αφελείς, τίνος το παιχνίδι παίζουμε.
Όπως είχαμε τονίσει και στην ανακοίνωση μας τον Ιούλη, ο Συνασπισμός εξαπάτησε τους ψηφοφόρους του όχι μόνο με τη στήριξη της κυβέρνησης ΝΔ, ενώ μιλούσε προεκλογικά για προοδευτική κυβέρνηση. Αλλά και με το παραμύθι ότι η στήριξη ήταν αναγκαία για να πραγματοποιηθεί η «κάθαρση», ενώ γνώριζε ότι η ΝΔ όντας υπόλογη για ανάλογα σκάνδαλα δεν μπορούσε να την πραγματοποιήσει και θ’ αναγκάζονταν να μεθοδεύσει —πίσω απ’ τα πυροτεχνήματα της Βουλής — την παραγραφή, πράγμα που κάνει σήμερα χωρίς να κρατάει καν τα προσχήματα. Ανακύπτει κατά συνέπεια το ερώτημα γιατί ο Συνασπισμός προτίμησε να εξαπατήσει τον κόσμο του και να στηρίξει την κυβέρνηση των απατεώνων της ΝΔ, δήθεν για την «κάθαρση». Η απάντηση δόθηκε από ένα απ’ τα νεότερα μέλη της ηγεσίας του Συνασπισμού, τη Μ. Δαμανάκη. Σε συνέντευξη της στις 30 Ιούλη σε κυριακάτικη εφημερίδα, δηλώνει τα εξής καταπληκτικά; «Γιατί η σημασία του σκανδάλου Κοσκωτά δεν εξαντλείται στο ότι ήταν ένα μεγάλο σκάνδαλο. Αλλά στο γεγονός ότι οδήγησε στην κατάρρευση ένα ολόκληρο σύστημα, που οικοδομήθηκε προσεκτικά από το 1974 πάνω στη λογική της εναλλαγής δύο μεγάλων κομμάτων στην εξουσία. Να έρχεται ο καθένας με τους δικούς του και να προχωράει η Ελλάδα». Σ’ αυτές τις τρεις αράδες εμπεριέχεται όλη η ουσία, όλη η αλήθεια για την πολιτική του Συνασπισμού. Δεν συμμετέχει στην κυβέρνηση για να γίνει κάθαρση αλλά γιατί το πολιτικό «σύστημα λόγω των σκανδάλων έχει καταρρεύσει», έχει χρεωκοπήσει και πρέπει να το αναστηλώσει. Η κάθαρση λοιπόν δεν είναι αναγκαία σαν τέτια, κι ούτε ενδιαφέρει αν είναι πραγματοποιήσιμη, είναι απαραίτητη όμως γι’ αυτήν την αναστήλωση. Η συμμετοχή λοιπόν του Συνασπισμού είναι απολύτως απαραίτητη σ’ αυτήν την αναστήλωση, αφού αν επιχειρούσε μόνη της η ΝΔ αυτή την κάθαρση-αναστήλωση θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι.
Ο στόχος όμως και ο τελικός σκοπός ενός κομμουνιστικού κόμματος, παντού και πάντα είναι να οδηγήσει στην κατάρρευση το πολιτικό αστικό σύστημα. Άρα η πάρα πάνω ομολογία σημαίνει ότι το ΚΚΕ κι ο Συνασπισμός δεν έχουν τέτιο σκοπό και ο στόχος τους είναι «να έρχεται ο καθένας —δηλαδή η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ — στην εξουσία» και αυτοί απλά θα τρέχουν ν’ αναστηλώσουν το καραβοτσακισμένο σύστημα μόλις αυτό βουλιάζει απ’ τα πολλά σκάνδαλα.
Η υποστήριξη λοιπόν της κυβέρνησης ΝΔ είναι στρατηγική επιλογή στήριξης του αστικού καθεστώτος σε μία στιγμή που αυτό κινδυνεύει σοβαρά να καταρρεύσει απ’ τα σκάνδαλα και όχι αναγκαία τακτική επιλογή που δήθεν βοηθάει την πάρα πέρα πάλη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό.
Είναι στρατηγική επιλογή που αναιρεί τον τελικό στόχο του σοσιαλισμού και τις επαναστατικές αρχές του κομμουνισμού και όχι τακτικός ελιγμός για την ασφαλέστερη πραγματοποίηση του. Είναι αυτό ακριβώς που αποκαλεί ο Λένιν προδοτικός συμβιβασμός στον «Αριστερισμό», όπου μιλάει για τα δύο είδη συμβιβασμών, κάνοντας σαφή διάκριση ανάμεσα στον αναγκαίο τακτικό συμβιβασμό και τον προδοτικό όπου ξεπουλάς τις αρχές σου.
Αυτός είναι ο λόγος που αυτή η πολιτική του ΚΚΕ και του Συνασπισμού έχει δημιουργήσει τόσο μεγάλες μαζικές διαφωνίες στη βάση τόσο του ΚΚΕ όσο και της ΚΝΕ, αλλά και στη μεγάλη μάζα των αριστερών. Κι αυτό παρ’ όλο ότι το σύνολο σχεδόν του ημερήσιου τύπου1 προπαγανδίζει και λιβανίζει καθημερινά αυτήν την πολιτική, κολακεύει τις ηγεσίες. Αποκρύβει και συσκοτίζει το πραγματικό και κοινωνικό της περιεχόμενο, ψευδολογεί ασύστολα ενάντια στους διαφωνούντες, παρουσιάζοντας τους άλλοτε σαν δογματικούς άλλοτε σαν αντίθετους στη «συμφιλίωση», άλλοτε σαν συντηρητικούς2.
__________________________
1. Οι δύο γνωστές εφημερίδες που τη χτυπάνε, το κάνουν από μια σκοπιά πασόκικη και αντικομμουνιστική με αποτέλεσμα να ζημιώνουν περισσότερο τους διαφωνούντες παρά αυτούς που χτυπάνε.
2. Παρουσιάζοντας το μαύρο άσπρο. Η συμπεριφορά αυτή του τύπου, να παρουσιάζει τους σταλινικούς ηγέτες σαν δημοκράτες και το δικαίωμα στη διαφωνία και στην αυτονομία ιδιαίτερα σε ζητήματα στρατηγικής σαν σταλινική αυθαιρεσία, δείχνει όλη την αντιδραστική πρακτική συστηματικής παραπληροφόρησης και απο-πληροφόρησης του σημερινού τύπου. Αν ο Συνασπισμός δεν υποστήριζε σήμερα την κυβέρνηση της ΝΔ, για το ίδιο αυτό ζήτημα της σχέσης ΚΚΕ-ΚΝΕ, η θέση του Τύπου θάταν ακριβώς η αντίθετη, θαχαμε καθημερινά σ’ όλες τις φυλλάδες δεκάδες πηχιαίους πρωτοσέλιδους τίτλους, δεκάδες πύρινα άρθρα όπου «δημοκράτες», δεξιοί, «αντιεξουσιαστές», «ανανεωτικοί της αριστεράς» θα κατακεραύνωναν με αγανάχτηση την αδιόρθωτη σταλινική ηγεσία Φλωράκη-Φαράκου που δεν είναι σε θέση να συλλάβει τα μυνήματα της περεστρόικα και που θα υπεράσπιζαν σε επίπεδο αρχών το ιερό δικαίωμα της νεολαίας στη διαφωνία.
__________________________
Αυτός τέλος είναι ο λόγος που εξηγεί όλη την πρόσφατη συμπεριφορά του ΚΚΕ και του Συνασπισμού. Απ’ τη μια έχει μεταβληθεί σε χυδαίο απατεώνα που εμπαίζει το λαό (σκάνδαλο δεν είναι μόνο να κλέβεις αλλά και να εμπαίζεις το λαό με τους φακέλλους, δήλωσε ο βουλευτής του Συνασπισμού Κάππος) κι απ’ την άλλη σε μόνιμο καρπαζοεισπράκτορα που δεν προλαβαίνει να μετράει τις σβουριχτές σφαλιάρες της ΝΔ, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες των φυλλάδων αλλά και της ΝΔ να τις παρουσιάσουν σαν χάδια, Γιατί όταν έχεις πάρει τη μεγάλη απόφαση να παραιτηθείς απ’ τις αρχές σου, να στηρίξεις το αστικό πολιτικό σύστημα που «κινδυνεύει με κατάρρευση» απ’ τα σκάνδαλα, όπως θάλεγε και η Δαμανάκη, δεν διστάζεις πια μπροστά σε τίποτε. Τα δέχεσαι όλα πια αφού όλα φαντάζουν μηδαμινά κι ασήμαντα μπροστά σ’ αυτήν τη στρατηγική απόφαση. Και το λαό θα εξαπατήσεις μιλώντας του για προοδευτική κυβέρνηση, θα τον εμπαίζεις ότι κάνεις «κάθαρση» ενώ πας για παραγραφή, θα τον εξαπατήσεις προσπαθώντας να εξαγνίσεις τη ΝΔ, λόγω της αναγκαίας αναστήλωσης του συστήματος ενώ ξέρεις ότι οι Νεοδημοκράτες δεν είναι απλά συντηρητικοί αλλά απατεώνες, λυμεώνες του ενός τρισεκατομμυρίου των προβληματικών, ίδιοι αν όχι χειρότεροι απ’ τους κλέφτες Πασόκους, θα εμπαίζεις το λαό με προκλητικά λαϊκίστικο τρόπο, ότι δήθεν καήκανε οι φάκελλοι ενώ όλα τα στοιχεία τους πέρασαν στους κομπιούτερ και το ηλεκτρονικό φακέλλωμα σήμερα κάνει θραύση. Και τον Τούρκο αγωνιστή θα συναινέσεις να παραδοθεί στους Τούρκους φασίστες δήμιους του, βγάζοντας εκ των υστέρων ανέξοδες υποκριτικές διαμαρτυρίες. Και στον Παλαιστίνιο Χαμντάν θα κάνεις την πάπια επιτρέποντας την αυριανή έκδοση του στους Αμερικάνους.
Τίποτε πια δεν μένει που να μπορείς ν’ αρνηθείς, που νάχει για σένα κάποια αξία. Οι υποχωρήσεις, οι παλινωδίες, η αυτογελοιοποίηση θάρχονται η μία μετά την άλλη. Και την ιδιωτική τηλεόραση θα προσφέρεις αυθαίρετα και χαριστικά στους εμπόρους δήλητηρίου-εκδότες και το Βαρδινογιάννη. Και στη συμβολική αύξηση του ψωμιού, αλλά και στα είδη πρώτης ανάγκης των Σουπερ-μάρκετς σ’ ένα μόνο μήνα κατά 10-20% θα συναινέσεις. Αλλά και στην αυριανή σκληρή λιτότητα, στη νέα μείωση των μισθών και της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων θα συμφωνήσεις, υποχωρώντας και σ’ αυτό το ζωτικό για τους εργαζομένους ζήτημα. Εκεί όμως που οι υποχωρήσεις, οι παλινωδίες και η αυτογελοιοποίηση θα ξεπεράσει κάθε όριο είναι το ζήτημα της απλής αναλογικής και της κατάργησης του «συν ένα» αλλά και της διενέργειας εκλογών το αργότερο στις 5 Νοέμβρη, ομολογώντας πια έτσι κυνικά ότι η «κάθαρση» είναι κοροϊδία. Ποτέ ίσως πολιτικό κόμμα δεν απεμπόλησε όλες τις διακηρύξεις του και τις αρχές του, σε τόση έκταση και σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα με τέτιο εξευτελισμό.
Ο Συνασπισμός και το ΚΚΕ δεν έχουν απολύτως καμιά σήμερα ελευθερία κινήσεων, είναι δέσμιοι της ΝΔ. Η πρώτη τους στρατηγική απόφαση στήριξης του παραπαίοντος πολιτικού συστήματος προκαθόρισε όλες τις μελλοντικές κινήσεις τους, με αποτέλεσμα νάχουν σήμερα δεμένα τα χέρια τους και να μην μπορούν ν’ αντιδράσουν σε οποιαδήποτε απαίτηση της ΝΔ. Στην παραμικρή διαφωνία του η ΝΔ απειλεί με διάλυση την κυβερνητική συνεργασία που σημαίνει ανοιχτή χρεωκοπία της στρατηγικής του Συ-νασπισμού, αφού έχει σαν δεδομένη και σήμερα πια τελειωμένη τη διαδικασία της «κάθαρσης»-αναστήλωσης του πολιτικού συστήματος πούναι το μόνο που την ενδιέφερε. Παρ’ ότι όμως ο Συνα-σπισμός υποχωρεί στα πάντα, αυτό δεν πρέπει να φαίνεται προς τα έξω ακόμη και για τη ΝΔ (δηλώσεις Μητσοτάκη για τις εκλογές) πούχει συμφέρον να μην οδηγήσει αυτήν την πολιτική του Συνασπισμού σε αδιέξοδο. Τέλος η παγίδευση του Συνασπισμου και του ΚΚΕ είναι τέτια που ακόμη κι αν επιχειρήσει σπάσιμο της συνεργασίας με τη ΝΔ, λόγω του ότι τα μηνύματα για το εκλογικό αποτέλεσμα θάναι ιδιαίτερα ανησυχυτικά, και αλλαγή πλεύσης προς το ΠΑΣΟΚ, πάλι δεν θα πρόκειται για αλλαγή στρατηγικής αλλά για συνέχιση των υποχωρήσεων, συνέχιση της άνευ όρων στήριξης του καθεστώτος, θα πρόκειται για μια νέα παλινωδία, με μόνη τη διαφορά ότι οι σφαλιάρες θάρχονται τώρα απ’ το ΠΑΣΟΚ κι όχι απ’ τη ΝΔ. Ο Συνασπισμός λοιπόν και τα ΚΚΕ-ΕΑΡ με τον συνεχή εμπαιγμό και την εξαπάτηση του λαού, την προδοσία αρχών και προγραμμάτων, τις συνεχείς υποχωρήσεις μπήκαν πια για καλά στο κλαμπ των απατεώνων πολιτικών και δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε απ’ τα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Αλλά και με τις συνεχείς παλινωδίες και την αλλοπρόσαλλη πολιτική τους κατέστησαν όχι μόνο αναξιόπιστοι και αφερέγγυοι, αλλά και φαιδροί. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο λαός μας, με το αλάθητο πολιτικό του κριτήριο, τους αποκαλεί σήμερα Τσίρκους χωρίς βέβαια να εννοεί μόνο τον Κύρκο.
