kourdistoportocali.comMagazineO άνδρας που νίκησε το Θεό

Νίκος Καζαντζάκης

O άνδρας που νίκησε το Θεό

Ο Γιώργος Πράτανος γράφει για τον Ανεπιθύμητο Νεκρό

Τι έγινε; Τον βρήκατε τελικά τον Θεό σας;» ρώτησε η Ελένη τον σύζυγό της με περιπαικτική διάθεση και την επιθυμία να ξεκινήσει μια κουβέντα που θα τον βοηθούσε να ξεχάσει για λίγο τον πόνο του και εκείνη να δοκιμάσει τη διαύγειά του.

«Όχι».

«Και δεν θα τον βρείτε;» επέμεινε, σαν να μην την αποθάρρυνε το ξερό «όχι» που εισέπραξε· σαν εκείνος να είχε άφθονο χρόνο μπροστά του.

«Θα τον βρουν άλλοι», της απάντησε κατάκοπος. Και σώπασε. Μαζί του σώπασε και η Ελένη, που ευχόταν αυτή η σιωπή να είναι παροδική. Η ευχή της πραγματοποιήθηκε, αλλά όχι με τον τρόπο που επιθυμούσε.

«Νερό!» φώναξε ξαφνικά ο σύζυγός της. «Νερό!»

του Γιώργου Πράτανου

Του έδωσε αμέσως. Έπειτα του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά, σαν να φοβόταν μην τον πονέσει. Η σιωπή έφερε την ακινησία. Και η νεκρική σιγή που κυριάρχησε στο κατάλευκο δωμάτιο κατέρρευσε στο ξέσπασμά της:

«Δώσ’ μου την ευχή σου, καλέ μου. Κάνε να ακολουθήσω τον δρόμο που χάραξες», είπε πνιχτά, ανάμεσα σε λυγμούς.

Έπειτα, αργά και προσεκτικά, σχεδόν τελετουργικά, έκλεισε με το αριστερό χέρι της τα μάτια του και με το δεξί τα δικά της, μόνο που τα δάκρυα ήταν ασυγκράτητα.

Η Ελένη καθόταν σε μια λιτή ξύλινη καρέκλα δίπλα στο λευκό μεταλλικό κρεβάτι, εκεί όπου τα λευκά σεντόνια σκέπαζαν το άψυχο σώμα του αγαπημένου της συζύγου. Δεν είχε καταλάβει πόσο πιεστικά έσφιγγε το χέρι του ούτε πόσο ιδρωμένο ήταν το δικό της, σε αντίθεση με εκείνου. Ούτε θυμόταν πόση ώρα έμεινε γερμένη επάνω του, αναίσθητη, με το μέτωπό της να ακουμπά στο δεξί του πλευρό, σαν να συμπαραστεκόταν στην ακαμψία του κορμιού του. Σε εκείνο το ψυχρό κατάλευκο δωμάτιο του νοσοκομείου του Φράιμπουργκ όλα είχαν παγώσει − ακόμα και ο χρόνος. Το μυαλό της πετούσε από τη μια εποχή στην άλλη, σε κάθε κοινή τους στιγμή, ευτυχισμένη ή ζοφερή, μικρή καθημερινή ή σπαρακτική. Σίγουρα ο ένας από τους δύο, σε εκείνη την επιπλωμένη κατάψυξη, έβλεπε να περνά μπροστά από τα μάτια του η κοινή τους ζωή.

Δεν είχαν περάσει δέκα μέρες, απ’ όταν, στο ίδιο δωμάτιο, ο σύζυγός της χαμογελούσε θριαμβικά διαβάζοντας ένα τηλεγράφημα που είχε σταλεί από το Πεκίνο:

«Η Επιτροπή Ειρήνης της Κίνας έμαθε για την ασθένειά μου και έχουν στείλει χρήματα για τα νοσήλια και τη θεραπεία μου», της ανακοίνωσε ενθουσιασμένος.

Τη λύτρωση που ένιωσε τότε την είχε βιώσει περισσότερες από δεκαπέντε φορές στη ζωή της − όσες και οι στιγμές που δεν είχαν χρήματα ούτε για να προγραμματίσουν το επόμενο τριήμερο.

«Φυσικά, δεν μπορούμε να δεχτούμε την προσφορά τους. Δεν θα φάμε ούτε ένα σπυρί ρύζι που ανήκει στον λαό τους», της είπε. Μάλιστα της ζήτησε να στείλει αμέσως τα χρήματα πίσω και να προσέξει ιδιαίτερα να μη χαθεί ούτε δεκάρα λόγω των διαφορών στην ισοτιμία. Ακόμη θυμόταν εκείνη την παράξενη περηφάνια που ένιωθε καθώς κατευθυνόταν στην τράπεζα.

