kourdistoportocali.comMagazineΤο λιοντάρι μέσα στο κεφάλι του είχε μία επιχείρηση

Υμνος στο Επιχειρείν

Το λιοντάρι μέσα στο κεφάλι του είχε μία επιχείρηση

O Aθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος γράφει για τον προφήτη της δημιουργικής καταστροφής Γιόζεφ Αλόϊς Σουμπέτερ

«Το λιοντάρι μέσα στο κεφάλι του είχε μία επιχείρηση»
Λαφονταίν, Fable V, 19

Το Κουρδιστό Πορτοκάλι σε μια κρίσιμη συγκυρία για τη χώρα έχει την τιμή να έχει στην διάθεσή του το συγκλονιστικό βιβλίο του σπουδαίου δημοσιογράφου και φίλου κ. Αθανασίου Χ. Παπανδρόπουλου για το Επιχειρείν, την Φιλοσοφία και τους Εμπνευσμένους Οραματιστές Επιχειρηματίες-τους Προφήτες της Δημιουργικής Καταστροφής όπως τους αποκαλούσε ο Γιόζεφ Αλόϊς Σουμπέτερ

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

ΕΥΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ
«Αν κάθε έθνος πρέπει να επενδύει στο ανθρώπινο κεφάλαιο που διαθέτει
και να το βελτιώνει, κάθε άτομο δεν παύει να είναι ιδιοκτήτης των
έμφυτων προσόντων του, που είναι και τα μέσα παραγωγής του…»
Λούντβιχ φον Μίζες (1881-1874)
«Η Ανθρώπινη Δράση» (1949)

Από πολλά χρόνια τώρα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για την επιχείρηση, το επιχειρείν, τον πραγματικό επιχειρηματία. Τρεις ήταν οι λόγοι που με έσπρωχναν προς την κατεύθυνση αυτή.

Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με τον πατέρα μου, τον Χαρίλαο Παπανδρόπουλο, μεγάλο επιχειρηματία της Πάτρας, επειδή πίστευε στο επιχειρείν και την «δημιουργική καταστροφή» κατά Γιόζεφ Σουμπέτερ και, τελικά, στην κρατικοδίαιτη και μεταπρατική Ελλάδα της εποχής του, μάλλον τιμωρήθηκε. Οι πρωτοπόροι επιχειρηματίες στην Ελλάδα της δεκαετίας τού 1950, όταν αναλάμβαναν κινδύνους χωρίς να τα έχουν καλά, κατά τον αείμνηστο Πρόδρομο Μποδοσάκη (φίλο του παππού μου, Θανάση Ευστρατιάδη) με το δοβλέτι, ετιμωρούντο.

Την εποχή εκείνη, η μεταπρατική Ελλάδα δεν σήκωνε πρωτοπορίες και άρα δεν ανεχόταν πρωτοπόρους επιχειρηματίες αν αυτοί δεν ήσαν ενσωματωμένοι στο πελατοκεντρικό πολιτικό σύστημα. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα της εποχής εκείνης δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για έντιμους, ακέραιους και ανεξάρτητους επιχειρηματίες. Γι αυτό, όχι λίγες φορές, και τους καταδίωκε επειδή χαλούσαν την πολιτική πιάτσα. Οι επιχειρηματίες ήσαν «καλοί» για να κάνουν τα ρουσφέτια των πολιτικών, αλλά δεν έπρεπε να βλέπουν μπροστά, ούτε πολύ μακρυά. Εξάλλου, πώς μπορούσαν να υλοποιούν οράματα όταν το τότε τραπεζικό σύστημα ήταν και αυτό υποχείριο της πολιτικής –της κομματικής πολιτικής.
Ήταν επόμενο, λοιπόν, ο πατέρας, επειδή πίστευε και έπραττε τα αντίθετα από αυτά που υπαγόρευε το κρατούν σύστημα, να πέσει. Παρ’ όλα αυτά, ο άνθρωπος που ξέρει και θέλει να επιχειρεί, ποτέ δεν χάνεται. Ο πραγματικός επιχειρηματίες ξέρει να ρισκάρει, να χάνει, να κερδίζει. Έτσι, η δημιουργικότητά του πάντα τον αναπαράγει. Και αυτό υπήρξε για μένα μία μεγάλη θεωρητική εμπειρία. Το επιχειρείν, έμαθα από τον Χαρίλαο Παπανδρόπουλο, είναι ζωή, ελευθερία, δημιουργία και αυτόνομη ολοκλήρωση της προσωπικότητας. Το ευ επιχειρείν, όμως. Ο πραγματικός επιχειρηματίας, ο ανήσυχος άνθρωπος, ζει από τη δημιουργία του. Αναπνέει από τις πρωτοβουλίες του. Πραγματώνει το εγώ του. Απόκτησα, λοιπόν, χάρη στο πατρικό παράδειγμα, την αίσθηση ότι τίποτα δεν αντικαθιστά την ατομική πρωτοβουλία, αν ένα άτομο θέλει να αυτο-ολοκληρωθεί και να ζήσει αντί να το ζούν. Και για να το πετύχει αυτό κάποιος, δεν είναι απαραίτητο να γίνει επιχειρηματίας. Τού αρκεί να συλλογάται ελεύθερα και να πιστεύει ότι στη ζωή κοιμόμαστε όπως οι ίδιοι στρώνουμε.