Ενώ όμως αυτή η πολιτική υποστηρίζεται απ’ το σύνολο σχεδόν του ημερήσιου τύπου και το σύνολο των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, υποστήριξη που δεν είχε ίσως καμιά άλλη πολιτική στην Ελλάδα μεταπολεμικά, εν τούτοις δεν περνάει στη βάση, όπως το διαπιστώνει ο καθένας στις απειράριθμες πολιτικές συζητήσεις που γίνονται απανταχού της χώρας. Όλο και μεγαλύτερες μάζες εργαζομένων, αριστερών εκφράζουν πηγαία και αυθόρμητα την αντίθεση τους, αγανακτούν, χλευάζουν αυτή την πολιτική. Γιατί όλος αυτός ο κόσμος έχει απόλυτη συνείδηση ότι η «αποσύνθεση του κοινωνικού και πολιτικού ιστού» δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του σκανδάλου Κοσκωτά, όπως ψευδώς διατείνεται ο Συνασπισμός και οι φυλλάδες, αλλά συνέπεια και του σκανδάλου των προβληματικών προ δεκαετίας και της ατιμωρησίας των ένοχων πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, Ατιμωρησία που συνεχίζεται σήμερα σε σχέση με το σκάνδαλο Κοσκωτά.
Όλος αυτός ο κόσμος όχι μόνο δεν πρόκειται να συναινέσει στην αυριανή σκληρή λιτότητα, αλλά και θα την παλαίψει σκληρά. θα την παλαίψει τόσο πιο πολύ που η σημερινή πολιτική του Συνασπισμού-ΚΚΕ διέλυσε και την τελευταία απ’ τις αυταπάτες του. Έδειξε ολοκάθαρα το ρεφορμιστικό ρόλο των ΚΚΕ-Συνασπισμου, το ρόλο τους σαν δεκανίκι του παραπαίοντος συστήματος. Η συνεχιζόμενη λοιπόν ατιμωρησία αλλά και η σημερινή πολιτική πρακτική του Συνασπισμού αντί για την αναστήλωση του καταρρέοντος πολιτικού συστήματος και των θεσμών έχει σαν αποτελεσμα πάρα πέρα χρεωκοπία τους κι εξευτελισμό τους αφού ούτε η Δικαιοσύνη, ούτε οι νόμοι, ούτε η Βουλή, ούτε οι εκλογές είναι σε θέση να τιμωρήσουν τους ενόχους, κι αφού πέρα απ’ τους Νεοδημοκράτες και Πασόκους απατεώνες, οι μόνοι που διέθεταν κάποιο κύρος αποδεικνύονται και αυτοί σήμερα σαν εξίσου απατεώνες, αναξιόπιστοι και φαιδροί, που πρόδωσαν τις αρχές και τα προγράμματα τους.
ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΜΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΜΕ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ. ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΝΙΚΗ.
Αθήνα 18-9-89 Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ
Υ.Γ. 1. Ένα καινούργιο στοιχείο που αποκαλύφθηκε αυτή την εβδομάδα ήρθε να υπογραμμίσει ξανά τη γελοιότητα αλλά και τη γενική συναίνεση του τύπου σ’ αυτό τον εμπαιγμό. Ο Έβερτ, που είναι ένας από τους κύριους υπουργούς και ηγέτες της ΝΔ, είχε χρηματοδοτηθεί με 10 εκατομμύρια δραχμές από τον Κοσκωτά το 86 και ψευδολόγησε χυδαία λέγοντας ότι νόμιζε δήθεν ότι τα χρήματα προέρχονταν απ’ τον εφοπλιστή Καρρά, ενώ αυτός είχε πουλήσει την Τράπεζα Κρήτης το 84, και πήρε την επιταγή της το 86. Το γεγονός αυτό, που αποσιωπήθηκε εσκεμμένα απ’ τον τύπο, έχει τεράστια σημασία γιατί δείχνει ότι ένας υπουργός μιας κυβέρνησης που σκίζεται να πείσει ότι πραγματοποιεί κάθαρση και ότι θα τιμωρήσει τους ένοχους και συνένοχους του Κοσκωτά, αποκαλύπτεται σαν ένας χυδαίος κλεπταποδόχος των κλεμμένων του Κοσκωτά, που ούτε καν έστερξε τόσο καιρό να τα επιστρέψει και χρειάστηκε να τον πιάσει στα πράσα ο Καμάρας. Δεν μπορούμε τέλος να μιλάμε για «κάθαρση» και τιμωρία όταν ένας ολόκληρος εσμός από πολιτικούς, επιχειρηματίες, κλινικάρχες, εκδότες, δημοσιογράφους έχουν τσεπώσει και συνέχισαν να τσεπώνουν μετά τη φυγή του μεγάλα ποσά από τα κλοπιμαία του Κοσκωτά, μεγαλώνοντας έτσι τη συνολική ζημιά και ρίχνοντας την στην πλάτη του λαού. Ποσά που προκλητικά αρνούνται σήμερα να επιστρέψουν. Ποιοι, πότε και πόσα επιτέλους —εκτός απ’ τους ποδοσφαιριστές και καλαθοσφαιριστές — απ’ αυτούς τους λυμεώνες επέστρεψαν τα κλεμμένα;
Υ.Γ. 2. Τα πρόσφατα γεγονότα στην ΚΝΕ και η καθαίρεση από την ηγεσία του ΚΚΕ του ΚΣ της ΚΝΕ επιβεβαιώνουν απόλυτα όσα γράφαμε πιο πάνω, τόσο για το ΚΚΕ όσο και για τον τρόπο που τα σχολίασε ο τύπος. Δείχνουν ολοκάθαρα ότι η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ ενώ ορκίζεται στο όνομα της περεστρόικα, παραμένει βαθύτατα σταλινική τόσο στις μεθόδους όσο και στο περιεχόμενο της πολιτικής του, και ότι αντίθετα απ’ ό,τι λένε οι αστικές φυλλάδες οι σταλινικές μέθοδοι συμβαδίζουν —όπως σχεδόν πάντα άλλωστε— με δεξιό πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, με το σημερινό προδοτικό συμβιβασμό με τη ληστρική αστική τάξη.
Η καθαίρεση με διοικητικό μέτρο, του ΚΣ της ΚΝΕ δεν είναι απλά αντιδημοκρατικό μέτρο αλλά κλασική και καραμπινάτη σταλινική ενέργεια που θυμίζει τις σταλινικές εκκαθαρίσεις διαφωνούντων στα τέλη της δεκαετίας του 20. Εκκαθαρίσεις που οδήγησαν στη μονολιθικότητα και τη μετέπειτα βίαιη και αιματηρή καταστολή. Είναι σταλινική μονολιθικότητα και όχι δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Γιατί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός βασίζεται και έχει σαν αναγκαία προϋπόθεση την πιο πλατιά δημοκρατική συζήτηση στις γραμμές του κόμματος. Απ’ αυτήν την πολιτικό-ιδεολογική διαπάλη διαφόρων απόψεων προκύπτει η γραμμή του κόμματος και η οποιαδήποτε πολιτικό-ιδεολογική καθοδήγηση, που νομιμοποιείται πολιτικά απ’ αυτήν ακριβώς την πλατιά συζήτηση και αντιπαράθεση.
Ιδιαίτερα όμως σήμερα που έχουμε να κάνουμε με ζήτημα στρατηγικής φύσης, όπως η στήριξη της κυβέρνησης ΝΔ, που συνιστά συμβιβασμό με την ληστρική άρχουσα τάξη σε φάση μείζονος κρίσης της ελληνικής κοινωνίας, μια τέτια πλατιά συζήτηση δεν έγινε, (θάταν φαιδρό βέβαια να υποστηρίξει κανείς ότι αυτή η απόφαση στήριξης της κυβέρνησης ΝΔ εμπεριέχονταν στις αποφάσεις του προηγούμενου συνεδρίου). Δεν έγινε όχι μόνο πριν από τις εκλογές αλλά εμποδίστηκε κι εμποδίζεται συστηματικά μέχρι σήμερα, απ’ την ηγεσία του ΚΚΕ που προσπαθεί με τις σταλινικές συνταγές να αποφύγει αυτή τη συζήτηση. Καθαίρεση βουλευτή μέλους της ΚΕ, άλλων μελών δημοσιογράφων, άλλων στελεχών και τελικά του ΚΣ της ΚΝΕ. Κι αφού θάχει πια εκδιώξει όλους τους επικίνδυνους διαφωνούντες, θα μαγειρέψει το συνέδριο της, με τους δικούς της. Οι καθαιρέσεις λοιπόν γίνονται γιατί η ηγεσία δεν μπορεί να πείσει με επιχειρήματα τη βάση ότι είναι σωστή.
Αυτή όμως η πρακτική δεν είναι μόνο σταλινική αλλά αντιλενινιστική. Για να δείξουμε καθαρά τη διαφορά συμπεριφοράς, θα διαλέξουμε εσκεμμένα ένα παράδειγμα όπου οι διαφωνούντες έχουν λαθεμένη άποψη επί της ουσίας. Όταν το Π.Γ. του Μπολσεβίκικου κόμματος συζητούσε σχεδόν επί ένα μήνα για το ζήτημα της ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόβσκ και μετά από αλλεπάλληλες αποφάσεις — όπου ο Λένιν ήταν μειοψηφία— έφτανε στην τελική σωστή απόφαση, το τακτικό συμβιβασμό της υπογραφής της συνθήκης για την ειρήνη με τους Γερμανούς ιμπεριαλιστές, το γραφείο της κομματικής οργάνωσης της Μόσχας, που διαφωνούσε μ’ αυτήν την επιλογή, έκανε ανοιχτή προπαγάνδα ενάντια της, χωρίς ποτέ καμιά καθοδήγηση, ούτε και ο Λένιν να ζητήσει την καθαίρεση της ή τη διαγραφή τους. Έφτασαν μάλιστα μέχρι το σημείο να πάρουν ομόφωνα απόφαση μομφής (!) της ΚΕ του κόμματος και να δηλώσουν ότι δεν θα υπακούσουν πια σ’ αυτήν μέχρι το επόμενο συνέδριο, απειλώντας ανοιχτά με διάσπαση. Ο Λένιν τότε θεώρησε και έγραψε ότι όλα τα πάρα πάνω ήταν στοιχειώδες δικαίωμά τους, δεν διανοήθηκε να πάρει κανένα διοικητικό μέτρο και τους πολέμησε μόνο πολιτικο-ιδεολογικά μέσα απ’ τα έντυπα του κόμματος .
Πρέπει να πούμε ακόμη ότι η περίφημη απόφαση του 10ου συνεδρίου του 1921 για την ενότητα του κόμματος (γνωστή σαν ενάντια στις φράξιες), που περιορίζει αποφασιστικά τα δικαιώματα των διαφωνούντων, αφού επιτρέπει στην πλειοψηφία της ΚΕ να διαγράψει οποιονδήποτε ακόμη και μέλος της, με απλή πλειοψηφία κι έτσι να αλλάζει τη σύνθεση της, τη σύνθεση του Π.Γ. αλλά και του Συνεδρίου, είχε γίνει δεκτή από το Λένιν, σαν «ακραίο μέτρο», σαν «έκτακτο», που αποφασίστηκε λόγω «επικίνδυνης κατάστασης στην οποία βρίσκεται η επανάσταση» (το 1920). Αυτή η θέση άνοιξε διάπλατα το δρόμο στη σταλινική μονολιθικότητα, επιτρέποντας στη σταλινική ηγεσία να διαγράψει διαδοχικά όλους τους διαφωνούντες, και σήμερα δεν έχει απολύτως κανένα λόγο ύπαρξης. Η υλοποίηση συνεπώς αυτής της θέσης με την τελευταία καθαίρεση του ΚΣ της ΚΝΕ, απ’ την ΚΕ του ΚΚΕ μας πάει όχι στην περεστρόικα αλλά στο σταλινικό μεσαίωνα.
Τέλος δεν μπορεί να μην αναφερθούμε στον αποκρουστικό πατερναλισμό που αποπνέει η καθαίρεση και στην αναχρονιστική και αντιδραστική αντίληψη περί οργανώσεων ιμάντα μεταβίβασης των αποφάσεων του Π.Γ. Οι διάφορες οργανώσεις έχουν αυτοτελεί υπόσταση και αυτονομία, δική τους οργανωτική ζωή μόνο φαινομενικά. Στην πραγματικότητα όμως είναι απλά εκτελεστικά όργανα στην υπηρεσία του Π.Γ. Κι όσο εκτελούν τυφλά τις διαταγές έχει καλώς, αλλιώς τους διορίζουμε τους κηδεμόνες τους που θα τους πάρουν απ’ το χεράκι να τους οδηγήσουν στο σωστό δρόμο μέσα απ’ την κομματική εργασιοθεραπεία και όσους στρώσουν στο καθώς πρέπει συνέδριο.
Υ.Γ. 3. Η γενικευμένη κρίση της ελληνικής κοινωνίας και η αναγκαιότητα να παιχτούν πια όλα για όλα, οδήγησε και το γνωστό μας «αντιεξουσιαστή» στο πλήρες ξεσκέπασμά του, τον υποχρέωσε να ρίξει από μόνος του τη μάσκα, θέλοντας να κριτικάρει τον Παπανδρέου, έφτασε στο σημείο να τον κατηγορήσει «για πρόκληση προς τους θεσμούς και την ομαλή πορεία του τόπου», για «τακτική φανατισμού», να τον κατακεραυνώσει για το «εμπρηστικό του κείμενο», για την «αποχώρηση βουλευτών από την ψηφοφορία στη Βουλή» αλλά και για τη «φημολογούμενη αποχή από τις προσεχείς εκλογές». Μια τέτια κριτική μπορεί νάναι θεμιτή από άποψη αρχών κι ανεξάρτητα από το αν είναι σωστή ή όχι, για έναν αστό πολιτικό, για έναν ρεφορμιστή της αριστεράς, δεν μπορεί όμως να στέκει, απ’ την πάρα πάνω σκοπιά των αρχών, για έναν αντιεξουσιαστή. Αυτός είναι, εξ ορισμού αντίθετος σε κάθε θεσμό εξουσιαστικό και ιδιαίτερα στους σημερινούς παραπαίοντες αστικούς, που εξουσιάζουν το λαό, και συνεπώς δεν μπορεί να κριτικάρει κάποιον αστό πολιτικό —οτιδήποτε κι αν του καταλογίζει— ότι τους δυναμιτίζει, χωρίς να παραβιάζει τις ίδιες του τις αρχές και τα πιστεύω του. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν όχι με έναν αντιεξουσιαστή αλλά με έναν μασκαρά και αγύρτη, του οποίου ο ρόλος είναι να σκορπάει σύγχυση στο χώρο της άκρας αριστεράς, και σε ορισμένους αγνούς αλλά αφελείς αντιεξουσιαστές και αναρχικούς. Κι εδώ οφείλουμε να δώσουμε μια απάντηση, σε μια ερώτηση που μας είχαν απευθύνει ορισμένοι δημοσιογράφοι στα πρώτα χρόνια της δράσης μας. Ρώταγαν τότε, θέλοντας ν’ αποδείξουν ότι δεν είμαστε αριστεροί: Γιατί δεν έγιναν στη διάρκεια της δικτατορίας, τέτιες ενέργειες σαν τις δικές σας; Η απάντηση σήμερα είναι προφανής. Με τέτιους ανθρώπους σαν τον «αντιεξουσιαστή» μας, μπορούσαν ποτέ οι αντιστασιακές οργανώσεις της άκρας αριστεράς να αναπτύξουν ένοπλη αντιστασιακή δραστηριότητα; Κι αυτό που δυστυχώς πέτυχαν τότε εμποδίζοντας αυτή την ένοπλη αντιστασιακή δράση, προσπαθούν να το πετύχουν και σήμερα.