Το ίδιο συναίσθημα την κατέκλυσε και εκείνο το απόγευμα, εννέα ημέρες νωρίτερα, όταν έμαθαν πως η Σουηδική Ακαδημία θα απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον νεαρό Γάλλο Αλμπέρ Καμί. «Λένοτσκα», της βροντοφώναξε, «ελάτε να με βοηθήσετε να γράψουμε ένα καλό τηλεγράφημα. Ο Χιμένεθ, ο Καμί, να δύο άνθρωποι που άξιζαν να πάρουν το Νόμπελ. Ελάτε να στείλουμε κάτι θερμό!»

Αυτή θα ήταν και η τελευταία από μια σειρά χιλιάδων επιστολών που είχε συντάξει στη ζωή του. Για ένατη φορά το Νόμπελ θα κατέληγε σε άλλα χέρια, όχι γιατί ο σύζυγός της δεν το άξιζε αλλά γιατί η πατρίδα του αρνιόταν πεισματικά να δεχθεί ότι ένας «άθεος κομμουνιστής» μπορούσε να της κάνει ένα τόσο πολύτιμο δώρο. Με τη συγχαρητήρια αυτή επιστολή, αποχαιρέτησε με αλτρουισμό, γενναιοδωρία και μεγαλοσύνη τον μικρόψυχο κόσμο στον οποίο έζησε.

Και πάλι, μήπως ήταν τυχαίο που ο τελευταίος άνθρωπος που τον είχε επισκεφτεί −δύο ημέρες πριν− ήταν ο φίλος του και κάτοχος Νόμπελ Ειρήνης Άλμπερτ Σβάιτσερ; Ήταν η τελευταία φορά που άνοιξε την αγκαλιά του για να χαιρετήσει κάποιον εγκάρδια, στην έσχατη –ευχάριστη τουλάχιστον− έκπληξη που έζησε. Προσπαθούσε επίμονα να ανακαθίσει στο κρεβάτι του, υπομένοντας σιωπηλά τον πόνο και την αδυναμία του κορμιού του, απλώς και μόνο για να ακούσει τις ιστορίες που ο επισκέπτης του είχε να διηγηθεί. Και σε κάθε κρίσιμη αποστροφή του λόγου του φιλοσόφου, γιατρού και ανθρωπιστή, το βλέμμα του άστραφτε και το πνεύμα του αντιστεκόταν στη φθορά του σώματός του.

Οι εικόνες αυτές απορροφήθηκαν από το λευκό των τοίχων, όταν οι νοσοκόμες, ανάστατες, μπήκαν στο δωμάτιο διαταράσσοντας το θυμικό. Η Ελένη έστρεψε το πρόσωπό της για να μην τη δουν και το βλέμμα της καρφώθηκε στο χάρτινο καραβάκι πάνω στο κομοδίνο, δώρο των πολιτικών κρατουμένων στη Φυλακή της Κέρκυρας που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο. Πόσες ώρες το περιεργαζόταν, πόσα υπερπόντια ταξίδια να έκανε! Να σκεφτόταν άραγε πως σύντομα θα τους συναντούσε; αναρωτήθηκε.

Ήθελε να πει στις νοσοκόμες να κλειδώσουν την πόρτα και να τους αφήσουν μαζί για πάντα εκεί μέσα, στην παγωνιά τους, αλλά η αξιοπρέπειά της και η σκέψη πως ο σύζυγός της θα είχε άλλα σχέδια για εκείνη συγκράτησαν τόσο την ίδια όσο και τον τεράστιο λυγμό που πάλευε να βγει από τα σωθικά της. Έστρεψε το πρόσωπό της προς το παράθυρο. Είδε τρία τέσσερα αστέρια να την κοιτούν, αλλά αυτά δεν τα ντράπηκε όταν επέτρεψε και πάλι στα μάτια της να τον θρηνήσουν. Βγήκε από το δωμάτιο και άρχισε να περπατάει γρήγορα, με βήμα ασταθές, άλλοτε προσπαθώντας να συγκρατήσει τα πόδια της, που ήθελαν να τρέξουν, και άλλοτε επιταχύνοντας, όταν αντιλαμβανόταν πως η έξοδος ήταν ακόμη μακριά.

Το άνοιγμα της κεντρικής πόρτας απελευθέρωσε την ίδια και την καταπιεσμένη κραυγή της. Καθισμένη στα σκαλοπάτια του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Φράιμπουργκ, μια γυναίκα έκλαιγε μόνη. «Δεν είναι η πρώτη», θα μπορούσε να συλλογιστεί ένας περαστικός. «Ούτε η τελευταία», θα μπορούσε να συμπληρώσει ένας άλλος, που διέσχιζε το φωτεινό μονοπάτι προς την αντίθεση κατεύθυνση και διάβασε τη σκέψη του προηγούμενου. Το τελευταίο πράγμα που απασχολούσε την Ελένη εκείνη τη στιγμή ήταν τι θα σκέφτονταν οι διάφοροι περαστικοί.