Ο δεύτερος λόγος που με έσπρωξε να διατυπώσω πολλές από τις σκέψεις που ακολουθούν οφείλεται σε μία χρόνια και βαθειά απογοήτευση. Ενώ η πραγματική επιχείρηση, το επιχειρείν και οι επιχειρηματίες βάλλονται συνεχώς από τους εχθρούς των ανοικτών κοινωνιών και των ελευθεριών, ο ντόπιος επιχειρηματικός κόσμος, σε μεγάλο βαθμό, είναι ανίκανος –ή δεν θέλει– να παράγει ιδεολογικό έργο και άρα να αντικρούσει με σοβαρά επιχειρήματα τους αντιπάλους του. Με ελάχιστες –λαμπρές, ωστόσο– εξαιρέσεις, η ελληνική επιχειρηματική τάξη, ίσως επειδή υπήρξε προϊόν του ελληνικού κράτους και όχι κάποιου αστικού μετασχηματισμού, δεν μπορεί να παράγει ούτε αστική κουλτούρα, ούτε αστικές αξίες, ούτε επιχειρηματική διαλεκτική. Ακόμα χειρότερα, αγνοεί ποιο είναι το ιδεολογικό της υπόβαθρο και δεν έμαθε ποτέ ποιος είναι ο πραγματικός λόγος ύπαρξής της. Η διαλεκτική σχέση που υπάρχει σήμερα στον αναπτυγμένο κόσμο ανάμεσα στον επιχειρηματία και τη συνάφεια του έργου που ο ίδιος καθημερινά πραγματοποιεί, στη χώρα μας είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
Ο μέσος Έλληνας επιχειρηματίας, όπως διαπίστωσα σε πολλές συζητήσεις μου με μικρούς και μεγάλους εκπροσώπους των ελληνικών επιχειρήσεων, κατά βάθος και σε μεγάλο βαθμό αγνοεί γιατί επιχειρεί. Ακόμα χειρότερα, αυτή του η άγνοια τον καθιστά ευάλωτο στις επιθέσεις των εχθρών της ελεύθερης επιχείρησης, με αποτέλεσμα, όχι λίγες φορές, φτασμένοι επιχειρηματίες, με σημαντικό δημιουργικό έργο πίσω τους, να αισθάνονται ένοχοι γιατί πέτυχαν!

Η συμπεριφορά αυτή, κατά τη γνώμη μας, παρά τις ερμηνείες που δίνει ο μεγάλος οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ στο κορυφαίο έργο του «Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία», αποτελεί ένα φαινόμενο μεγάλης πνευματικής διαστροφής, το οποίο υπονομεύει τον θεσμό της ελεύθερης επιχείρησης και άρα ευνοεί αντιδημοκρατικές εξελίξεις.