1989-10-09 Μπακογιάννης

Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ
Αθήνα 9-10-89
Αυτή τη φορά ο τύπος και τα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης όχι μόνο συναγωνίστηκαν στην ψευδολογία και την αποπληροφόρηση αλλά έκαναν και ένα βήμα πιο μπροστά. Χρησιμοποιώντας τις μοντέρνες τεχνικές της διαφήμισης και του μάρκε-τιγκ, οργάνωσαν ολόκληρη εκστρατεία μαζικής πλύσης εγκεφάλου εγκαινιάζοντας πανηγυρικά το πλουραλιστικό καθεστώς του πολιτικό-ιδεολογικού ολοκληρωτισμού, της φασιστικής τρομοκράτησης των πλατιών μαζών, δίνοντας ένα μικρό δείγμα του είδους της δημοκρατίας που θα εγκαθιδρύσει ο Μητσοτάκης. Τέτιες τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές καμπάνιες είχε να γνωρίσει ο λαός μας μόνο τα χρόνια της χούντας.
Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το ζοφερό κλίμα θα προσπαθήσουμε ν’ απορίψουμε ορισμένα απ’ τα διάφορα προϊόντα που επιχείρησαν να μας πλασάρουν οι διάφοροι διαφημιστές-δημοσιογράφοι με τη δύναμη όχι της λογικής και του επιχειρήματος αλλά του ψεύδους και της συνεχούς επανάληψης του.
Το πρώτο απ’ αυτά τα προϊόντα είναι ότι οι αγωνιστές της 17Ν είναι τελείως απομονωμένοι και ότι δεν εκπροσωπούν απολύτως κανένα. Είναι γνωστό ότι στις πρόσφατες εκλογές είχαμε ζητήσει από όσους μας υποστηρίζουν να ψηφίσουν άκυρο-17Ν, λευκό ή αποχή ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες, θα χρησιμοποιήσουμε λοιπόν εδώ σαν αποδεικτικό μέσο τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών της 18 Ιουνίου, παρ’ ότι δεν πιστεύουμε ότι αυτά δεν είναι αντιπροσωπευτικά της πραγματικής μας δύναμης και την παρουσιάζουν μικρότερη από όση είναι στην πραγματικότητα. Τα δεχόμαστε όμως σαν μια απλή ένδειξη με την πάρα πάνω επισήμανση και επιφύλαξη.
Σε συνθήκες λοιπόν τελείως δυσμενείς για μας και χωρίς καμιά ουσιαστική προεκλογική εκστρατεία, τα άκυρα και τα λευκά υπερδιπλασιάζονται και περνάνε από 57.372 (0,9%) το 85 σε 147.918 (2,22%). Πιστεύουμε ότι ένα μικρό μόνο μέρος απ’ αυτά δεν ανήκουν στο επαναστατικό ρεύμα και τη 17Ν, αφού είχαμε κάνει τελείως ξεκάθαρο τι θα σημαίνουν αυτοί οι ψήφοι. Στη χειρότερη λοιπόν για μας περίπτωση οι ψήφοι που δεν μας ανήκουν — ορισμένοι κυρίως λευκοί που είχαν και άλλη έννοια και ανέρχονται συνολικά σε 19.367 (0,29%)— δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 0,22%. Συνεπώς οι άκυροι και λευκοί ψήφοι που έχουν δοθεί στο επαναστατικό ρεύμα και τη 17Ν ανέρχονται χοντρικά σε περίπου 130.000 δηλαδή 2%.
Η μελέτη της αποχής είναι κάπως πιο δύσκολη γιατί οι αριθμοί δεν είναι ακριβείς για διάφορους λόγους. Η αποχή από 19,8% το 85 έφτασε το 20,41% τον Ιούνη. Στις συγκεκριμένες όμως συνθήκες της χώρας μας υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν σαν δεδομένα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει, σημαντική αποχή Δυτικοευρωπαϊκού τύπου πούχει αιτία την αποπολιτικοποίηση, προτιμάει κάποιος να πάει στην εξοχή παρά να ψηφίσει, λόγω της καταλυτικής σημασίας του ρουσφετιού, της πλατιάς και μαζικής εξαγοράς ψήφων που κάνει θραύση κυρίως στην επαρχία και πούχει σαν συνέπεια να ψηφίζουν ακόμη και ετοιμοθάνατοι. Έτσι η αποχή που καταγράφεται αποτελείται από τη μια από ανθρώπους που πραγματικά και για λόγους ανωτέρας βίας δεν μπορούν να ψηφίσουν, κατηγορία που όπως δείχνει το παράδειγμα των άλλων χωρών σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να φτάνει το 20%, κι ούτε καν το 10%, και απ’ την άλλη από ανθρώπους που διαφωνούν πολιτικά-ιδεολογικά με το κοινοβουλευτικό θέατρο, χώρος στο οποίο δεσπόζει το επαναστατικό ρεύμα της άκρας αριστεράς. Είναι άλλωστε πασίγνωστο ότι μετά το 74 πάρα πολλοί αγωνιστές της άκρας αριστεράς δεν ψήφιζαν. Είναι λοιπόν τελείως λογικό και θεμιτό να θεωρήσουμε ότι από το 20,41% της αποχής ένα ποσοστό που ανέρχεται τουλάχιστον στο 2 με 3% ανήκει στο επαναστατικό ρεύμα.
Συνολικά λοιπόν είτε σαν άκυρο-λευκό είτε σαν αποχή, οι ψήφοι που δόθηκαν στο επαναστατικό ρεύμα και τη 17Ν σαν κύρια δύναμη του χώρου ανέρχονταν σε 4 με 5%, σύμφωνα με το εκλογικό αποτέλεσμα της 18 Ιούνη. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται κάτω απ’ την πραγματική μας δύναμη, αφού ένας κόσμος που μπορεί να μας υποστηρίζει, προτίμησε για λόγους χρήσιμης ψήφου να ψηφίσει είτε Συνασπισμό είτε ΠΑΣΟΚ. Το ελάχιστο λοιπόν αυτό ποσοστό των 4 με 5% σύμφωνα με τα εκλογικά αποτελέσματα καθιστούν το επαναστατικό ρεύμα και τη 17Ν την τέταρτη πολιτική δύναμη της χώρας μετά τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ, και πάνω απ’ την ΕΑΡ που δεν εκπροσωπεί ούτε 1,6%, τη ΔΗΑΝΑ, το ΚΚΕ εσ. ΆΑ και λοιπούς.
Εδώ μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι τα πάρω πάνω είναι αυθαίρετα. Εμείς υποστηρίζουμε ότι όχι μόνο δεν είναι αυθαίρετα αλλά αντίθετα είναι σωστές εκτιμήσεις που επιβεβαιώνονται από τα πάρα κάτω: 1) Όταν πήραμε την πάρα πάνω προεκλογική θέση, διάφοροι δημοσιογράφοι έγραψαν ότι η 17Ν παίρνει μεγάλο ρίσκο γιατί αν οι πάρα πάνω ψήφοι άκυροι-λευκοί κυρίως, συρικνωθούν σε ασήμαντα ποσοστά, τύπου 0,0…%, θάχει πλέον αποδειχτεί ότι η 17Ν είναι τελείως απομονωμένη. Κανένας λοιπόν απ’ όλους αυτούς τους δημοσιογράφους, που δεν χάνουν ευκαιρία να χτυπάνε τη 17Ν, δεν τόλμησε να επιχειρήσει ν’ αποδείξει κάτι τέτιο με βάση τα εκλογικά αποτελέσματα. 2) Γνωστός Ιταλός δημοσιογράφος ειδικευμένος σε θέματα «τρομοκρατίας» δήλωνε προεκλογικά ότι η θέση της 17Ν θ’ αποβεί μπούμεραγκ γι’ αυτήν, κρίνοντας προφανώς απ’ την Ιταλία και προεξοφλώντας το ασήμαντο ποσοστό τους. Ούτε αυτός που σαν ειδικευμένος γνωρίζει ασφαλώς τ’ αποτελέσματα βγήκε να πει λέξη. 3) Γνωστός δημοσιογράφος του συγκροτήματος που κάθε άλλο μας συμπαθεί, διαφώνησε με το διευθυντή του, που έγραψε σχολιάζοντας τα εκλογικά αποτελέσματα ότι τέταρτη πολιτική δύναμη είναι η ΔΗΑΝΑ, λέγοντας ότι σύμφωνα με τα εκλογικά αποτελέσματα τέταρτη πολιτική δύναμη δεν είναι η ΔΗΑΝΑ αλλά η 17Ν αποδίδοντας μας έτσι έμμεσα πάνω από 65.867 (1%) ψήφους.
Αυθαίρετα λοιπόν είναι αυτά που διαφημίζουν οι διάφοροι τσαρλατάνοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί ότι είμαστε απομονωμένοι και ότι δεν εκπροσωπούμε κανένα. Αντίθετα κανένας σήμερα δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει σοβαρά ότι είμαστε η τέταρτη πολιτική δύναμη στη χώρα κι ότι μόνο οι εκλογές του Ιούνη δείχνουν μια δύναμη που μπορεί να υπολογιστεί σε τουλάχιστον 4 με 5%. Είναι τέλος λογικό, ότι τόσο η εκλογική αναμέτρηση όσο και η θέση μας για άκυρο-λευκό-αποχή, όντας ένα πεδίο αναμέτρησης τελείως δυσμενές για μας, έδωσαν ένα ποσοστό μικρότερο απ’ την πραγματική μας δύναμη, πράγμα άλλωστε που ανταποκρίνεται στα μεγαλύτερα ποσοστά που δίνουν όλες οι σφυγμομετρήσεις πούγιναν κατά καιρούς για τη 17Ν.
Αυτό λοιπόν το εκλογικό αποτέλεσμα σημαίνει ότι τουλάχιστον 260.000 με 325.000 συμφωνούν και επιδοκιμάζουν τις ενέργειες, επικροτούν απόλυτα τη συνεπή 15χρονη ένοπλη επαναστατική δραστηριότητα μας. Σημαίνει ότι όχι μόνον η 17Ν δεν απέτυχε αλλά αντίθετα πέτυχε εκεί όπου όλοι οι άλλοι επαναστάτες της άκρας αριστεράς απέτυχαν. Πέτυχε να βάλει ένα φρένο στη διαδικασία της συνεχούς και βαθμιαίας περιθωριοποίησης, μαρασμού και αφερεγγυότητας της επαναστατικής πρότασης, που προωθεί το καθεστώς απ’ το 74, κάνοντας την επίκαιρη, φερέγγυα αλλά και σημαία συσπείρωσης όλων των επαναστατών. Πέτυχε να γίνει ο κύριος πόλος αναφοράς όλων όσων απορίπτουν τις διάφορες ρεφορμιστικές διαδικασίες. Πέτυχε να καταδείξει ότι 15 χρόνια μεταπολίτευσης δεν κατόρθωσαν να συρικνώσουν το επαναστατικό ρεύμα κι ότι αυτή η πολιτική δύναμη που αγωνίζεται για μια ριζική επαναστατική αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας παραμένει και είναι πολύ ισχυρή μέσα στη χώρα. Αυτήν την αναμφισβήτητη αλήθεια έχουν συνειδητοποιήσει οι ηγεσίες όλων των κομμάτων ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και αυτή εξηγεί την ανώτερη ποιοτικά σημερινή συντονισμένη αντεπαναστατική επίθεση τους.
Το δεύτερο προϊόν της διαφημιστικής καμπάνιας πλύσης εγκεφάλου του καθεστώτος είναι ότι είμαστε τρομοκράτες του ελληνικού λαού, και η δήθεν αγνή κραυγή αγωνίας «πότε θα σταματήσει αυτός ο κύκλος του αίματος της 17Ν».
Έχουμε γράψει και άλλοτε ότι η δράση μας είναι ένοπλο αντάρτικο πόλης που χτυπάει επιλεκτικά διάφορους εχθρούς του λαού και όχι τρομοκρατία που είναι η εξάσκηση βίας με κύριο στόχο τον εκφοβισμό πλατύτερων στρωμάτων, μια βόμβα μέσα στον κόσμο στην πλατεία Συντάγματος. Δεν χρειάζεται εδώ να σταθούμε ιδιαίτερα γιατί οι πάντες γνωρίζουν ότι κανένας εργαζόμενος δεν τρομοκρατείται απ’ τη 17Ν και ότι κανείς δεν κινδυνεύει.
Άλλωστε και μόνον η φράση τους «15 θύματα σε 14 χρόνια δράσης» καθιστά καταγέλαστη την άποψη τους ότι η 17Ν τρομοκρατεί τον ελληνικό λαό. Μπορεί ίσως να τρομοκρατούνται μερικοί αλλά αυτοί δεν ξεπερνούν τα 5.000 άτομα σε πληθυσμό 10 εκατομμυρίων, και είναι μια τελείως ασήμαντη μειοψηφία, τελείως ξεκομμένη απ’ τον ελληνικό λαό. Είναι ο ηγετικός όμιλος της άρχουσας μεγαλοκαπιταλιστές τάξης και όσοι βρίσκονται στις κορυφές της ιεραρχικής κρατικής εξουσίας.