Το μυαλό της κατακλυζόταν από διαλόγους και ατάκες, από στιγμές πρόσφατες και έντονες που δεν είχε προλάβει να αναλύσει. Όπως τότε που του εκμυστηρεύτηκε τη μύχια σκέψη της, όταν οι γιατροί στη Δανία άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο να του κόψουν το δεξί χέρι, στο οποίο είχε ανοίξει μια τεράστια πληγή εξαιτίας του εμβολίου που του είχαν κάνει για να ταξιδέψει στην Κίνα. «Αν σας το έκοβαν, θα σας σκότωνα και θα μετά θα σκοτωνόμουν κι εγώ», του είχε πει. «Θα με σκοτώνατε;» της είχε αντιγυρίσει έκπληκτος εκείνος. «Ναι», είχε επιμείνει. «Συγγραφέας… δίχως το δεξί του χέρι… Και να μην μπορείτε να υπαγορεύσετε… Να ’ταν τουλάχιστον το πόδι…» «Και το πόδι, φρικτό θα ήταν», της είχε απαντήσει. Λίγα λεπτά αργότερα θα της ζητούσε χαρτί και μολύβι και θα δοκίμαζε να γράψει με το αριστερό.

Το ζεστό χέρι που ένιωσε στον ώμο της την τάραξε. Ζει, ήταν η σκέψη που πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό της, αλλά εκδιώχθηκε ακαριαία από το συμπονετικό βλέμμα της Ταπίτα η σκέψη που πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό της, αλλά εκδιώχθηκε ακαριαία από το συμπονετικό βλέμμα της Ταπίτα Σβέτσερ, της καλόγριας νοσοκόμας του, η οποία δεν έφυγε λεπτό από κοντά του. Η Ελένη γύρισε ξανά το κεφάλι της και ακούμπησε το μέτωπό της στα γόνατα. Τόσα θαύματα είχε ζήσει πλάι του, γιατί να μη βίωνε ακόμα ένα; Το μόνο οριστικό στη ζωή είναι ο θάνατος. Προετοιμαζόταν καιρό για αυτόν τον αποχωρισμό, κι ας μην παραδεχόταν τίποτε μπροστά του. Μήπως παραδέχθηκε εκείνος ποτέ το φευγιό του;

Καθώς η νοσοκόμα την οδηγούσε στον γιατρό, η Ελένη μεταμορφωνόταν… Όταν μπήκε στο γραφείο του, το κορμί της ήταν ίσιο και το κεφάλι της δεν κοιτούσε πλέον στο έδαφος. Δεν ήταν μια ακόμα γυναίκα που είχε χάσει τον σύζυγό της… Ήταν η χήρα ενός σπουδαίου άντρα, η εκπρόσωπός του πάνω στη Γη.

Ο καθηγητής Χαϊλμάγιερ την υποδέχτηκε περίλυπος. Είχε συνδεθεί περισσότερο από τα επιτρεπτά όρια με τον συγκεκριμένο ασθενή. Μόλις την είδε, της έσφιξε τα χέρια. Πόσο ρόλο παίζουν τα χέρια σε τέτοιες στιγμές κανείς δεν το συνειδητοποιεί. Λες και οι ψυχές επικοινωνούν με αυτά. Εκείνος ήταν απογοητευμένος, εκείνη δυνατή − πόσο παράδοξο! Της μιλούσε αναστατωμένος, στην αρχή αγγλικά, ύστερα γερμανικά. Δεν τον άκουγε. Από το παράθυρο του γραφείου παρακολουθούσε το σκοτάδι να απορροφάται από το έδαφος και σκέφτηκε πως ξημέρωνε η πρώτη ημέρα χωρίς εκείνον έπειτα από τριάντα τρία χρόνια. Ήταν η αυγή μιας νέας ζωής; Πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει κάτι καινούριο τη στιγμή που κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της αντίκριζε τη μορφή του; Όχι. Τίποτε δεν άρχιζε, γιατί τίποτε δεν τελείωνε.

Αυτή τη φορά τα σκαλοπάτια μέχρι το δωμάτιο της φαίνονται λιγότερα από πριν, ωστόσο νιώθει τους μυς των ποδιών της να καίνε. Προσπαθεί να δώσει κουράγιο στον εαυτό της, να σταθεί με αξιώσεις απέναντι σε όλο αυτό που έρχεται. Τόσα χρόνια στη σκιά του ψηλόλιγνου Κρητικού, και τώρα θα πρέπει να βγει μόνη της στο φως. Στη σκιά του… Σε αυτή τη σκιά χρωστούσε τη συναρπαστική ζωή της.