Και αυτό το υπογραμμίζουμε ιδιαίτερα, διότι, όπως δείχνει η γνωστή μέχρι σήμερα ιστορική εμπειρία, η ελεύθερη επιχείρηση μπορεί να μην αποτελεί απόδειξη δημοκρατίας, είναι ωστόσο θεμελιακή προϋπόθεση για την εγκατάσταση ενός δημοκρατικού καθεστώτος. Έτσι, η έκφραση του μεγάλου Πολωνού φιλοσόφου Λ. Κολακόφσκι ότι, όπου δεν υπάρχει ελεύθερη επιχείρηση, είναι αδύνατη και η δημοκρατία, κατά την άποψή μας, είναι μεστή από νοηματικό περιεχόμενο. Συνεπώς, γίνεται εύλογο και το γιατί οι εχθροί της ελευθερίας είναι εναντίον της ελεύθερης επιχειρηματικής δράσης. Και όταν κάνουμε λόγο για ελεύθερη επιχειρηματική δράση εξυπακούεται ότι αναφερόμαστε στο ευ επιχειρείν. Παραπέμπουμε, δηλαδή, στην από κάθε πλευρά υπεύθυνη επιχειρηματική δράση, που πρέπει να είναι αυτή της επιχείρησης-πολίτη –μία έννοια που στην σημερινή εποχή και συγκυρία θα πρέπει να υιοθετήσει και να κάνει δική της κάθε επιχείρηση.

Ο τρίτος λόγος για τη συγγραφή, μαζί με τον αγαπητό φίλο Κώστα Χριστίδη, αυτού του βιβλίου είναι σχετικός με την μετά την κρίση που βιώνουμε εποχή. Το επιχειρείν θα παίξει πρωτεύοντα ρόλο στη νέα εποχή και θα διαμορφώνει νέες συνθήκες παραγωγής πλούτου. Υπό αυτή την έννοια, θα τονιστεί με έμφαση στο βιβλίο αυτό ότι, το επιχειρηματικό πνεύμα που επέτρεψε στη Δύση να πλουτίσει και να απογειωθεί, είναι φιλοσοφία, τρόπος ζωής, αντίληψη για τον εαυτό μας και τους άλλους, αλλά και κοινωνική προσφορά. Ο επιχειρηματίας παράγει πλούτο προς διανομή, πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί από ανθρώπους άβουλους, βολεψίες, που «όραμά» τους είναι να βολευτούν μονίμως πίσω από ένα γραφείο και να βγουν στη σύνταξη όσο πιο γρήγορα μπορούν. Το επιχειρείν, σε όλα τα επίπεδα, είναι παράγοντας προόδου. Επιχειρηματίας είναι κάθε άνθρωπος που προσφέρει γνώση, καινοτομία, κάτι διαφορετικό στον χώρο που κινείται και δραστηριοποιείται. Οι μεγάλοι εφευρέτες, οι πρωτοπόροι καλλιτέχνες, οι γιατροί-ερευνητές και όλοι αυτοί που, μέσα από τη διαδικασία της «δημιουργικής καταστροφής», ανοίγουν νέους δρόμους για τον άνθρωπο και τη ζωή του, είναι με τον τρόπο τους επιχειρηματίες. Επιχειρούν να προσφέρουν και να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο. Με τον τρόπο αυτό παράγουν και πολύτιμο κοινωνικό πλούτο, που για πολλούς θεωρείται κάτι το αυτονόητο, ενώ δεν είναι.