Ενώ λοιπόν «οι σφαίρες της 17Ν» δεν τρομοκρατούν και ούτε θα μπορούσαν ποτέ να τρομοκρατήσουν τον ελληνικό λαό, γίναμε μάρτυρες μιας άλλης άσφαιρης αλλά πραγματικής και σε ασύλληπτα μεγαλύτερη κλίμακα επιχείρησης τρομοκράτησης και εκφοβισμού του. Είναι η μαζική εκστρατεία των μέσων μαζικής ενημέρωσης τόσο ηλεκτρονικών όσο κι έντυπων, πανομοιότυπη μ’ αυτές που γνώρισε ο λαός μας στη διάρκεια της χούντας ενάντια στους αντιστασιακούς «τρομοκράτες» του λαού. Είναι η μαζική πλύση εγκεφάλου δίκην διαφημιστικής καμπάνιας να πειστεί με το ζόρι ο λαός ότι κινδυνεύει απ’ τους «τρομοκράτες», και συνάμα η προσπάθεια εκφοβισμού του με τα διάφορα «αντιτρομοκρατικά» μέτρα, νόμους, αστυνομικά σώματα και λοιπά. Και αυτά όλα σε μια φάση όπου η ΝΔ πασχίζει να δείξει ένα δημοκρατικό πρόσωπο ανανεωμένο για να κερδίσει την αυτοδυναμία. Ο καθένας λοιπόν μπορεί να αντιληφθεί αν και πού υπάρχει τρομοκρατία και τι είδους είναι η δημοκρατία που επαγγέλονται.
Υπάρχουν ορισμένοι κύριοι, συνήθως πολιτικοί, εκδότες, δημοσιογράφοι, αλλά και ορισμένοι άλλοι, που μετά από κάθε ενέργεια της 17Ν, ωσάν πραγματικές στρουθοκάμηλοι, βγάζουν το κεφάλι τους από την άμμο, βλέπουν μόνο την ενέργεια της 17Ν, αρχίζουν να τσιρίζουν και να συναγωνίζονται σε άναρθρες κραυγές κατακεραυνώνοντας τη 17Ν γιατί δεν σέβεται το ύψιστο αγαθό, την ανθρώπινη ζωή. Οι κύριοι αυτοί μετατρέπονται στη συνέχεια σε κροκόδειλους, χύνοντας μερικά δάκρυα κι εγκαθίστανται αναπαυτικά στα διάφορα βρωμόνερα όπου επιδίδονται με άνεση στη γνώριμη τους ασχολία, το μεγάλο τσιμπούσι. Αυτοί οι ευαίσθητοι και σφόδρα ανησυχούντες κύριοι στην προσπάθεια τους να σταματήσουν επιτέλους αυτόν τον περίφημο κύκλο του αίματος της 17Ν, δεν μπορούν να διακρίνουν έναν άλλον ωκεανό αίματος που είναι δίπλα τους και που τροφοδοτεί το μεγάλο φαγοπότι τους.
Δεν βλέπουν ότι στα τελευταία 15 χρόνια, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές του καθεστώτος, δολοφονήθηκαν στα διάφορα βιομηχανικά κάτεργα και στα σαπιοκάραβα των εφοπλιστών τουλάχιστον 2000 εργάτες και σακατεύτηκαν σοβαρά τουλάχιστον 150.000 άλλοι. Δεν βλέπουν ότι το νέφος δολοφονεί κάθε χρόνο περίπου 100 κατοίκους του λεκανοπεδίου και 5000 μόνο το 87, και προκαλεί σοβαρές βλάβες στην υγεία των ασθενέστερων. Δεν βλέπουν ότι το καθεστώς δολοφόνησε και σακάτεψε δεκάδες χιλιάδες ασθενείς στα μεσαιωνικά αχούρια-δημόσια νοσοκομεία του. Οι κύριοι αυτοί δεν βλέπουν τους ζωντανούς-νεκρούς, λογικό προϊόν του κοινωνικού καρκίνου της ανεργίας και των μισθών πείνας, που φυτοζωούν στο περιθώριο και οδηγούνται νομοτελειακά στη μιζέρια, στα ναρκωτικά, τα ψυχοφάρμακα, τον αλκοολισμό, τις ασθένειες, τα ψυχιατρεία, τον αργό θάνατο. Οι κύριοι αυτοί δεν βλέπουν τέλος ότι όλος αυτός ο ωκεανός αίματος και ανθρώπινης δυστυχίας δεν είναι τυχαίος αλλά συνέπεια συστηματικής πρακτικής του καθεστώτος, είναι η άλλη όψη του πλούτου, είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να μπορέσει μια πολύ μικρή μειοψηφία να οικοδομήσει αστρονομικές περιουσίες και να ζει μέσα στην προκλητική χλιδή.
Έτσι λοιπόν οι κύριοι αυτοί δεν βλέπουν ότι το καθεστώς αυτό της καπιταλιστικής βαρβαρότητας είναι κατ’ εξοχήν ανθρωποκτόνο και κανιβαλικό, αφού έχει βασίσει τη μεγιστοποίηση του κέρδους και τον προκλητικό πλούτο των ολίγων στο ανθρώπινο αίμα, τον πόνο και τη δυστυχία. Ότι είναι ένα καθεστώς που όχι μόνο δεν σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όπως διακηρύσσεται στο σύνταγμα του, αλλά την περιφρονεί προκλητικά. Ότι όχι μόνο δεν σέβεται τις ανθρώπινες αξίας, και την ύψιστη, το δικαίωμα στη ζωή, αλλά τις καταπατάει συστηματικά, τις έχει κουρελιάσει και καταξευτελίσει.
Η ευαισθησία τους λοιπόν ηχεί ψεύτικη, υποκριτική και ιδιοτελής. Ψεύτικη και υποκριτική γιατί συγκριτικά με τις σημερινές άναρθρες κραυγές και φωνασκίες τους, θάπρεπε τουλάχιστον την τελευταία 15ετία να εκφράζουν καθημερινά την αγανάκτηση τους, με συνεχείς δημοσιογραφικές εκστρατείες, με πηχιαίους τίτλους, με δριμύες καταγγελίες, με την πρόταση και εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων προστασίας της ζωής των εργαζομένων —κι όχι με σποραδικά μονόστηλα στις εσωτερικές σελίδες — θάπρεπε να κατακεραυνώνουν καθημερινά αυτή τη βάναυση καταπάτηση του δικαιώματος στη ζωή αυτών των δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων στο βωμό της μεγιστοποίησης του καπιταλιστικού κέρδους, θάπρεπε να κατακεραυνώνουν τους υπεύθυνους μεγαλοβιομήχανους, τους εφοπλιστές, την πολιτική εξουσία.
Υποκριτική και ιδιοτελής τέλος γιατί όλοι αυτοί οι κύριοι, όντας περισσότερο ή λιγότερο σημαντικά γρανάζια αυτού του καθεστώτος, συμμετέχουν στο μεγάλο τσιμπούσι ροκανίζοντας τα κόκαλα που τους ρίχνουν οι διάφοροι μεγαλοκαρχαρίες και το καθεστώς. Αν λοιπόν η ευαισθησία τους για την καταπάτηση του δικαιώματος στη ζωή ήταν ειλικρινής, θάπρεπε νάχαν παραιτηθεί από τις θέσεις τους από καιρό για να μην πούμε ότι θάπρεπε νάχαν αυτοκτονήσει.
Η ένοπλη λοιπόν δράση της 17Ν όχι μόνο είναι θεμιτή και νόμιμη, αλλά είναι και η μόνη ηθική πολιτική δράση που μας επιτρέπει αυτό το ανθρωποκτόνο και βάρβαρο καθεστώς. Είναι η υψηλότερη αλλά και μόνη πραγματική εκδήλωση ουμανισμού που μας επιτρέπει αυτή η κοινωνία, είναι η μόνη πολιτική δραστηριότητα που πηγάζει και βασίζεται στις προαιώνιες ανθρώπινες αξίες και κύρια στο αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε εργαζόμενου στην εργασία, στο αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε εργαζόμενου να ζει μια ανθρώπινη ζωή χωρίς να σακατεύεται, χωρίς να δολοφονείται, χωρίς να δηλητηριάζεται καθημερινά από το νέφος, χωρίς να οδηγείται μέσω της ανεργίας στον αργό θάνατο με τα ναρκωτικά και τη μιζέρια.
Το τρίτο προϊόν που προσπάθησε να πλασάρει αυτή η διαφημιστική καμπάνια ήταν ο Μπακογιάννης, αγνός βουλευτής, αναπτύσσοντας την σε δύο άξονες παράλληλους και συμπληρωματικούς. Απ’ τη μια παρουσιάζεται ότι ο Μπακογιάννης εκτελέστηκε δήθεν γιατί ήταν αντιδικτατορικός ή γιατί ήταν ο πρωτεργάτης συμφιλίωσης δεξιάς-αριστεράς και απ’ την άλλη αποκρύβονται συστηματικά τόσο οι απάτες του όσο και το γεγονός ότι είχαν επισημανθεί απ’ την επίσημη δικαιοσύνη του καθεστώτος και όχι από την 17Ν. Έτσι αυτή η διαφημιστική καμπάνια δεν αρκέστηκε στο να καταδικάσει την εκτέλεση με τα κλασικά επιχειρήματα, αλλά κινήθηκε σ’ ένα επίπεδο μαζικής πλύσης εγκεφάλου ολοκληρωτικού τύπου αφού όχι μόνο αναποδογύρισε τα γεγονότα κάνοντας το μαύρο άσπρο, όχι μόνο πρόβαλε άσχετα πράγματα, όχι μόνο απέκρυψε την ταμπακιέρα και διέγραψε με μιας τις απάτες του Μπακογιάννη σαν να μην υπήρξαν, αλλά το κυριότερο απαγόρεψε κι εμπόδισε συστηματικά οποιονδήποτε, ακόμη κι αν καταδίκαζαν την εκτέλεση, να μιλήσει γι’ αυτές (οι ελάχιστοι που μίλησαν από θέση άμυνας απέναντι σ’ αυτήν την επίθεση δεν δίστασαν να μεταμορφωθούν σε δικαστές και να αθωώσουν το Μπακογιάννη με δυο αράδες).
Όλοι αυτοί οι κύριοι όμως θα πρέπει επιτέλους να διαλέξουν. Ή το οποιοδήποτε παρελθόν και παρόν άσχετο με τις απάτες του τον αθωώνει, οπότε δεν μπορούν να παραπέμψουν π.χ. τον Παπανδρέου με του οποίου το αντιδικτατορικό, πολιτικό, ακαδημαϊκό παρελθόν δεν μπορεί να συγκριθεί ο Μπακογιάννης, ή όλα αυτά δεν παίζουν κανένα ή μηδαμινό ρόλο στην υπόθεση και σημασία έχουν οι απάτες τους και τίποτε άλλο.
Όσον αφορά λοιπόν τις απάτες, είναι προφανές και κατανοητό στον καθένα ότι η 17Ν δεν αποδέχεται το αστικό νομικό πλαίσιο και καθεστώς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν το λαβαίνει υπόψη της. Οι απάτες του Μπακογιάννη εντοπίστηκαν απ’ την ίδια την αστική δικαιοσύνη του καθεστώτος, κι όχι από τη 17Ν. Τόσο απ’ το χουντικό εισαγγελέα Δωρή όσο και από τον εισαγγελέα Ευθυ-μιάδη αλλά και από άλλους. Μπορεί να υπάρχει διάσταση απόψεων και αμφισβήτηση στα πλαίσια του αστικού νόμου, για το αν οι απάτες του Μπακογιάννη ήταν κακούργημα ή πλημμέλημα, για το ποιες παραγράφονται ή όχι, κανένας όμως επίσημος θεσμός της δικαιοσύνης του καθεστώτος δεν αρνήθηκε ποτέ ότι οι απάτες αυτές έγιναν.
Όλη αυτή η καμπάνια δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη και μάταιη προσπάθεια του ένοχου πολιτικού κόσμου, που οντάς τελείως πανικοβλημένος επιχείρησε μια χυδαία παραχάραξη της πραγματικότητας και της πρόσφατης ιστορίας του τόπου. Συνάμα είναι μια εκδήλωση περιφρόνησης, καταρράκωσης και εξευτελισμού της ίδιας της δήθεν ανεξάρτητης δικαιοσύνης τους και τρομοκράτησης (ο εισαγγελέας Ευθυμιάδης απειλείται ανοιχτά), για την οποία μπορεί νάναι περήφανος ο αριστερός υπουργός Κουβέλης.
Δύο μόνο στοιχεία δείχνουν το έωλο αλλά και το μάταιο της όλης εκστρατείας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θεώρησε υποχρέωση του να υπερασπιστεί το Μπακογιάννη χαρακτηρίζοντας τον έντιμο. Το τυπικό και δικολαβικού τύπου επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε από μερικούς: Πώς γνώριζαν την αναφορά του εισαγγελέα Ευθυμιάδη της 1ης Ιούνη αφού λένε ότι είχαν αποφασίσει την εκτέλεση από τα πριν; Η διατύπωση και μόνο αυτού του επιχειρήματος προϋποθέτει αποδοχή της απάτης του Μπακογιάννη και της ενοχής του, αφού δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τους, αλλά απλώς το πώς μάθαμε τη συγκεκριμένη αναφορά.
Παρ’ όλη τη συστηματική παραχάραξη της πραγματικότητας απ’ την πλευρά του πολιτικού κόσμου, με πρωτοστατούσες τις ηγεσίες της ΝΔ και του Συνασπισμού, η εκστρατεία αυτή και πάλι απέτυχε. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός που γνώρισε καλά από μήνες τις απάτες του Μπακογιάννη, αντιλήφθηκε απ’ τις πρώτες ώρες και πριν ακόμη δημοσιευθεί η προκήρυξη μας, για ποιους λόγους είχε εκτελεστεί και επικρότησε στη μεγάλη πλειοψηφία του τη δίκαιη εκτέλεση ενός απ’ τους απατεώνες συνένοχους του Κοσκωτά. Και παρ’ ότι έδωσαν άλλο περιεχόμενο στην εκτέλεση και προσπάθησαν να την εκμεταλλευτούν προεκλογικά λέγοντας ότι μας έβαλε το ΠΑΣΟΚ, απέτυχαν οικτρά στο να κινητοποιήσουν το παραμικρό λαϊκό στρώμα, πέρα απ’ τους γνωστούς τραμπούκους της ΝΔ, τις κυράτσες της και τους αξιοθρήνητους Σιάντους του Συνασπισμού.