Ήταν το βράδυ της 17ης Μαΐου 1924 όταν γνωρίστηκαν οι δυο τους. Η Ελένη είχε ακούσει για εκείνον απαίσιες φήμες από την πρώην σύζυγό του, γνωστή συγγραφέα, η οποία τον διέβαλλε στους κύκλους της αθηναϊκής διανόησης. Τι κοινότοπο για μια πρώην, κι ας ήταν συγγραφέας! Κι όμως, η Ελένη περπατούσε με εκείνη την παρέα που θα ανέβαινε στην Πεντέλη, για να βρεθεί τα ξημερώματα στην παραλία της Ραφήνας. Το φεγγάρι σχεδόν μεσουρανούσε όταν τον ξεχώρισε από το τσούρμο των είκοσι ατόμων. Ψηλός και στητός. Όσο και αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να θυμηθεί τι της είχε πρωτοπεί. Αντιθέτως, θυμόταν σαν να ήταν τώρα πόσο μεγάλη εντύπωση της έκαναν τα δύο βαθιά αυλάκια στο πρόσωπό του. Ανέβηκαν στο ίδιο βαγόνι. Εκείνος δεν την άφηνε από τα μάτια του. Την πλησίαζε μεθοδικά, πόντο με τον πόντο, μέχρι που πια βρέθηκαν δίπλα δίπλα, και τότε της έκανε τρεις ερωτήσεις, αφορμή για να της πιάσει την κουβέντα: «Ποιον συγγραφέα προτιμάτε;», «Ποιο χρώμα αγαπάτε;», «Ποια ήταν η μεγαλύτερη χαρά της ζωής σας;»

Όταν έφτασαν στην παραλία, εκείνη κάθισε στην αμμουδιά με τα ρούχα, γιατί δεν είχε πάρει μαζί της μαγιό. Και εκείνος, αν και αγαπούσε τόσο τη θάλασσα, της γύρισε την πλάτη, κι έμεινε όρθιος, με το πρόσωπό του στραμμένο στην Ελένη. Τη ρωτούσε για όλα όσα της άρεσαν, της έλεγε ιστορίες από τους τόπους που είχε επισκεφθεί, την έκανε να γελάει… Και φρόντιζε, έτσι όπως στεκόταν, να της κάνει σκιά, να μην την ενοχλήσει ο ήλιος και του φύγει. Όλη την ημέρα μετακινούνταν ανάλογα με την πορεία του ήλιου, κι εκείνη απολάμβανε να βρίσκεται στη σκιά του. «Είμαι Αφρικανός εγώ, αγαπώ τον ήλιο. Για σας, λεπτεπίλεπτη Αθηναία, πρέπει να φροντίσουμε», της είχε πει και το έκανε επί τριάντα τρία χρόνια!

Αυτή η πολύχρονη φροντίδα τελείωσε απόψε. Πλέον θα πρέπει να βγει ξανά στο φως, χωρίς προστάτη, χωρίς σκιά. Όλα θα ζουμάρουν τώρα σε εκείνη − μάτια, κάμερες, φωτογραφικές μηχανές… Θα είναι αυτή τώρα που θα πρέπει να απαντάει στις επιθέσεις των παντοδύναμων εχθρών του. Θα συνεχίσουν να τον κυνηγούν και νεκρό; Το βλέμμα της στέκεται για μια στιγμή στο άδειο κρεβάτι. Ο ίδιος λυγμός που την έπνιξε λίγες ώρες πριν, ξεσπά και πάλι. Τρέχει προς το παράθυρο, το ανοίγει με ορμή και αφήνει την πικρή εκπνοή της στην υγρή ατμόσφαιρα. Τα δάκρυα κυλούν από τα μάτια της και σκάνε οργισμένα στις λευκές πλάκες. Σε αυτό το παράθυρο στεκόταν περιμένοντάς την κάθε φορά που πήγαινε να του φέρει βιβλία και εφημερίδες. Και κάθε που επέστρεφε, τον έβλεπε από μακριά να την αναζητεί με το βλέμμα, όρθιος μπροστά στο παράθυρο, ακόμα και για ώρες.