Έτσι, σημαντική στην διαδικασία παραγωγής οικονομικού και κοινωνικού πλούτου είναι η έννοια της «δημιουργικής καταστροφής», έννοια που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1942 από τον μεγαλύτερο, κατά τη γνώμη μας, ανατόμο του καπιταλισμού και της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τον Αυστριακό οικονομολόγο και φιλόσοφο Γιόζεφ Σουμπέτερ (1883-1950). Ο άνθρωπος που θεώρησε το επιχειρείν ως τον κινητήρα της ανάπτυξης και της προόδου για μία κοινωνία, δεν περιορίστηκε μόνο στη θεωρητική οικονομική μελέτη. Επέκτεινε το έργο του σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, γιατί πίστευε ακράδαντα ότι η καινοτομία καλύπτει κάθε πτυχή του βίου μας. Γι αυτό, εξάλλου, ασχολήθηκε με ητν κοινωνιολογία, την ψυχολογία, τη νομική και τον πολιτισμό.
Στον ρόλο του επιχειρηματία αναφέρεται και ο Λούντβιχ φον Μίζες (1881-1974) στο πολυσέλιδο περίφημο έργο του «Η Ανθρώπινη Δράση», τονίζοντας ότι οι επιχειρηματίες ξεχωρίζουν από τους άλλους γιατί βλέπουν πιο μακρυά, καταλαβαίνουν πιο γρήγορα και δρουν με ταχύτητα κάθε φορά που εξυπηρετείται καλύτερα το προσωπικό τους συμφέρον. Στο επίπεδο αυτό, ο μεγάλος επίσης Αυστριακός οικονομολόγος αναπτύσσει την άποψη ότι κάθε άνθρωπος γεννιέται όντας ιδιοκτήτης ορισμένων ικανοτήτων. Αυτές οι έμφυτες ικανότητές του είναι ένα μέσον παραγωγής προσαρμοσμένο σε ορισμένες εργασίες, λιγότερο προσαρμοσμένο σε άλλες και απροσάρμοστο σε μερικές άλλες. Εάν το άτομο έχει την απαιτούμενη δεξιότητα για την εκτέλεση ορισμένων τύπων εργασίας, τότε, σε σχέση με τον χρόνο και τις υλικές εκταμιεύσεις που χρειάστηκαν για την εκπαίδευσή του, είναι ένας επενδυτής. Είναι, δηλαδή, επιχειρηματίας του εαυτού του, ο οποίος επένδυσε και επενδύει σε δεξιότητες που θα πρέπει να τού αποδίδουν.
Αυτή η έννοια του «αυτοεπιχειρηματία» είναι μία νέα, τρόπον τινα, αντίληψη του ατόμου, που εδράζεται στην διαπίστωση ότι ο άνθρωπος αυξάνει συνεχώς τις ικανότητες αυτογνωσίας, εκπαίδευσης και προσαρμογής του σε κοινωνικές συγκυρίες, με αποτέλεσμα να μπορεί να αναπτύσσει τις δικές του στρατηγικές ζωής. Με μία λέξη, μπορεί κυριολεκτικά να είναι ο επιχειρηματίας της ίδιας του της ύπαρξης.
Για ποιαν επιχείρηση πρόκειται, όμως; Η αυτοεπιχείρηση δεν είναι ούτε φιλοσοφία, ούτε ιδεολογία. Είναι μία κίνηση που δημιουργεί εργαλεία και εμπειρίες που, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, επιτρέπουν την αυτοβελτίωση. Πρόκειται, εν ολίγοις, για μία δια βίου ηθική της ανάπτυξης.
Και στο επίπεδο αυτό, χρήσιμον είναι να διερευνήσουμε τις φιλοσοφικές πλευρές του επιχειρείν και της επιχείρησης, λαμβανομένης ως οικονομικό και κοινωνικό κύτταρο. Η διερεύνηση αυτή μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να βοηθήσει πολύ στη βαθύτερη κατανόηση της έννοιας του επιχειρείν, με την οποία –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– η πολιτική οικονομία έχει αποφύγει να ασχοληθεί.

ΓΙΟΖΕΦ ΣΟΥΜΠΕΤΕΡ>Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Όταν ήταν νεαρός, ο Γιόζεφ Αλόϊς Σουμπέτερ είχε δηλώσει ότι τρεις ήταν οι μεγάλες του επιθυμίες: Να γίνει ο μεγαλύτερος εραστής της Βιέννης, να εξελιχθεί στον μεγαλύτερο ιππέα της Ευρώπης και να αναγνωρισθεί σαν ο μεγαλύτερος οικονομολόγος του κόσμου. Ο ίδιος παραδεχόταν ότι τους δύο πρώτους στόχους τους είχε πετύχει. Σήμερα, κατά την γνώμη μας, δεν αποκλείεται η Ιστορία να αναγνωρίσει ότι ο αριστοκρατικός και θεατρινικός Αυστριακός οικονομολόγος, 128 χρόνια μετά την γέννησή του στις 8 Φεβρουαρίου 1883, υπήρξε πραγματικά μία κορυφαία προσωπικότητα της οικονομικής σκέψης. Ίσως δε και η μεγαλύτερη.