Στο σημείο αυτό και επειδή την ημέρα της εκτέλεσης γίνονταν η παραπομπή-θέατρο του Παπανδρέου, για την οποία μιλάγαμε αλλά δεν γνωρίζαμε ότι θα συμπέσει με την παραπομπή, οφείλουμε μια εξήγηση. Όσο και αν φαίνεται περίεργο η σύμπτωση αυτή είναι τυχαία και άλλωστε λειτούργησε σε βάρος μας. Και αν βέβαια τα τσακάλια οι δημοσιογράφοι, που γνωρίζουν συνήθως τα πάντα, έψαχναν στοιχειωδώς θα το ανακάλυπταν. Η ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να γίνει τις προηγούμενες 10 μέρες γιατί το τμήμα της οδού Δημοκρίτου, ανάμεσα στη Σκουφά και την Τσακάλωφ ήταν κλειστό επειδή εκτελούνταν έργα. Τα έργα τελείωσαν την προηγούμενη μέρα Δευτέρα στις 8.15 το πρωί οπότε ελευθερώθηκε ο δρόμος. Τα έργα αυτά μας εμπόδισαν γιατί δεν υπήρχε απολύτως κανένας άλλος δρόμος διαφυγής, γρήγορος και χωρίς φανάρια, που να μη βάζει σε κίνδυνο τους συντρόφους, όπως θα το διαπιστώσει όποιος μελετήσει στοιχειωδώς την περιοχή. Απ’ την άλλη δεν είχαμε την πολυτέλεια να χάσουμε ούτε μια μέρα γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να φύγει ο Μπακογιάννης στην Ευρυτανία στο τέλος της βδομάδας και να ματαιωθεί η επιχείρηση όπως και το Μάη. Έτσι λοιπόν παρ’ ότι γνωρίζαμε ότι η σύμπτωση θα λειτουργούσε σε βάρος μας δεν μπορούσαμε να την αναβάλουμε ακόμη και για μια μέρα γιατί παίρναμε έτσι το ρίσκο να ματαιωθεί οριστικά.
Η σύμπτωση αυτή υπήρξε το κύριο επιχείρημα της ηγεσίας του Συνασπισμού φτάνοντας σε πρακτικές που αγγίζουν τα όρια —αν δεν ξεπερνάνε— του ανοιχτού χαφιεδισμού. Κι ενώ ισχυρίστηκαν ότι μας έβαλε το ΠΑΣΟΚ κι ο Παπανδρέου, παράλληλα άρχισαν να γράφουν και να διαδίδουν μέσω των διαφόρων κονδυλοφόρων τους ότι η ενέργεια ευνοεί τη ΝΔ κι ότι μας έβαλε η Διεθνής δεξιά και οι απανταχού μυστικές υπηρεσίες. Δηλαδή μας έβαλε το ΠΑΣΟΚ με σκοπό να ευνοήσουμε τη ΝΔ. Τα διάφορα παραμύθια τους τους έχουν οδηγήσει σε πλήρη σύγχυση. Περιττό να προσθέσουμε ότι κατά τη γνώμη μας αυτή η ενέργεια στις συγκεκριμένες συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας δεν ευνοεί κανένα. Δεν ευνοεί τη ΝΔ, όπως αποδείχτηκε ότι δεν ευνόησε το ΠΑΣΟΚ η ενέργεια ενάντια στον Πέτσο.
Όσα δηλώνει σήμερα η ηγεσία του Συνασπισμού μας θυμίζει την πρακτική του Ιταλικού Κ.Κ. Μόνιμη άποψη του ήταν ότι πίσω απ’ τις Ερυθρές Ταξιαρχίες βρίσκονταν οι μυστικές υπηρεσίες. Επί χρόνια όμως γίνονταν δεκάδες συλλήψεις αγωνιστών των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς ποτέ να τολμήσουν να ψελίσουν λέξη σε βάρος τους. Κατάπιναν τη γλώσσα τους όχι μόνο γιατί δεν μπορούσαν να αμφισβητήσουν ότι οι συλληφθέντες ήταν αγνοί αγωνιστές, αλλά γιατί δεν μπορούσαν και να ισχυριστούν ότι αυτοί οι επώνυμοι αγωνιστές ήταν ποτέ δυνατόν να χειραγωγούνται από τις μυστικές υπηρεσίες. Και παρ’ ότι οι συλλήψεις συνεχίζονταν επί χρόνια και οι εκατοντάδες και χιλιάδες συλληφθέντες τους διέψευδαν πανηγυρικά, αυτοί συνέχιζαν απτόητοι το παραμύθι τους για τις μυστικές υπηρεσίες γιατί ήταν η πιο βολική γι’ αυτούς άποψη.
Τέλος θα πούμε δυο λόγια για το Μίκη. Ο Μίκης έχει μια μεγάλη ιστορία στον τόπο και συνεπώς έχει ορισμένες υποχρεώσεις απέναντι του κι απέναντι στο λαϊκό κίνημα. Δικαίωμα του είναι να μη σέβεται πια αυτήν την ιστορία του. Δεν έχει όμως κανένα δικαίωμα να μη σέβεται αυτό το λαό που κάποτε τον αγάπησε και τον λάτρεψε. Και θάταν το πιο τραγικό πράγμα γι’ αυτόν το παλιό του ίνδαλμα να κλείσει την αυλαία της αγωνιστικής του ιστορίας σαν κοινός πληροφοριοδότης.
Το τέταρτο προϊόν αυτής της διαφημιστικής εκστρατείας είναι η άποψη ότι η 17Ν αγωνίζεται ενάντια στη Δημοκρατία. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το γνωστό ιδεολόγημα Δημοκρατία ίσον κοινοβουλευτισμός, και αγώνας για μια άλλη δημοκρατία ίσον δικτατορία. Ας σημειώσουμε εδώ ότι η συντριπτική πλειοψηφία όσων κατά καιρό έχουν ρωτηθεί στις διάφορες σφυγμομετρήσεις διαψεύδουν την πάρα πάνω άποψη.
Το συγκεκριμένο σημερινό πολίτευμα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν είναι δημοκρατία αλλά μια συγκεκριμένη ιστορική έκφραση της, η κοινοβουλευτική αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η ανθρωπότητα όμως δεν έχει γνωρίσει μόνο αυτού του τύπου τη δημοκρατία. Στη κλασική αρχαιότητα π.χ. αλλά και σε άλλες κοινωνίες υπήρχαν μορφές άμεσης δημοκρατίας, αλλά και μορφές αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που βασίζονταν όχι στην εκλογή αλλά στην εκ περιτροπής συμμετοχή όλων στα αξιώματα της εξουσίας, ή και επιλογή τους μέσω κλήρωσης. Ακόμη η σύγχρονη αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία διαφέρει ριζικά από χώρα σε χώρα αλλά και από εποχή σε εποχή. Έτσι ενώ η Γαλλική Επανάσταση διακήρυξε τις αρχές της πολιτικής ελευθερίας, της λαϊκής κυριαρχίας και του εκλογικού δικαιώματος, εν τούτοις η 1η Γαλλική Δημοκρατία δεν επέτρεψε παρά μόνο σε μια μικρή μερίδα εύπορων να ψηφίζουν και μόνο με την επανάσταση του Φλεβάρη του 1848 κατακτήθηκε το εκλογικό δικαίωμα για όλους. Και πάλι όμως αυτό το δικαίωμα κατακτήθηκε στην πράξη για το μισό πληθυσμό, δηλαδή τις γυναίκες, έναν αιώνα μετά, δηλαδή το 1946 με την 4η Γαλλική Δημοκρατία, παρ’ ότι αυτό αναγνωρίζονταν σαν αρχή από το 1789. Σημασία λοιπόν δεν έχουν οι αφηρημένες διακηρύξεις αρχών αλλά η συγκεκριμένη υλοποίηση τους στην πράξη.
Η συγκεκριμένη λοιπόν υλοποίηση αυτών των αρχών, στη σημερινή κοινοβουλευτική αστική δημοκρατία της Δύσης, παρουσιάζει ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά που αποτελούν στοιχεία όχι διεύρυνσης αλλά αντίθετα περιορισμού, περιστολής της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και αναίρεσης των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τα καθεστώτα αυτά έχουν εξελιχθεί σε μια ιδιότυπη μορφή πολιτεύματος που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε σαν κοινοβουλευτισμό κοινωνικού εκφασισμού. Παρ’ ότι δεν είναι ο χώρος κατάλληλος για να κάνουμε μια διεξοδική ανάλυση θα αναφέρουμε με συντομία τα κύρια χαρακτηριστικά του.
1) Το πρώτο στοιχείο είναι ο ασφυκτικός και συστηματικός έλεγχος κάθε πολίτη μέσω τόσο της αστυνομοκρατίας όσο κυρίως μέσω του μαζικού ηλεκτρονικού φακελώματος του, οργουελιανού τύπου υπέρ όχι του μεγάλου αδελφού αλλά του απρόσωπου συστήματος. Μέσω του ηλεκτρονικού φακελώματος ελέγχεται κάθε δραστηριότητα ιδιωτική, επαγγελματική, συνδικαλιστική, πολιτική του ατόμου με σκοπό το τσάκισμα του στην παραμικρή αντίσταση του στις επιλογές της άρχουσας τάξης.
2) Η συστηματική χειραγώγηση των μαζών και της κοινής γνώμης με τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και τα ηλεκτρονικά. Ένα μικρό δείγμα αυτής της χειραγώγησης είχαμε και στη χώρα μας τους τελευταίους μήνες με τη λεγόμενη «ελεύθερη» ιδιωτική ραδιοφωνία. Ο πλουραλισμός σημαίνει πληθώρα μέσων στην υπηρεσία μιας πολιτικό-ιδεολογικής ολοκληρωτικής πλύσης εγκεφάλου, όπου σ’ όλα τα σημαντικά και θεμελιώδη ζητήματα προβάλλεται με όλους τους δυνατούς τρόπους και διαφημίζεται μια και μόνη δεσπόζουσα άποψη και εξοστρακίζεται οποιαδήποτε άλλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η στάση των μαζικών μέσων ενημέρωσης στο ακανθώδες και συνάμα ζωτικό για την ανθρωπότητα ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας, στις χώρες που διαθέτουν πληθώρα πυρηνικών αντιδραστήρων και πραγματοποιούν πυρηνικές δοκιμές.
3) Η καταπάτηση και παραβίαση στην πράξη των περισσότερων απ’ τα δικαιώματα του ανθρώπου για μεγάλες μάζες εργαζομένων, τους ξένους εργάτες, τους άνεργους, τη νεολαία, τους περιθωριακούς αλλά και τους χαμηλόμισθους και ο σεβασμός τους για ορισμένες κατηγορίες υψηλόμισθων και σχετικά εύπορων πολιτών εφ’ όσον δεν προβάλλουν αντίσταση. Τα μοντέρνα και επιστημονικά βασανιστήρια κάνουν θραύση σ’ όλες τις πολιτισμένες χώρες της Δύσης, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Αγγλία, Δυτική Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Γίνονται τόσο ενάντια σε ποινικούς όσο και στους πολιτικούς αγωνιστές, τους «τρομοκράτες». Παράλληλα έχουμε και επίσημη αναίρεση ορισμένων δικαιωμάτων. Παράδειγμα που είναι και επίκαιρο λόγω της έκδοσης των Τούρκων αγωνιστών και της απειλούμενης έκδοσης του Παλαιστίνιου αγωνιστή Χαμντάν, το δικαίωμα στο άσυλο. Το δικαίωμα αυτό που δεν είναι μόνο κατάκτηση του Διαφωτισμού και της αστικής δημοκρατίας, αλλά της αρχαιότητας όπου θεωρούνταν ιερό και ταυτίζονταν με τη φιλοξενία, σήμερα αναιρείται από όλες της δημοκρατίες της Δύσης, με τη σειρά νομοθετικών μέτρων πούχουν θεσπιστεί.
4) Η κρίση νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Η μεγάλη αποχή που παρατηρείται σ’ όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις στη Δύση όπως και τα πάρα πάνω στοιχεία, έχουν σαν αποτέλεσμα να αμφισβητείται η νομιμότητα της πολιτικής εξουσίας για την άσκηση μιας ορισμένης πολιτικής και να καταστρατηγείται η βασική αρχή της δημοκρατίας, η αρχή της πλειοψηφίας. Στις πρόσφατες ευρωεκλογές το πρώτο κόμμα στη Γαλλία συγκέντρωσε 28% των εκφρασμένων ψήφων με 50% αποχή, που σημαίνει ότι είναι πρώτο κόμμα ενώ αντιπροσωπεύει 14% του εκλογικού σώματος. Σ’ αυτό ιδιαίτερα το σημείο η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πολύ χειρότερη λόγω της εκλογικής πελατείας, του ρουσφετιού και της μαζικής εξαγοράς ψήφων σ’ όλη τη χώρα από τα δύο μεγάλα κόμματα με συνέπεια τα εκλογικά τους αποτελέσματα νάχουν πολύ λίγη σχέση με την πραγματικότητα. Με συνέπεια τέλος να εκλέγεται ο οποιοσδήποτε που διαθέτει οικονομική δύναμη ακόμη κι αν είναι απατεώνας, όπως το δείχνει η παρουσία στη Βουλή τόσο των απατεώνων υπεύθυνων για τις προβληματικές, όσο και των απατεώνων υπεύθυνων για το σκάνδαλο Κοσκωτά, ανάμεσα στους οποίους και ο Μπακογιάννης. Και κανένας δεν αμφιβάλλει ότι αν παρουσιάζονταν στις εκλογές, όχι μόνο ο Κουτσόγιωργας, ο Πέτσος κι ο Τόμπρας αλλά ακόμη κι ο Κοσκωτάς θα εκλέγονταν με τα τσαρούχια.