Πλέον είχε να τακτοποιήσει τις πιο ανυπόφορες εκκρεμότητες της ζωής της. Να ειδοποιήσει τους ανθρώπους τους στην Κρήτη και στην Αθήνα για τον χαμό του. Πήρε και άλλες βαθιές ανάσες. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτε άλλο από γκρίζα σύννεφα. Ποτέ της δεν είχε ονειρευτεί τέτοια επιστροφή στην πατρίδα της. Τη φανταζόταν με εκείνον όρθιο και χαμογελαστό, με το βραβείο Νόμπελ στις αποσκευές του, δώρο για τον ελληνικό λαό. Πλέον, η πραγματικότητα δεν ήταν με το μέρος της. Η Εκκλησία, το Παλάτι, οι παρακρατικοί τούς κυνήγησαν ανελέητα, ακόμα και όταν εγκατέλειψαν την Ελλάδα, έντεκα χρόνια πριν. Οι επιθέσεις λυσσαλέες, ακόμα και από «συναδέλφους» του. Άραγε δεν θα έχουν μαλακώσει μετά την είδηση; αναρωτήθηκε. Κι άρχισε να πλέκει έναν βολικό συλλογισμό με λογικά επιχειρήματα, λες και έχει το μίσος λογική: Είναι πλέον νεκρός. Δεν κάλεσε κανέναν αναγνώστη ποτέ να κάνει κάτι κακό, δεν υποχρέωσε κανέναν να διαβάσει τα βιβλία του… Θα έχει καταλαγιάσει όλος αυτός ο πόλεμος…, ήταν οι καθησυχαστικές σκέψεις που λειτούργησαν μέσα της καταπραϋντικά.

Γιώργος Πράτανος

Δεν είχε δει το ρολόι φεύγοντας από το γραφείο του, ούτε τους συναδέλφους του που βρίσκονταν ακόμη στο κτίριο. Ήθελε να πάει σπίτι του, να φάει το φαγητό της μητέρας του και να κοιμηθεί. Στάθηκε για λίγο στο πλατύσκαλο της εισόδου και σήκωσε τον γιακά του. Ο δρόμος ήταν έρημος εξαιτίας του κρύου που έπεφτε μετά τη δύση του ήλιου — ή και το αντίθετο. Άρχισε να περπατά προς τα κάτω την 28ης Οκτωβρίου.

Στο μυαλό του στριφογύριζαν όσα του είχε διηγηθεί η «πηγή» του, ο Ηρακλειώτης καινούριος φίλος του, ο συμπατριώτης του Καζαντζάκη, ο Κρητίκαρος, όπως τον αποκαλούσε. Είχαν μιλήσει για ώρα στο τηλέφωνο και εκείνος του εξιστόρησε κομβικές σκηνές της ζωής του μεγάλου στοχαστή, τα γεγονότα που είχαν διαμορφώσει τη σκέψη, τις ιδέες και τις φοβίες του σε παιδική ηλικία. Τον ρόλο που είχε παίξει σε αυτά ο φοβερός και τρομερός απόγονος κουρσάρων, ο πατέρας του, ο καπετάν Μιχάλης. Ο Φρέντυ πλέον γνώριζε πολλά για τα παιδικά του χρόνια του λογοτέχνη, τα ευαίσθητα αυτά χρόνια όπου σφυρηλατείται ο χαρακτήρας και πλάθονται τα ιδανικά κάθε αυριανού ενήλικα.

Ο Καζαντζάκης φοβόταν τον πατέρα του. Ο καπετάν Μιχάλης ήταν ο αρχετυπικός Κρητικός, διαρκώς σιωπηλός και έτοιμος να ξεσπάσει, χωρίς καμιά φανερή αδυναμία αλλά και χωρίς διάθεση να σκεφτεί οτιδήποτε πέρα από το δικό του αξιακό σύστημα. Για να του φέρει κάποιος αντίρρηση, θα έπρεπε να το σκεφτεί πάρα πολύ ή να μην το σκεφτεί καθόλου. Είχε καταγωγή από ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο, τους Βαρβάρους – και μόνο η ονομασία του χωριού «φωνάζει» για το DNA του. Τον Νίκο, που ήταν ο φυσικός του διάδοχος −είχε άλλες δύο κόρες, ενώ το τέταρτο παιδί του, ο Γιώργος, είχε πεθάνει βρέφος ακόμη−, τον ξεχώριζε. Προσπαθούσε να τον μεγαλώσει με τον τρόπο που είχε μεγαλώσει κι ο ίδιος. Όταν τον πήγε πρώτη ημέρα στο σχολείο είπε στον δάσκαλο: «Το κρέας δικό σου, τα κόκαλα δικά μου. Μην τον λυπάσαι. Κάνε τον άνθρωπο».