Άνθρωπος με αρκετές παραξενιές και απρόβλεπτη διάθεση, ο Σουμπέτερ, σε σύγκριση με τον Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς είχε την φήμη του συντηρητικού, ενώ από πολλές πλευρές τα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μελέτη του έργου του είναι μάλλον αντίθετα. Στενός φίλος του αριστερού Αυστριακού σοσιαλιστή Όττο Μπάουερ και φανατικός θαυμαστής του Μαρξ, ο Σουμπέτερ, το 1919, υπήρξε υπουργός Οικονομικών στην μόνη σοσιαλιστική αυστριακή κυβέρνηση μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Έλεγε δε ότι οι σοσιαλιστικές ιδέες του ήταν «σε μεγάλο βαθμό αγαπητές». Από την άλλη μεριά, παρά το γεγονός ότι υποστήριξε πως ο Μαρξ είχε δώσει λάθος απαντήσεις σε πολλά, αν όχι σε όλα, τα ερωτήματα που είχε θέσει, θεωρούσε ωστόσο τον εαυτό του γιο του Γερμανού φιλοσόφου και υπογράμμιζε ότι επρόκειτο για τον μεγαλύτερο μελετητή των οικονομικών πραγμάτων της ανθρωπότητας. «Ο Μαρξ», έλεγε ο Αυστριακός οικονομολόγος, «μπορεί να έδινε λάθος απαντήσεις, αλλά έθετε σωστά ερωτήματα. Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό…».