Τα πάρα πάνω βασικά στοιχεία συνθέτουν την εικόνα μιας αστικής κοινωνίας όχι ουμανιστικής αλλά απάνθρωπης. Ενός Δυτικού πολιτεύματος όχι έστω κλασικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά κοινοβουλευτικού κοινωνικού εκφασισμού, αν όχι φασισμού. Τα στοιχεία αυτά αφορούν όλη την κοινωνία και όλες τις πολιτικές δυνάμεις και όχι μόνο τις δηλωμένες τέτιες, όπως ο Λεπέν ή οι νεοναζί, και γι’ αυτό τον ονομάζουμε κοινωνικό και όχι πολιτικό. Η Ελλάδα σήμερα οδηγείται απ’ την ΕΟΚ. προς αυτή την κατεύθυνση και όχι προς τη δημοκρατία όπως Ψευδολογούν οι διάφοροι δημοσιογράφοι. Οποιοσδήποτε Έλληνας έχει ζήσει έστω και για λίγο σ’ αυτές τις χώρες τα τελευταία χρόνια εδοκίμασε την πικρή γεύση αυτών των ζοφερών και απάνθρωπων καθεστώτων. Δεν είναι τέλος τυχαίο ότι σήμερα και προς το παρόν η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία είναι οι πιο δημοκρατικές χώρες σ’ όλη τη Δυτική Ευρώπη. Κι αυτό γιατί η νωπή ακόμη μνήμη των λαών τους από τις δικτατορίες και η δυνατότητα άμεσης σύγκρισης μ’ αυτές έχουν παίξει ανασταλτικό ρόλο τουλάχιστον μέχρι σήμερα σ’ αυτή την πορεία.
Η ένοπλη επαναστατική πάλη ενάντια σ’ αυτά τα καθεστώτα στη Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία και αλλού δεν ήταν «τρόμοκρατία», δεν ήταν μια πρόσκαιρη δράση απελπισμένοι διανοούμενων, δεν ήταν μια προσωρινή αναλαμπή αλλά μια συγκεκριμένη και μόνιμη μορφή κοινωνικής αντίστασης στα καθεστώτα κοινοβουλευτικού κοινωνικού εκφασισμού που πηγάζει απ’ αυτές τις νέες συνθήκες πούχουν δημιουργηθεί και την έλλειψη δυνατότητας οποιασδήποτε αλλαγής μέσα από νόμιμες κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η αντίσταση παρ’ ότι τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί λόγω των αθρόων συλλήψεων και ισχυρών χτυπημάτων που έχει δεχτεί, δεν έχει σταματήσει και ούτε θα σταματήσει. Έτσι παρ’ όλα τα ασφυκτικά «αντιτρομοκρατικά» οπλοστάσια, παρ’ όλη την τεραστίων διαστάσεων πολιτικό-ιδεολογική εκστρατεία του καθεστώτος ενάντια στην «τρομοκρατία», παρ’ όλη τη χρησιμοποίηση αυτών που υπέγραψαν δηλώσεις μετανοίας, αποφυλακίζοντας τους με αντάλλαγμα το συστηματικό χτύπημα απ’ τον τύπο της ένοπλης πάλης —ένας τέτιος παρουσιάστηκε πέρσι και εδώ— παρ’ όλα τα ναζιστικού τύπου Τρέβι, η ένοπλη πάλη δεν σταματάει. Μόνο στην Ιταλία τα τελευταία δύο τρία χρόνια είχαμε ορισμένες εκτελέσεις και δεκάδες συλλήψεις μελών των Ερυθρών Ταξιαρχιών ενώ μας λέγανε ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες έχουν διαλυθεί εδώ και χρόνια. Η ένοπλη πάλη όντας η μόνη ουσιαστική μορφή κοινωνικής αντίστασης στα καθεστώτα κοινοβουλευτικού κοινωνικού εκφασισμού θα συνεχιστεί, γι’ αυτό αυτά έχουν αναγάγει την πάλη εναντίον της στον ύψιστο πολιτικό στόχο τους, οργανώνοντας μια πολύμορφη τεραστίων διαστάσεων αντεπαναστατική εκστρατεία, τη λεγόμενη «αντιτρομοκρατία».
Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η 17Ν δεν αγωνίζεται ενάντια στην δημοκρατία αλλά ενάντια στη συγκεκριμένη μορφή της τον κοινοβουλευτικό κοινωνικό εκφασισμό προς τον οποίο οδηγείται η Ελλάδα μέσα απ’ την ΕΟΚ. Αγωνίζεται για μια διαφορετική και άλλου τύπου δημοκρατία. Δεν κάνουμε φτηνή δημαγωγία λέγοντας ότι είμαστε «αντιεξουσιαστές» κι ότι είμαστε υπέρ της πλήρους και ολοκληρωτικής εφαρμογής της άμεσης δημοκρατίας, αφού είναι προφανές ότι η καθημερινή συγκέντρωση εκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά και λιγότερων, για να αποφασίζουν καθημερινά για τα. διάφορα προβλήματα είναι απραγματοποίητη στις σύγχρονες κοινωνίες. Αγωνιζόμαστε όμως για μια κοινωνία και μια δημοκρατία θεσπισμένη στη βάση της αρχής της άμεσης συμμετοχής των εργαζομένων, όχι μόνο στη διαχείρηση των οικονομικών μονάδων, αλλά και της άμεσης συμμετοχής τους στους διάφορους θεσμούς της κρατικής και πολιτικής εξουσίας. Στη βάση της συνύπαρξης μορφών άμεσης δημοκρατίας με τις ριζικά αλλαγμένες μορφές αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με βάση τις αρχές της αιρετότητας, της ανακλητότητας και της τακτής λογοδοσίας στη βάση, του οποιουδήποτε αντιπροσώπου. Τα αιτήματα αυτά άλλωστε —της άμεσης συμμετοχής των εργαζομένων και της άμεσης δημοκρατίας— δεν είναι δικά μας, αλλά είναι τα κυρίαρχα, οικουμενικά αιτήματα των λαών σ’ Ανατολή και Δύση. Και το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια δημοκρατία που να στηρίζεται σ’ αυτές τις αρχές δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει αφού η αποδοχή μιας τέτιας άποψης θα σήμαινε ότι δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε το καινούργιο σε κανένα τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Το γεγονός τέλος ότι δεν προτείνεται ένα συγκεκριμένο μοντέλο ή Σύνταγμα μιας τέτιας δημοκρατίας δεν έχει καμμία σημασία, αφού η ιστορία διδάσκει πως η οποιαδήποτε ριζική αλλαγή μιας κοινωνίας δεν προήλθε από συντάγματα και προγράμματα στα χαρτιά, αλλά από τη ριζική και ανελέητη κριτική των αντιφάσεων αυτής της κοινωνίας, την υιοθέτηση από τις μάζες των βασικών κατευθυντήριων ιδεών αυτής της κριτικής κι από τη συνακόλουθη πάλη εναντίον της. Οι οποιεσδήποτε θετικές προτάσεις υλοποίησης αυτών των ιδεών δεν ακολούθησαν γραμμική και μονοσήμαντη πορεία αλλά πορεία με καμπές, αντιφατικότητα και σκαμπανεβάσματα, όπως άλλωστε συμβαίνει με οτιδήποτε αληθινά καινούργιο.
Τέλος θα πούμε δυο λόγια για ένα άλλο ζήτημα γιατί προβλέπουμε ότι ορισμένοι τσαρλατάνοι θα μας αντιτάξουν τη γνωστή θέση: για ποια κρίση της Δυτικής δημοκρατίας μας μιλάτε με τη σημερινή χρεωκοπία του σοσιαλισμού, με την υιοθέτηση απ’ τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού της δυτικής αστικής δημοκρατίας. Κατ’ αρχήν όσα συμβαίνουν σ’ αυτές τις χώρες συνιστούν τη χρεωκοπία του σταλινισμού και όχι του σοσιαλισμού. Έχουμε πει και άλλοτε ότι στις χώρες αυτές δεν ήταν η εργατική τάξη που βρίσκονταν στην εξουσία αλλά μια γραφειοκρατία τόσο τεχνοκρατική όσο και κομματική εργατικής αριστοκρατίας πούχε επιβληθεί στην εργατική τάξη με μέθοδες αντιδημοκρατικές, βίαιες και πολλές φορές αιματηρές. Κατά συνέπεια το ερώτημα αυτό δεν απευθύνεται σε μας αλλά στους Σιάντους της σημερινής ηγεσίας του ΚΚΕ, τους Φαρακο-Φλωράκηδες για τους οποίους αυτά τα καθεστώτα ήταν σοσιαλιστικά και στους οποίους οι συντελούμενες σήμερα αλλαγές έχουν δημιουργήσει πλήρη πολιτικο-ιδεολογική σύγχυση, τρικυμία εν κρανίω.
Δεύτερο, η διαδικασία δημοκρατικοποίησης που είναι αναμφίβολα θετική εξέλιξη περιορίζεται απ’ το γεγονός ότι γίνεται απ’ τα πάνω με μεθόδους συγκεντρωτικές ως υπερσυγκεντρωτικές, με αντιδημοκρατικές αποφάσεις, όπως η πρόσφατη απαγόρευση των απεργιών, με κύριο στόχο τον έλεγχο της απ’ τη γραφειοκρατεία και το κράτημα των εργαζομένων και της εργατικής τάξης στη γωνία.
Τρίτο, μέσα στα πλαίσια αυτής της δημοκρατικοποίησης υπάρχουν πολλές αντιμαχόμενες συνιστώσες, και όχι δύο — μεταρυθμιστές και συντηρητικοί— όπως λέει η δυτική προπαγάνδα. Υπάρχει μια τάση της τεχνοκρατικής γραφειοκρατίας που προσπαθεί, αντιγράφοντας πράγματι ορισμένες πλευρές της αστικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, να νομιμοποιήσει την εξουσία της απέναντι στην εργατική τάξη, αντικαθιστώντας ένα μέρος της κομματικής γραφειοκρατίας. Υπάρχει όμως και μια τάση που κυριαρχεί στη βάση της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων εθνοτήτων (στην ΕΣΣΔ) που μάχεται για μορφές άμεσου ελέγχου στα μέσα παραγωγής, και μορφές άμεσης δημοκρατίας όπως τόδειξαν οι πρόσφατες εργατικές κινητοποιήσεις και αυτές των καταπιεσμένων εθνοτήτων στην ΕΣΣΔ και η ισχυρότατη αριστερή τάση της Αλληλεγγύης, και το γεγονός ότι στις πρώτες μετά από σαράντα χρόνια εκλογές στην Πολωνία, η αποχή υπήρξε τεράστια φτάνοντας μέχρι 50%. Το ποια θα είναι λοιπόν η εξέλιξη και η πορεία της δημοκρατικοποίησης σ’ αυτές τις χώρες και ποια τελική μορφή θα πάρει, είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να το πει κανείς σήμερα κι όποιος ισχυρίζεται ότι πρόκειται απλά για αποδοχή, για υιοθέτηση και αντιγραφή της αστικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στα σίγουρα διαστρεβλώνει την πραγματικότητα.
Απ’ όλη αυτή την πολιτικο-ιδεολογική αντεπαναστατική εκστρατεία του καθεστώτος δεν μπορούσε να λείψει και ο φίλος μας ο «αντιεξουσιαστής» ο Γ.Β. Παρ’ ότι όσα γράφουμε πάρα πάνω για τους διάφορους κύριους-στρουθοκάμηλους είναι μια απάντηση και σ’ αυτόν, θα σταθούμε σε μερικά ζητήματα πούχουν κάποια γενικότερη σημασία. Πρώτον, ισχυρίζεται ο Γ.Β. ότι τον προκαλούμε για διάλογο κι ότι αυτός δεν κάνει διάλογο με «κουμπουροφόρους», όπως μας αποκαλεί. Τον διάλογο όμως δεν τον ανοίξαμε εμείς. Αυτός τον άνοιξε με το άρθρο του-απάτη στις 7-3-88 «Άκου με ένοπλε σύντροφε. Ανοιχτό γράμμα στη 17Ν». Ένοπλε δηλαδή κουμπουροφόρε, κατά τη σημερινή ορολογία του. Άρα λοιπόν δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν κάνει διάλογο. Τον διάλογο τον ξεκίνησε αυτός κι όταν τούρθε η απάντηση μια βδομάδα μετά, τα γύρισε στο «εγώ δεν κάνω διάλογο».
Δεύτερο, ισχυρίζεται ο Γ.Β. ότι κινδυνεύει απ’ τους «τρομοκράτες» κι απ’ τη 17Ν. Αλλά αν κινδυνεύει όπως ισχυρίζεται, δεν θάκανε ποτέ την απάτη του πάρα πάνω άρθρου του σε βάρος μας γράφοντας «ένοπλε σύντροφε» κι υποβάλλοντας στον αναγνώστη την ιδέα —λόγω και των παλιών μπλεξιμάτων του με την αστυνομία— ότι ήταν παλιό μέλος της 17Ν κι ότι διαφώνησε. Απάτη εκ του ασφαλούς που δεν του στοίχιζε τίποτε αφού ήξερε ότι εμείς δεν μπορούσαμε ν’ αντιδράσουμε. Ακόμη κι αν διαψεύδαμε ότι είχε ποτέ σχέσεις με μας, δεν θα γινόμασταν πιστευτοί αφού ο αναγνώστης θα σκέφτονταν: μα και παλιό μέλος τους νάτανε πάλι το ίδιο θα λέγανε. Το γεγονός λοιπόν ότι έκανε συνειδητά αυτή τη χοντρή απάτη σε βάρος μας σημαίνει ότι ήξερε ότι δεν ρισκάρει τίποτε από μας, όπως άλλωστε τόχει δηλώσει ρητά σε ιδιωτικούς ραδιοσταθμούς σε σχετικές ερωτήσεις. Ας αφήσει λοιπόν τα διάφορα δήθεν υστερικά και υποκριτικά ότι δήθεν κινδυνεύει από τη 17Ν, χρησιμοποιώντας μάλιστα και τα καραγκιοζιλίκια του πρώην φίλου του Κρυστάλλη, για να προωθήσει τη μόνιμη θέση του καθεστώτος ότι κινδυνεύουν όλοι από τους «τρομοκράτες».
Τρίτο. Μας χαρακτηρίζει δειλούς και άνανδρους δολοφόνους που πυροβολούν πισώπλατα, υπογραμμίζοντας μάλιστα το πισώπλατα. Εδώ ψεύδεται συνειδητά αφού επαναλαμβάνει το ψέμα, το μόνιμο μοτίβο της αστυνομίας, ύστερα από υποδείξεις των ειδικών αμερικάνικων και δυτικοευρωπαϊκών υπηρεσιών, ότι δήθεν όλοι πυροβολούνται πισώπλατα.
Η 17Ν —και αυτό το γνωρίζει καλά και ο Γ.Β. αλλά και οι πάντες — ποτέ δεν πυροβόλησε κανένα πισώπλατα. Ακόμη και στο αστυνομικό τμήμα του Βύρωνα, ενώ θα μπορούσε να πυροβολήσει αστυνομικούς είτε πισώπλατα είτε από μπροστά, δεν το έκανε. Ο απατεώνας Μπακογιάννης όπως και όλοι οι άλλοι δέχτηκε όλες τις σφαίρες από μπροστά. Μόνο μια σφαίρα —ίσως η τρίτη— τον πέτυχε μπροστά και στα πλάγια προς τη μασχάλη, όπως άλλωστε αυτό είχε γίνει και με τον Ουέλς και με το Μάλλιο. Ας σταματήσει λοιπόν να ψεύδεται για πισώπλατους πυροβολισμούς.