Δεν θα ήταν ούτε οκτώ χρόνων όταν οι Τούρκοι κατέπνιξαν άλλη μια απόπειρα εξέγερσης των Κρητικών. Εκείνο το βράδυ που οι κατακτητές έκοβαν βόλτες ανά ομάδες σκοτώνοντας αδιακρίτως, ο καπετάν Μιχάλης ήταν έτοιμος για όλα. Αν οι Τούρκοι έσπαγαν την πόρτα, ο πατέρας θα έσφαζε τη γυναίκα και τα παιδιά του, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Αυτή την απόφαση είχε πάρει συνειδητά, καιρό πριν. Την επομένη το πρωί, κρατώντας τον από το χέρι, τον τραβούσε στα έρημα, λόγω του τρόμου, και γεμάτα αίμα στενά του Ηρακλείου. «Φοβάσαι;» τον ρώτησε. «Ναι», παραδέχτηκε ο μικρός. «Δεν πειράζει, να συνηθίσεις», του απάντησε ο πατέρας.

Έφτασαν στην πλατεία Λιονταριών. Στον πλάτανο που δέσποζε βρίσκονταν κρεμασμένοι τρεις Κρητικοί, ξυπόλυτοι, με τις γλώσσες τους να κρέμονται, όπως και τα κορμιά τους. Ο γιος γύρισε το κεφάλι, ο πατέρας με τη χούφτα του το ξαναγύρισε στην αρχική του θέση, για να αντικρίσει το παιδί τους αιωρούμενους μάρτυρες. Ο πατέρας του τον ρώτησε αν μπορούσε να τους αγγίξει. «Δεν μπορώ», έκανε ο μικρός. «Μπορείς!» επέμεινε ο πατέρας. Πήρε το χέρι του παιδιού και ακούμπησε τα ακροδάχτυλά του στο πόδι τού ενός νεκρού. «Προσκύνα», τον πρόσταξε. Ο μικρός έκανε να φύγει, μα ο πατέρας τον έπιασε από τις μασχάλες και τον έφερε μπροστά από τον κρεμασμένο και, όπως τον κρατούσε, έβαλε το κεφάλι του κοντά στο πόδι του και τα χείλη του μικρού Νίκου αισθάνθηκαν το παγωμένο δέρμα. «Για να συνηθίσεις», του είπε. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, η μητέρα του ήταν έξαλλη. «Πήγαμε να προσκυνήσουμε», απάντησε ο πατέρας του δίνοντας πρόωρο τέλος στον καβγά.

Παρά τις προσπάθειές του, ο καπετάν Μιχάλης καταλάβαινε πως ο γιος του ταλαντευόταν σε διαφορετική ιδιοσυχνότητα από τη δική του. Δεν υπήρχε τρόπος να πλησιάσει ο ένας τον άλλον, δεν υπήρχε καν η οικειότητα για να συμβεί αυτό. Ο κόσμος του πατέρα του μύριζε μπαρούτι, ιδρώτα, αίμα και επανάσταση, ζητούσε θυσίες, καλλιεργούσε μίσος για τους Τούρκους δυνάστες, θαυμασμό και σεβασμό για τους μαχητές και τους ήρωες. Ο γιος του μπορεί να γοητευόταν από αυτόν τον κόσμο, αλλά μόνο ως παρατηρητής. Ο δικός του κόσμος είχε μάχες πνευματικές, κοπιαστικές αναζητήσεις, εξοντωτικές ανηφόρες, συνομιλίες με θεούς και υπερανθρώπους. Κατανόηση μόνο είχαν ο ένας για τον άλλον. Ποτέ δεν έκανε ένα αστείο για να γελάσει ο πατέρας του − παρότι ο υιός Καζαντζάκης διέθετε άφθονο και ξεχωριστό χιούμορ. Κανείς στο Ηράκλειο δεν θυμάται τον Μιχάλη Καζαντζάκη να γελάει. Χαμογέλασε μόνο την ημέρα που η Κρήτη απελευθερώθηκε από τους Τούρκους. Άρπαξε και πάλι τον γιο του από το χέρι και έτρεχε μπροστά εκείνος, με τον μικρό να προσπαθεί, λαχανιασμένος, να τον ακολουθήσει. «Χριστός Ανέστη, καπετάν Μιχάλη», του είπε ενθουσιασμένος ένας περαστικός, «Η Κρήτη Ανέστη», απάντησε εκείνος. «Πού πάμε;» ρώτησε γιος. «Στον παππού σου», απάντησε ο πατέρας του, που βιαζόταν να φτάσει. Όταν βρέθηκαν πάνω από τον τάφο του πατέρα του, ο καπετάν Μιχάλης άρχισε να τον σκάβει με τα χέρια. Πλησίασε στη λακκούβα το στόμα του και άρχισε να φωνάζει: «Πατέρα, ήρθε! Πατέρα, ήρθε! Πατέρα, ήρθε!». Και μετά άρχισε να χύνει κρασί στην τρύπα. «Άκουσες;» ρώτησε τον γιο του. Εκείνος δεν του απαντούσε, σαστισμένος όπως ήταν. «Δεν άκουσες;» ξαναρώτησε θυμωμένος. «Τα κόκαλά του έτριξαν».