Αναγνώστης και μελετητής των μεγάλων οικονομολόγων της Σχολής της Βιέννης, ο Γιόζεφ Σουμπέτερ, ήδη σε ηλικία 27 χρόνων, εντυπωσίαζε τον κύκλο του με την διδακτορική του διατριβή, που αργότερα έγινε και ένα από τα μεγάλα βιβλία του «Η Θεωρία Της Οικονομικής Ανάπτυξης»). Στο βιβλίο αυτό υποστήριζε ότι το κατ’ εξοχήν πρόβλημα μιας οικονομίας δεν είναι η ισορροπία, αλλά οι διαρθρωτικές αλλαγές. Στο πλαίσιο αυτό, ο Αυστριακός οικονομολόγος εκπόνησε την περίφημη θεωρία των νεωτερισμών, λέγοντας ότι επρόκειτο για το πραγματικό αντικείμενο της ιστορίας. Αντίθετα λοιπόν με τον Κέϋνς, που πίστευε ότι οι νεωτερισμοί βρίσκονται έξω από το οικονομικό σύστημα, ο Σουμπέτερ δανειζόταν αρκετά πράγματα από τον Μαρξ και έλεγε ότι το κέρδος ήταν μία καίρια οικονομική συνάρτηση που προωθούσε την οικονομική ανάπτυξη και αποτελούσε μία μορφή «δημιουργικής καταστροφής». Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Αυστριακός οικονομολόγος υποστήριζε ότι το νεωτεριστικό κέρδος όχι μόνον δεν είναι «κλεμένη υπεραξία» από τους εργαζόμενους, αλλά αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα δημιουργίας εισοδημάτων και απασχόλησης (για τους εργαζόμενους).
«Ο νεωτερισμός», έγραφε ο Αυστριακός οικονομολόγος, «οδηγεί στην απαξίωση τον χθεσινό κεφαλαιουχικό εξοπλισμό και τις αντίστοιχες κεφαλαιακές επενδύσεις. Κατά συνέπεια, ο σχηματισμός κεφαλαίου αποτελεί συνάρτηση του συμφέροντος που έχει ο επενδυτής για κάτι τέτοιο. Αυτό λοιπόν που θεωρείται κέρδος, θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν κόστος παραμονής στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Ή σαν το κόστος ενός μη προβλέψιμου μέλλοντος, στο πλαίσιο του οποίου το μόνο βέβαιο θα ήταν ότι η σημερινή κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα θα εξελιχθεί στον αυριανό άσπρο ελέφαντα. Δεν χωράει καμμία αμφιβολία λοιπόν ότι ο σχηματισμός κεφαλαίου και η παραγωγικότητα είναι δύο στοιχεία απαραίτητα αν θέλουμε μία οικονομία να παράγει ευημερία και, πριν απ’ όλα, να διατηρεί τις σημερινές θέσεις εργασίας δημιουργώντας ταυτόχρονα και τις προϋποθέσεις γι αυτές του αύριο…».
Έχοντας λοιπόν την άποψη ότι το κέρδος ήταν το τίμημα της νεωτεριστικής πρωτοβουλίας, ο Σουμπέτερ πίστευε ότι η ζωτικότητα μιας οικονομίας ήταν στενά δεμένη με τον επιχειρηματία, που μόνον αυτός είχε κάθε συμφέρον να εφαρμόζει νέες τεχνολογίες, να προωθεί τους νεωτερισμούς και να θεωρεί ότι η προαγωγή της αποτελεσματικότητας είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας αποκόμισης μεγάλων κερδών. Κάτω από αυτή την θεώρηση, ο Αυστριακός οικονομολόγος εξόργιζε τους φοιτητές του λέγοντάς τους ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού αποτελούσαν περισσότερο «κρύο ντους», παρά κοινωνική μάστιγα. Ακόμα περισσότερο, ο συγγραφέας της «Ιστορίας Των Οικονομικών Θεωριών Και Δογμάτων» όχι λίγες φορές υποστήριζε ότι, αν η επιλογή μιας κοινωνίας είναι αυτή της οικονομικής της ανάπτυξης και συλλογικής ευημερίας, τότε η ύπαρξη ανισοτήτων και επιχειρηματικών κερδών ήταν οι απαραίτητες προϋποθέσεις γι αυτό.
Με βάση τα παραπάνω, η «νεωτεριστική θεωρία» του Σουμπέτερ και η «δημιουργική καταστροφή» στην οποία οδηγεί, ερμηνεύει κατά τρόπο που δύσκολα αμφισβητείται την ύπαρξη «κέρδους». Κατ’ επέκταση, όμως, αν το κέρδος θεωρείται σαν ο μοναδικός τρόπος δημιουργίας απασχόλησης ή διατήρησης των θέσεων εργασίας, τότε ο καπιταλισμός αποκτά μια ιδιαίτερα ηθική διάσταση. Γίνεται το εργαλείο για μία καλύτερη ζωή. Και αυτό, σε μεγάλο βαθμό, ο Σουμπέτερ το πίστευε.
Δικαιώνεται δε από τον αριστερό Γάλλο καθηγητή Μωρίς Ντυβερζέ, που στο βιβλίο του «Οι Πορτοκαλιές Της Λίμνης Μπάλατον???» έγραφε πριν 40 χρόνια: «Παρά την σημερινή κρίση του, ο καπιταλισμός, σε σύγκριση με τα κομμουνιστικά καθεστώτα, είναι ένα σύστημα πολύ πιο δυναμικό και πιο αποτελεσματικό, το οποίο αντισταθμίζει τις ανεπάρκειες των άλλων προμηθεύοντάς τους τρόφιμα και βιομηχανικό εξοπλισμό. Και ως δείχνουν τα πράγματα, η κατάρρευση του συστήματος κάθε άλλο παρά επίκειται. Διότι πάντα δείχνει μία ικανότητα προσαρμογής, ανώτερη από αυτήν των κομμουνιστικών εθνών. Οι δε πολυεθνικές του αποτελούν έναν τεράστιο νεωτερισμό, που τείνει να διεθνοποιήσει την παραγωγή χρησιμοποιώντας τις διαφορές κόστους ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα ανάπτυξης. Από οικονομικής πλευράς λοιπόν οι πολυεθνικές εταιρείες προσφέρουν τεράστιες υπηρεσίες στην παγκόσμια οργάνωση της βιομηχανίας και στο κοινωνικό επίπεδο και είναι επωφελέστατες στους εργαζόμενους των αναπτυγμένων χωρών … Δεν αποκλείεται λοιπόν να επαληθευτεί η πρόβλεψη του Σουμπέτερ που πίστευε στην πτώση του καπιταλισμού και στην αντικατάστασή του από μία κολλεκτιβίστικη μεν αλλά δημοκρατικά οργανωμένη οικονομία. Ο ίδιος ο καπιταλισμός οδηγείται προς τα εκεί».
Με άλλα λόγια δηλαδή, τόσο ο Γάλλος καθηγητής όσο και ο Σουμπέτερ έκαναν στην εποχή τους την πρόβλεψη ότι η εξέλιξη των καπιταλιστικών επιχειρήσεων σε μεγάλους πολυεθνικούς οργανισμούς μοιραία θα οδηγούσε στην δημιουργία πολυάνθρωπων και βραδυκίνητων γραφειοκρατικών οργανώσεων που θα έχουν την μορφή μιας δημοκρατικής κολλεκτίβας. Στο πλαίσιο δε αυτής της καπιταλιστικού τύπου κολλεκτίβας, το καπιταλιστικό πνεύμα θα είναι τόσο πεσμένο και υποτονικό ώστε δεν θα υπάρχει πια ο ίδιος ο καπιταλισμός!