Όσο για το αν είμαστε δειλοί και άνανδροι δεν θα απαντήσουμε. θα του απαντήσει ένας άλλος Γ.Β., αυτός του 76. Έγραφε λοιπόν το Δεκέμβρη του 76, απαντώντας σ’ αυτούς που ισχυρίζονταν ότι οι εκτελεστές της 17Ν του Μαλλιού ήταν φασίστες: «Αγωνιστές που δεν πυροβολούν το θύμα τους από μακριά εκ του ασφαλούς αλλά που διαθέτουν το θάρρος και την παληκαριά, μέχρις αποκοτιάς, να τον πλησιάσουν μέχρις αναπνοής για να τον πυροβολήσουν, τέτιους αγωνιστές παληκαριά διαθέτει μόνο η αριστερά».
Τέταρτο και σημαντικότερο. Στα τέλη 76 αρχές 77 μετά τον Ουέλς και το Μάλλιο, υπήρχε μια αντιπαράθεση στον τύπο όπου ο καθένας έλεγε την άποψη του για τη 17Ν. Ο Γ.Β. ισχυρίζονταν ότι οι αγωνιστές της 17Ν ήταν αντιφασίστες, αντιιμπεριαλιστές αγωνιστές, επαναστάτες, που έκαναν αντάρτικο πόλης.
Ο γνωστός δημοσιογράφος και θεωρητικός της χούντας Κωνσταντόπουλος ισχυρίζονταν ότι τα μέλη της 17Ν ήταν ειδεχθείς δολοφόνοι. Παρ’ ότι μέχρι το ’88 ο Γ.Β. είχε εκφράσει κατά καιρούς κριτικές απόψεις για το αντάρτικο πόλης, ξαφνικά στις 7-3-88 κάνει στροφή 180 μοιρών κι ευθυγραμμίζεται με τη θέση του Κωνσταντόπουλου αλλά και με τη θέση των αμερικάνικων και δυτικοευρωπαϊκών αντιτρομοκρατικών υπηρεσιών, τη θέση ότι οι αντάρτες είναι δολοφόνοι, χωρίς να δώσει καμμία εξήγηση γι’ αυτήν τη διαμετρική αλλαγή πλεύσης. Παρ’ ότι η 17Ν θα είχε κάθε δικαίωμα να τον χαρακτηρίσει αγύρτη και μασκαρά από τότε, όχι γιατί διαφωνούσε μαζί της, αλλά για τον τρόπο που τόκανε με το άρθρο-απάτη αλλά και για το ότι επιχείρησε να δώσει ιδεολογικό ένδυμα σε μια εξώφθαλμη ευθυγράμμιση του με την άποψη των αστυνομικών μηχανισμών που δεν δέχονται καμμία άλλη κριτική άποψη για τους αντάρτες πόλης παρά ότι είναι δολοφόνοι, εν τούτοις ζυγίζοντας τα λόγια της δεν τόκανε, αναμένοντας την εξήγηση από μέρους του αυτής της αλλαγής, αφού ο καθένας έχει δικαίωμα να αλλάζει απόψεις. Άλλωστε πέρα απ’ τη 17Ν, πληθώρα αναγνωστών, ως και συγγραφείς, ζήταγαν απ’ το Γ.Β. να εξηγήσει τη στάση του. Ο Γ.Β. δεν τόκανε και σιώπησε. Ένα χρόνο μετά του ξαναθυμίσαμε ξαναβάζοντας του το ερώτημα στις 2-2-89: «Πώς και γιατί ο Μπάαντερ, η Μάινχοφ, οι Γερμανοί αγωνιστές της RAF, οι Ιταλοί αγωνιστές των Ερυθρών Ταξιαρχιών ήταν επαναστάτες αντάρτες πόλης» «που βρήκαν στην επανάσταση την ανθρωπιά τους», όπως ισχυρίζονταν τότε κι όχι «εγκληματίες», «δολοφόνοι», «αυτόκλητοι κουμπουροφόροι τιμωροί» που αφαιρούν το δικαίωμα στη ζωή από τα θύματα τους, όπως ισχυρίζεται τώρα; Πώς και γιατί ο Πόλε, ο Φολίνι ήταν πολιτικοί κρατούμενοι κι όχι εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου; Γιατί ,ή ήταν επαναστάτες και άρα πολιτικοί κρατούμενοι και σωστά έγινε κινητοποίηση και αγώνας ενάντια στην έκδοση τους ή ήταν εγκληματίες κοινού ποινικού δικαίου, «αυτόκλητοι κουμπουροφόροι» κλπ. και κακώς έγινε αυτή η κινητοποίηση, όπως άλλωστε δεν έγινε αγώνας για άλλους αλλοδαπούς του κοινού ποινικού δίκαιου που εκδόθηκαν.
Πάλι όμως δεν απάντησε μέχρι και σήμερα. Ο καθένας λοιπόν αντιλαμβάνεται σήμερα γιατί ο Γ.Β, δεν απάντησε επί ενάμιση χρόνο σ’ αυτά τα καίρια ερωτήματα. Τους χαρακτηρισμούς συνεπώς του αγύρτη και του μασκαρά τους κέρδισε επάξια.
Στην εκστρατεία ενάντια στη 17Ν μπήκε ορμητικά και η κυρία Πέπη Ρηγόπουλου που είχε τραυματιστεί στη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 73 και με άρθρο της στη «Ελευθεροτυπία» μας κατηγορεί για πολλά και διάφορα, κυρίως γιατί διαλέγοντας αυτό το όνομα 17Ν, διαστρεβλώνουμε το νόημα της εξέγερσης αφού οι αγωνιστές που ήταν στο Πολυτεχνείο δεν ήταν οπλισμένοι.
Κατ’ αρχήν και πριν ασχοληθούμε με το περιεχόμενο του άρθρου, οφείλουμε να κάνουμε μια παρατήρηση. Αν η κ. Π.Ρ. πίστευε πράγματι ότι η χρήση του ονόματος 17Ν από μέρος μας, διαστρεβλώνει το νόημα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν νομίζει ότι κάπως αργά το θυμήθηκε, ανακινώντας αυτό το ζήτημα σήμερα μετά από 14 χρόνια ένοπλης δράσης μ’ αυτό το όνομα; Δεν νομίζει ότι όφειλε να βγει και να δηλώσει, αμέσως μόλις έγινε γνωστό ότι υπάρχει μια οργάνωση με τέτιο όνομα που κάνει εκτελέσεις πρακτόρων της CIA και βασανιστών, ότι δεν έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, δηλαδή στο τέλος του 76 ή έστω το 77; Εμείς πάντως νομίζουμε ότι όφειλε να βγει δημόσια και να το δηλώσει, να προσπαθήσει να μας πείσει με δημόσια συζήτηση, όπως το κάνει σήμερα, κι αν μας έπειθε δεν θαχαμε αντίρηση ν’ αλλάξουμε το όνομα μας και να αναγνωρίσουμε δημόσια το λάθος μας. Σήμερα όμως μετά από 14 χρόνια πιστεύουμε ότι είναι κάπως αργά. Αυτή λοιπόν η καθυστέρηση καθιστά κάπως περίεργη την κατηγορία που μας προσάπτει η κ. Π.Ρ.
Αν και η απάντηση στο ουσιαστικό ζήτημα που θέτει η κ. Π.Ρ. είναι προφανής για τον καθένα, θα τη δώσουμε διεξοδικά πάρα κάτω. Προς το παρόν θα σταθούμε σ’ ένα σημείο που κατά τη γνώμη μας είναι σημαντικό και δείχνει πώς εννοεί η Π.Ρ. το σεβασμό της ιστορίας αλλά και σε τι επικίνδυνα μονοπάτια και αυτοπαγιδεύσεις οδηγείται οποιοσδήποτε υιοθετεί άκριτα ορισμένες θέσεις. Η κ. Π.Ρ. γράφει ότι στη «διάρκεια της δικτατορίας δεν έγινε ούτε ένας.φόνος χουντικού» υπογραμμίζοντας τις λέξεις ούτε ένας φόνος, χαρακτηρίζοντας έτσι σε θεωρητικό βέβαια επίπεδο, τις αντιστασιακές βίαιες ενέργειες εκτέλεσης χουντικών σαν φόνους. Αμέσως μετά γράφοντας για τον Παναγούλη φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτή την άποψη της, και γράφει νομίζοντας ότι τον δικαιολογεί ότι λίγο μόλις πριν τον σκοτώσουν δήλωσε όταν τον ρώτησαν, ότι δεν θα την επαναλάμβανε, και προσθέτει μιαν άστοχη (για να μην πούμε τίποτε βαρύτερο) εξήγηση ψυχολογικού-υπαρξιακού τύπου.
Αν όμως αυτές οι ενέργειες ήταν φόνοι, όπως λέει η Π.P., αυτό σημαίνει ότι και η απόπειρα εκτέλεσης του δικτάτορα Παπαδόπουλου απ’ τον Παναγούλη δεν ήταν αντιστασιακή πράξη αλλά απόπειρα φόνου και συνεπώς ο Παναγούλης δολοφόνος ή τουλάχιστον ένοχος απόπειρας δολοφονίας. Έτσι 15 χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας μαθαίνουμε από κάποιο αντιστασιακό ότι είχε δίκηο η χούντα που αποκαλούσε τον Παναγούλη κοινό δολοφόνο κι είχε άδικο ο λαός που τον θεωρούσε ήρωα και σύμβολο της αντίστασης. Αν όμως ο ελληνικός λαός τίμησε και λάτρεψε τον Παναγούλη σαν ήρωα, αν τον θεώρησε σαν σύμβολο της αντίστασης, αυτό δεν ήταν τόσο για τα βασανιστήρια αφού βασανίστηκαν κι άλλοι, ούτε για την απόδραση του γιατί απέδρασαν και άλλοι, αλλά για τη σημαντικότερη και υψηλότερη, την κατ’ εξοχήν αντιστασιακή πράξη, την απόπειρα εκτέλεσης του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Σύμφωνα λοιπόν με την κ. Π.Ρ. ο ελληνικός λαός είναι βάρβαρος και απολίτιστος και κτηνώδης αφού τίμησε έναν ένοχο απόπειρας δολοφονίας. Σ’ αυτό το καταπληκτικό συμπέρασμα καταλήγει η πιο πάνω θέση της κ. Π.Ρ.
Εμείς απλά νομίζουμε ότι 15 χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας δεν μπορεί να γράφονται τέτια πράγματα, όχι από αντιδικτατορικούς αγωνιστές, από εκπαιδευτικούς, αλλά ούτε από απλούς Έλληνες. Συνιστούν όχι απλά διαστρέβλωση και παραποίηση, αλλά καθαρή ιεροσυλία της πρόσφατης ιστορίας, ύβρη και προσβολή του λαού μας, της αντίστασης και του ίδιου του Πάνα-γουλη, πρόκληση στη μνήμη του λαού μας και πανηγυρική δικαιώση των δικτατόρων. Δεν μπορεί σήμερα να διδάσκονται τα νέα ελληνόπουλα ότι αν σήμερα γίνονταν δικτατορία θάπρεπε να μην αγωνιστούν, να μην οπλιστούν για να χτυπήσουν τους δικτάτορες γιατί αν τόκαναν θάταν κοινοί δολοφόνοι. Και νομίζουμε ότι δεν μπορεί κάποιος που μεταχειρίζεται μ’ αυτόν τον τρόπο την πρόσφατη ιστορία να μας κατηγορεί ότι τη διαστρεβλώνουμε.
Ταυτόχρονα είναι πολύ διαφωτιστικό να παρατηρήσουμε σε τι ατραπούς οδηγούνται και παγιδεύονται ορισμένοι αφελείς όταν υιοθετούν άκριτα απόψεις που προβάλλουν οι επιτήδειοι αγύρτες και η κατεστημένη εξουσία.
Ας προσθέσουμε ακόμη ότι αυτό για το οποίο φαίνεται να δίνει τόση σημασία η κ. Π.P., δηλαδή το τι δήλωσε ο Παναγούλης λίγο πριν τον σκοτώσουν —αν το δήλωσε— είναι επουσιώδες και δεν έχει απολύτως καμμία σημασία. Σημασία έχει τόσο για το λαό μας, όσο και για την ιστορία, το ιστορικό έργο της απόπειρας και τίποτε άλλο.
Για να μη γίνουμε ανιαροί για το πλατύ κοινό με μια συζήτηση περί Μπαλζάκ θ’ αφήσουμε εσκεμένα κατά μέρος τα διάφορα αφελή «πραγματικά συμπεράσματα» του έργου του με τα οποία διασύρεται το ρεαλιστικό μυθιστόρημα και η «Ανθρώπινη κωμωδία» και θα σημειώσουμε απλά τη χονδροειδή διαστρέβλωση (τι μανία κι αυτή) ενός ήρωα της «Ανθρώπινης κωμωδίας», του Βοτρέν, ο οποίος παρουσιάζεται ψευδέστατα από την κ. Π.Ρ. σαν «τρομοκράτης» και «αποτυχημένος επαναστάτης» για να στηρίξει την άποψη της ότι επαναστάτης ίσον δολοφόνος, ίσον χαφιές. Πέρα όμως απ’ το γεγονός ότι ο Βοτρέν είναι φανταστικό πρόσωπο, όπως γνωρίζει οποιοσδήποτε έχει στοιχειώδη γνώση του έργου του Μπαλζάκ, ο Βοτρέν δεν έχει καμμία σχέση με την επανάσταση και είναι ένας πρώην ισοβίτης καταναγκαστικών έργων, πρώην εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου πανέξυπνος, που έχει δραπετεύσει και μεταμφιέζεται σε διάφορα πρόσωπα για να φύγει από την αστυνομική καταδίωξη και στο τέλος και αφού συλληφθεί γίνεται αρχηγός της αστυνομίας. Και όχι μόνο είναι τέτιος σ’ αυτούς τους δύο αλλά και σε όλο το έργο του Μπαλζάκ και στον «Πατέρα Γκοριό» όπου πρωτοεμφανίζεται. Ας προσθέσουμε τέλος ότι σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς του Μπαλζάκ ο Βοτρέν αντιπροσωπεύει το πραγματικό πρόσωπο του Βιντόκ (θέση που αμφισβητείται από άλλους) που ήταν πρώην ισοβίτης καταναγκαστικών έργων και πρώην εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου που είχε γνωρίσει ο Μπαλζάκ και που πράγματι έγινε αρχηγός της αστυνομίας στη Γαλλία στη διάρκεια της παλινόρθωσης. Φυσικό λοιπόν είναι ότι μετά απ’ την επίδειξη σεβασμού στην ιστορία να επιδεικνύεται και ο ανάλογος σεβασμός στη λογοτεχνία προκειμένου να παρουσιαστεί η εικόνα ταύτισης των επαναστατών και της 17Ν με την αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες.