Το κοινό σημείο αναφοράς, εκεί που τέμνονταν οι αξίες τους, ήταν ο αδιάκοπος αγώνας για την ελευθερία: του πατέρα για την Κρήτη, του γιου για το πνεύμα. Ώστόσο, τον γιο βάραινε το χρέος να κάνει υπερήφανο τον πατέρα, να τον δικαιώσει για την επένδυση που είχε κάνει πάνω του. Αναγνώριζε ότι σε εκείνον τον ετοιμοπόλεμο, τρομακτικό αντάρτη χρωστούσε την εντυπωσιακή μόρφωσή του· του την είχε προσφέρει με την ελπίδα πως θα τον έβλεπε να σταδιοδρομεί πρώτα ως δικηγόρος και στη συνέχεια ως βουλευτής. Ή δεσπότης − έτσι είχε προβλέψει η μαία όταν ξεγέννησε τη μητέρα του, τη Μαρία.

Ο νεαρός Καζαντζάκης είχε μάθει να επιβιώνει σε αυτό το ιδιότροπο περιβάλλον, ειδικά από τη στιγμή που συμφώνησαν πως δουλειά του ήταν να αριστεύει στα μαθήματα δεν σταμάτησε στιγμή να δικαιώνει τον πατέρα του. Μέχρι που αφέθηκε στην ασυνήθιστη γοητεία τής κατά δύο χρόνια μεγαλύτερής του Γαλάτειας, την οποία απέρριπτε ο καπετάν Μιχάλης, γιατί δεν τη θεωρούσε αντάξια του γιου του και δεν έβλεπε τον τρόπο με τον οποίο εκείνη θα μπορούσε να τον βοηθήσει να κατακτήσει τους υψηλούς στόχους του.

Όταν ο Νίκος επέστρεψε από την περιπλάνησή του στην Ιταλία, κάλεσε τη Γαλάτεια να αφήσει το Ηράκλειο και να πάει να τον βρει στην Αθήνα. Νοίκιασαν ένα διαμέρισμα στην οδό Κνωσού, στα Πατήσια. Είχε αρχίσει ήδη να κερδίζει χρήματα από τη συγγραφή και τη μετάφραση ξένων έργων, αλλά πλέον βρισκόταν μπροστά σε συμπληγάδες αντίρροπων δυνάμεων: από τη μία η απόρριψη του πατέρα του σε μια κορυφαία επιλογή ζωής, από την άλλη η οικογένεια της Γαλάτειας, που τον πίεζε να επισημοποιήσει αυτή τη σχέση, αποκαθιστώντας την αμαυρωμένη τιμή της κόρης τους. Παρόλο που οι Αλεξίου ήταν μια προοδευτική οικογένεια φιλότεχνων αστών του Ηρακλείου −ο πατέρας της Στέλιος ήταν ιδιοκτήτης ενός ιστορικού τυπογραφείου, όπου το 1911 είχε τυπωθεί η ιστορική πρώτη φιλολογική έκδοση του Ερωτόκριτου από τον Στέφανο Ξανθουδίδη−, επέμεναν έντονα για τον γάμο. Ήταν και τα κουτσομπολιά στο Ηράκλειο που έδιναν υπερβολικές διαστάσεις στο όλο ζήτημα − άλλωστε, βρισκόμαστε στο 1911. «Τη σπίτωσε στην Αθήνα, δυο χρόνια μεγαλύτερή του και αστεφάνωτη» − αυτό κουβέντιαζαν στις γειτονιές του Ηρακλείου εκείνη την εποχή οι νοικοκυρές.