Η πτώση του καπιταλισμού

Και από την άποψη αυτή ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το να διερευνήσει κανείς τί πίστευε και τί πρόβλεπε ο Σουμπέτερ. Αξίζει δε τον κόπο να γίνει κάτι τέτοιο γιατί τόσο ο Μαρξ όσο και ο Αυστριακός οικονομολόγος κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή στον καταποντισμό του καπιταλισμού, αλλά από διαφορετικούς δρόμους. Ο μεν Μαρξ πίστευε ότι ο καπιταλισμός θα «γκρεμιστεί» γιατί θα έχει οδηγήσει στην γενική εξαθλίωση, ενώ ο Σουμπέτερ πρόβλεπε ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη βαθμιαία θα οδηγήσει στην υποβάθμιση του καπιταλιστικού πνεύματος και άρα στην εξαφάνιση των νεωτεριστικών δυνατοτήτων.
«Ο καπιταλισμός», έγραφε ο Σουμπέτερ, «δεν θα μπορεί να αναπτύσσεται παρά στον βαθμό που θα υπάρχουν στους κόλπους του πρωτοπόροι καπιταλιστές με ιπποτικό πνεύμα…». Κατά τον Αυστριακό οικονομολόγο, η ύπαρξη τέτοιων ανθρώπων δημιουργεί παραδείγματα προς μίμηση και σπρώχνει προς τα μπρος ολόκληρο το σύστημα. «Το προχώρημα του καπιταλισμού», τόνιζε, «οφείλεται σε λίγους θαρραλέους ανθρώπους που έχουν το κουράγιο να επιχειρούν νέες πρωτοβουλίες, να ανανεώνουν τα προϊόντα, να στοιχηματίζουν την επέκταση και να διαπνέονται από το πνεύμα του ανταγωνισμού…».