Όσον αφορά το ουσιαστικό ερώτημα τέλος. Όπως έχει αντιληφθεί ο καθένας τέσσερα είναι τα βασικά στοιχεία που θέλαμε να υπογραμμίσουμε και να προβάλουμε διαλέγοντας το όνομα μας.
1) Η λαϊκή εξέγερση της 17 Νοέμβρη 73 που υπήρξε η σημαντικότερη μεταπολεμική μαζική βίαιη εκδήλωση ενάντια στο σύστημα και όχι μόνο τη δικτατορία έγινε αυθόρμητα, όχι μόνο χωρίς την οργάνωση και την συμμετοχή των γνωστών κομμάτων της αριστεράς, αλλά και ενάντια στη θέληση τους. Όλες οι ηγεσίες των κομμάτων της αριστεράς, τόσο του ΚΚΕ όσο και των υπόλοιπων, δήλωναν ότι ο λαός δεν είναι διατεθειμένος να συγκρουστεί με τη δικτατορία κι ότι επιζητεί την ειρηνική μετεξέλιξη της δικτατορίας προς τον κοινοβουλευτισμό. Και γι’ αυτό τα κόμματα είχαν δεχτεί — άλλα ρητά, άλλα σιωπηρά — τη «φιλελευθεροποίηση» του Παπαδόπουλου με το Μαρκεζίνη, που βρίσκονταν τότε σε εξέλιξη. Το δε ΚΚΕ εσωτ. —σημερινή ΕΑΡ— είχε πάρει καθαρή θέση την πρώτη μέρα της κατάληψης ότι «προβοκάτορες στο Πολυτεχνείο θέτουν σε κίνδυνο τη φιλελευθεροποίηση». Η εξέγερση λοιπόν του Πολυτεχνείου είναι μια πανηγυρική διάψευση και αποδοκιμασία των απόψεων της ηγεσίας των κομμάτων της , αριστεράς ότι ο λαός δεν είναι πρόθυμος ν’ αγωνιστεί, και της πολιτικής τους αποδοχής της «φιλελευθεροποίησης». Παράλληλα είναι η πρώτη φορά μεταπολεμικά όπου έχουμε το φαινόμενο μιας μείζονας μαζικής πολιτικής εκδήλωσης τεραστίων διαστάσεων ενάντια στο σύστημα, που συντελείται αυθόρμητα, από απλούς αγωνιστές της βάσης, χωρίς τις ηγεσίες, έξω και εναντία στη θέληση των κομμάτων της αριστεράς. Το πρώτο λοιπόν στοιχείο που θέλουμε να προβάλλουμε είναι ότι οποιαδήποτε ριζική αλλαγή θα συντελεστεί από νέες λαϊκές δυνάμεις στη βάση, έξω και ενάντια στα παραδοσιακά κόμματα της αριστεράς από τα οποία ο λαός μας δεν έχει να περιμένει τίποτα.
2) Παρ’ ότι στη διάρκεια της κατάληψης εκφράστηκαν πολλά ιδεολογικά ρεύματα, εν τούτοις είναι κοινά αποδεκτό να θεωρούνται σαν ελάχιστοι στόχοι της εξέγερσης οι δύο που εκφράστηκαν από τη συντονιστική επιτροπή, δηλαδή ο αντιδικτατορικός και ο αντιιμπεριαλιστικός. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ο πρώτος στόχος επιτυγχάνεται με τη μεταπολίτευση κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο δεύτερος στόχος έχει επιτευχθεί. Δεκαέξι χρόνια μετά την εξέγερση ο στόχος αυτός δεν επιτεύχθηκε ειρηνικά ούτε από τη δεξιά, ούτε από το σοσιαλιστικό ρεφορμισμό, ούτε μπορεί να επιτευχθεί από τη σημερινή αριστερά που τον έχει σήμερα εγκαταλείψει τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη. Απ’ την άλλη κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι μια από τις σημαντικότερες αντιιμπεριαλιστικές δραστηριότητες, αν όχι η σημαντικότερη τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, είναι αυτή της 17Ν. Η 17Ν συνεπώς είναι μια από τις λίγες πολιτικές δυνάμεις που παραμένει πιστή στο αντιιμπεριαλιστικο περιεχόμενο της εξέγερσης, όταν συνεχίζει τον αγώνα για την πραγματοποίηση του ενός από τους δύο στόχους, τη στιγμή που αυτός έχει εγκαταληφθεί από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός, κόμματα που καπηλεύονται και τυμβωρυχούν σε κάθε επέτειο ενώ έχουν προδώσει και εγκαταλείψει έναν απ’ τους στόχους της εξέγερσης.
Και επειδή τέλος κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού — όπως τόχουν δείξει όλες οι σφυγμομετρήσεις αλλά και η φιλολογία περί δημοψηφίσματος — ζητάει το κλείσιμο όλων των αμερικάνικων βάσεων, την αποχώρηση απ’ το ΝΑΤΟ και την απομάκρυνση όλων των πυρηνικών κεφαλών, έχουμε και τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας να είναι πιστή στο νόημα και το αντιιμπεριαλιστικο περιεχόμενο της εξέγερσης ενάντια πάλι στις αξιοθρήνητες ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων.
3) Το σημείο αυτό είναι το σημαντικότερο και το ουσιαστικότερο. Τα γεγονότα του Νοέμβρη του 73 δεν ήταν μια ειρηνική εκδήλωση διαμαρτυρίας αλλά βίαια λαϊκή εξέγερση, μια μαζική βίαια σύγκρουση με τις δυνάμεις του καθεστώτος. Αυτό είναι το κύριο και ουσιαστικό στοιχείο και πριν προχωρήσουμε σε οτιδήποτε άλλο οφείλουμε να τόχουμε ξεκαθαρίσει και υπογραμμίσει. Αν οι αγωνιστές πούχαν καταλάβει το Πολυτεχνείο δέχονταν ν’ αποχωρήσουν ειρηνικά όταν τους διέταξαν ή πιο πριν, και αποχωρούσαν πράγματι ειρηνικά, τότε θαχαμε πράγματι μια ειρηνική εκδήλωση και δεν θα μπορούσαμε σε καμμία περίπτωση να μιλάμε για εξέγερση. Αυτό όμως δεν έγινε. Όταν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί της δικτατορίας διάταζαν την αποχώρηση και την εκκένωση του Πολυτεχνείου, οι αγωνιστές που τόχαν κατακλύσει όχι μόνον αρνήθηκαν αλλά στη συνέχεια αμύνθηκαν και συνεπλάκησαν βίαια μ’ αυτούς. Οι βίαιες αυτές συγκρούσεις διήρκεσαν επί ώρες και κάλυψαν όλη την ευρύτερη γύρω απ’ το Πολυτεχνείο περιοχή. Σ’ αυτές, οι αγωνιστές αντέταξαν στα όπλα της δικτατορίας τα κλασικά πρόχειρα αντικείμενα που χρησιμοποιούν πάντα οι αυθόρμητοι αγωνιστές, δηλαδή πέτρες τούβλα, πλάκες, ξύλα, σίδερα, φωτιές και οτιδήποτε άλλο μπορούσαν να επινοήσουν. Αποτέλεσμα άλλωστε αυτών των συγκρούσεων ήταν τόσο οι νεκροί όσο και οι πολυάριθμοι τραυματίες σε χώρους που βρίσκονταν σχετικά μακριά απ’ το Πολυτεχνείο.
Το γεγονός ότι οι αγωνιστές δεν διέθεταν όπλα είναι δευτερεύον και είναι φυσικό αφού μια αυθόρμητη και όχι οργανωμένη εξέγερση στην εποχή μας δεν μπορεί να οδηγηθεί από μόνη της στον οπλισμό της. Ο οπλισμός των αγωνιστών είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο με οργανωμένο τρόπο και σοβαρή προετοιμασία. Άρα λοιπόν όταν λέμε ότι οι αγωνιστές που συγκρούονταν δεν είχαν όπλα πρέπει να ξεκαθαριστεί αν αυτό γίνονταν επειδή δεν τόθελαν ή επειδή δεν μπορούσαν. Και θα πρέπει κάποιος να διαθέτει μια περίεργη λογική για να ισχυριστεί ότι οι εξεγερμένοι που αντιμετωπίζουν με πέτρες και ξύλα τα πιστόλια και τα αυτόματα, θα τα αρνιόνταν αν υπήρχε τρόπος να τα προμηθευτούν.
Το ζήτημα λοιπόν του αν είχαν όπλα οι διαδηλωτές είναι και δευτερεύον και παραπλανητικό. Δευτερεύον γιατί το κύριο είναι αν είχαμε βίαια σύγκρουση ή ειρηνική εκδήλωση και παραπλανητικό γιατί προβάλλοντας το σήμερα προβάλλεις χωρίς αναγκαστικά να το θέλεις την εικόνα της ειρηνικής εκδήλωσης. Ο 18χρονος νέος που σε ακούει θα σκεφτεί άθελα του: αφού δεν είχε όπλο, δεν ήθελε ν’ αμυνθεί, να συγκρουστεί, άρα είχαμε ειρηνική διαμαρτυρία.
Ακόμη λοιπόν και αν πάρουμε μόνη τη δράση της 17Ν χωρίς τα κείμενα της και τη θέση της κ. Π.Ρ. ότι οι διαδηλωτές δεν είχαν όπλα, η δράση μας είναι πολύ πιο κοντά στο νόημα και στο πνεύμα της εξέγερσης, αφού προβάλλει το χαρακτήρα της βίαιας σύγκρουσης και όχι της ειρηνικής εκδήλωσης.
Θέλοντας λοιπόν να τιμήσουμε αυτό το κύριο στοιχείο της βίαιας σύγκρουσης, το οποίο έχουν διαστρεβλώσει, συσκοτίσει, παραχαράξει όλα τα πολιτικά κόμματα προβάλλοντας την εικόνα της ειρηνικής διαμαρτυρίας, διαλέξαμε αυτό το όνομα.
4) Η λαϊκή εξέγερση της 17 Νοέμβρη 1973 σαν μια από τις σημαντικότερες πρόσφατες ιστορικές εμπειρίες, αποτέλεσε για ολόκληρο το κίνημα και τους αγωνιστές, αντικείμενο μελέτης με σκοπό να γίνουν ορισμένες βασικές διαπιστώσεις, να επισημανθούν τα θετικά και τα αρνητικά και να αντληθούν τα αναγκαία συμπεράσματα και διδάγματα για το μέλλον.
Χωρίς να έχουμε εδώ τέτια πρόθεση, θ’ αναφερθούμε σε μια από τις βασικές διαπιστώσεις που ενδιαφέρει άμεσα. Παρ’ ότι αγωνιστές ήταν άοπλοι, εν τούτοις η εξέγερση συνετρίβη στο αίμα με θύματα δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Εφ’ όσον υπάρχει η λαϊκή διάθεση για πάλη, μια μείζονα κινητοποίηση δεν μπορεί να αποφύγει και τα θύματα με τη συντριβή στο αίμα και τη συνακόλουθη πολιτική ήττα. Και το βασικό ερώτημα που ανακύπτει εδώ είναι πώς θα μπορέσεις μελλοντικά ν’ αποφύγεις αυτή τη σίγουρη ήττα του κινήματος. Σ’ αυτό το ερώτημα υπάρχουν δύο απαντήσεις: η μία λέει, αποτρέποντας τέτιες κινητοποιήσεις — αυτό προσπάθησαν να κάνουν τα Κ.Κ.— με αποτέλεσμα να σε ξεπερνάνε οι διαδηλωτές, να γίνεσαι ουρά αλλά και να μην μπορείς ν’ αποτρέψεις την ήττα και τα θύματα, και η άλλη που λέει ότι, εφ’ όσον βέβαια υπάρχει λαϊκή διάθεση γι’ αγώνα, είσαι υποχρεωμένος ν’ αντιμετωπίσεις σοβαρά την προετοιμασία της αναπόφευκτης σύγκρουσης, να απασχοληθείς σοβαρά με το πώς 6α οπλιστούν οι μάζες των αγωνιστών. Η αναγκαιότητα λοιπόν αυτή της σοβαρής μελλοντικής αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος, δηλαδή του οπλισμού των κινητοποιημένων αγωνιστών, είναι ένα απ’ τα κύρια διδάγματα της λαϊκής εξέγερσης του Νοέμβρη.
Επειδή ορισμένοι επώνυμοι που έπαιξαν κάποιο ρόλο στο Πολυτεχνείο και έχουν κάποια τάση να το θεωρούν ιδιοκτησία τους ενδέχεται να καταληφθούν από ιερή αγανάκτηση μπροστά σ’ αυτό το δίδαγμα και την προοπτική οπλισμού των αγωνιστών και να μας πουν: τι μιλάτε εσείς, αφού δεν είσασταν εκεί, θα τους θυμίσουμε ότι σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική δεν θάπρεπε ο Μαρξ κι ο Έγκελς να ασχοληθούν με την Κομμούνα και στην κριτική τους π.χ. ότι οι Κομμουνάροι έκαναν λάθος που δεν πήραν το χρυσό της Τράπεζας της Γαλλίας τσακίζοντας έτσι τη γαλλική μπουρζουαζία, θάπρεπε να τους απαντήσουν: γιατί μιλάτε κύριοι Μαρξ και Έγκελς για την Κομμούνα αφού δεν είσασταν εκεί εσείς.
Θέλοντας τέλος να προβάλουμε αυτό το βασικό δίδαγμα της εξέγερσης του Νοέμβρη, της αναγκαιότητας της μελλοντικής σοβαρής αντιμετώπισης του οπλισμού των μαζών και της σοβαρής προετοιμασίας του, επιλέξαμε το όνομα μας Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ.
Αθήνα 9-10-89 Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ
SHARE

Περισσότερα

MORE MAGAZINE