Εκείνος είχε να επιλέξει ανάμεσα στον πατέρα του −και στην ασφάλεια που αυτός του πρόσφερε−, και στη σαγήνη της τυχοδιωκτικής ζωής που του υποσχόταν ο έρωτας. Ήταν στα τριάντα και ολότελα παραδομένος στην τριανταδιάχρονη Γαλάτεια, στην προοδευτική φύση της, στη μαχητική καρδιά της, στην αντισυμβατική mentalité της, στο φεμινιστικό πνεύμα της. «Τη Γαλάτεια και μια καλύβα», είχε γράψει κάποτε κάτω από την ερώτηση «Τι ονειρεύεστε» σ’ ένα λεύκωμα. Δεν άντεχε στην ιδέα να τη χάσει, δεν είχε ελπίδες να μεταπείσει τον πατέρα του, οπότε μόνο μία επιλογή του απέμενε: Ο γάμος με τη Γαλάτεια έμεινε στην ιστορία της πόλης για την πρωτότυπη και μάλλον ατυχή έμπνευση να γίνει στον Άγιο Κωνσταντίνο, το εκκλησάκι του νεκροταφείου του Ηρακλείου, ένα βράδυ Παρασκευής, με λίγους καλεσμένους από την οικογένεια Αλεξίου και κουμπάρο τον συμμαθητή και συμφοιτητή του Νίκου Γιώργο Φανουράκη. Όταν σκοτείνιασε, αφού πέρασαν ανάμεσα από τάφους, πάτησαν κάποια ξεραμένα γαρίφαλα που είχαν ξεκολλήσει από τα άλλοτε ερυθρόλευκα στεφάνια, έφτασαν στο εκκλησάκι και έγιναν σύζυγοι ψιθυριστά, στα σκοτάδια. Η απόφαση αυτή, πέρα από τον οποίο συμβολισμό θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, είχε έναν και μόνο, ζωτικής σημασίας, πρακτικό σκοπό: Να μη μάθει ο καπετάν Μιχάλης πού θα πραγματοποιούνταν ο γάμος, επέμβει και τον αναβάλει.

Ο Φρέντυ ξεφύσηξε μακρόσυρτα. Τι απίθανη ιστορία! σκέφτηκε και έφερε ξανά στο μυαλό του μια λεπτομέρεια από την εξιστόρηση που τον έκανε σχεδόν να ταυτιστεί

με τον Καζαντζάκη: τη σχεδόν παθολογική αγάπη που έτρεφε ο Νίκος για τη μητέρα του, τη Μαρία, τη Μαργιώ χαϊδευτικά.

Παρόμοια ήταν και η σχέση που είχε ο δημοσιογράφος με τη δική του μητέρα, τον άνθρωπο που του έχτισε το όνειρο και τον βοήθησε να μπει μέσα σε αυτό, τη γυναίκα που, εξαιτίας του νεανικού της έρωτα, του είχε δώσει ένα όνομα που όλοι αμφέβαλλαν αν το είχαν ακούσει σωστά την πρώτη φορά που τους το έλεγε, και τον ρωτούσαν ξανά για επιβεβαίωση. Εκείνη ήταν που τον παρότρυνε να γράφει, να γράφει ακατάπαυστα, από όταν ήταν οκτώ ετών. Μαζί, άλλωστε, έστηναν την παιδική εφημερίδα του, την έβγαζαν σε είκοσι αντίτυπα χρησιμοποιώντας καρμπόν, και με τα έσοδα ο Φρέντυ εξασφάλιζε τις σοκολάτες της εβδομάδας. Εκείνη διάλεξε το μυθιστόρημα που έστειλε ο γιος, όταν ήταν πια δεκαεννέα ετών, στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος που καθιέρωσε ο Mπάμπης Kλάρας στη Bραδυνή, και κέρδισε το δεύτερο βραβείο. Εκείνη τον πήγε −κρυφά από τον παππού του, που ήθελε ο εγγονός του να σπουδάζει οικονομικά, και τον πατέρα του, που ήθελε ο γιος του να γίνει αξιωματικός του Ναυτικού− σε μια σχολή δημοσιογραφίας. Εκείνη τον μεγάλωνε, χωρισμένη καθώς ήταν από τον στρατιωτικό σύζυγό της, τον οποίο είχε παντρευτεί στα δεκαοχτώ. Τον αγαπούσε τον ναύαρχο Ανδρέα Γερμανό. Αλλά της είχε μείνει ανεξίτηλος ο εφηβικός της έρωτας στη Μυτιλήνη, την ιδιαίτερη πατρίδα της… Ένας έρωτας πλατωνικός με Βρετανό αξιωματικό, που είχε λήξει άδοξα. Στη συνέχεια, κλέφτηκε με τον Γερμανό όταν έμεινε έγκυος… Εκείνη του ζήτησε, αν το παιδί είναι αγόρι, να του δώσουν το όνομα του πρώτου της μεγάλου έρωτα. Εκείνος το δέχθηκε. Σε λίγους μήνες κρατούσαν στην αγκαλιά τους τον Φρέντυ.

Όταν διέσχισε πια το κατώφλι της μπλε πολυκατοικίας στα Εξάρχεια, απέναντι από τον κινηματογράφο Βοξ, ένιωθε τόσο κουρασμένος, που έπεσε στο κρεβάτι με τα ρούχα. Κοιμήθηκε αμέσως. Δεν ήθελε άλλο να σκεφτεί.

 

 

SHARE

Περισσότερα

MORE MAGAZINE