Ωστόσο, αυτού του είδους οι άνθρωποι θα γίνονται όλο και πιο σπάνιοι. Γιατί θα καταστρέφονται από αυτόν τον ίδιο τον δικό τους πολιτισμό. Όσο και αν ήταν θαρραλέος ο καπιταλισμός, ο πολιτισμός του είχε χτιστεί πριν απ’ όλα σε ορθολογικές συμπεριφορές, οι οποίες είχαν καταστρέψει τους νόμους και τις δομές των βασιλιάδων και των αρχόντων. Για τον Σουμπέτερ όμως ο καπιταλισμός, ρίχνοντας το ψυχρό βλέμμα του πάνω στο ίδιο του το σύστημα, σε πρώτη φάση, θα έτεινε στο να εξαφανίσει τον ιππότη-επιχειρηματία από το προσκήνιο. Έτσι, στο βιβλίο του «Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός Και Δημοκρατία», τόνιζε ότι η προϊούσα γραφειοκρατικοποίηση της τεχνικής προόδου, σε τελευταία ανάλυση, έμελλε να περιορίσει τις νεωτεριστικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και άρα να μεταβάλλει την παραγωγική διαδικασία. «Η τεχνική πρόοδος θα γίνει αντικείμενο ενασχόλησης εξειδικευμένων ομάδων που εργάζονται με βάση εντολές και μπορούν να προβλέπουν τα αποτελέσματα των ερευνών τους», έλεγε ο Σουμπέτερ.
Στην συνέχεια, πρόβλεπε ότι η καπιταλιστική αστική τάξη, αφού κατέστρεψε τα «προστατευτικά στρώματα» (χειροτεχνία, αριστοκρατία, αγροτιά) που έδιναν στην παραδοσιακή κοινωνία ένα λαϊκό έρεισμα, θα τείνει να οδηγεί στην αποσύνθεση το θεσμικό πλαίσιο αυτής της ίδιας της εξουσίας της και του κύρους της. Κατά συνέπεια, οι ψυχολογικοί παράγοντες που συνέβαλαν στην επιτυχία της μέσα στα εργοστάσια (φιλότιμο, πνεύμα υπακοής, κλπ) θα εξασθενούν και θα αποδυναμώνουν την αποτελεσματική διαχείριση.
Σε τρίτη φάση, οι επιχειρηματίες θα πάψουν να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα νέα προβλήματα που θα τους δημιουργούνται και θα συμβάλουν στην δημιουργία νέων πολιτικών συστημάτων και διανοητικών τάξεων που θα είναι ανεξάρτητες και εχθρικές σε σχέση με τις καπιταλιστικές δυνάμεις. Τέλος, ο Σουμπέτερ έγραφε ότι οι αξίες που δημιούργησαν τον καπιταλισμό θα χάνουν την εμβέλειά τους, με αποτέλεσμα σε κάποια στιγμή το «αστικό καθεστώς να πάψει να έχει έννοια για την ίδια την μπουρζουαζία».
Αν κρίνει κανείς από τις εξελίξεις που παρατηρήθηκαν και παρατηρούνται σε πολλές καπιταλιστικές χώρες τα είκοσι τελευταία χρόνια, εύκολα θα δεχτεί ότι οι προβλέψεις του Σουμπέτερ έχουν ισχυρό υπόβαθρο αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να επαληθευτούν. Η μέχρι σήμερα εμπειρία μας δείχνει, όσο και αυτό το απορρίπτουν μετά βδελυγμίας κάποιοι, ότι το καπιταλιστικό σύστημα έχει τεράστιες αυτορρυθμιστικές δυνατότητες και ικανότητες, οι οποίες του επιτρέπουν να προσαρμόζεται και να αυτορρυθμίζεται κάθε φορά που υπάρχουν σοβαρά προβλήματα διακύβευσής του. Και το γεγονός αυτός θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύο θεμελιακές σκέψεις: Πρώτον, αν ο σοσιαλισμός απέτυχε παντού όπου επιβλήθηκε αυτό, όπως θα αναγνώριζε και ο Μαρξ, οφείλεται στο ότι δεν είχε προηγηθεί καπιταλισμός. Δεύτερον, αν η σημαντική αυτή προϋπόθεση είχε υπάρξει, ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να επιβληθεί; Στο επίπεδο αυτό η κινεζική εμπειρία μας διδάσκει ότι ο κομμουνισμός μπορεί να συμβιβαστεί με την αποτελεσματικότητα του καπιταλισμού. Παραμένει ωστόσο ανοικτό το ερώτημα πόσο μια τέτοια ερμαφρόδιτη κατάσταση μπορεί να διαρκέσει.

Οι διανοούμενοι
Μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή του έργου του μεγάλου Αυστριακού οικονομολόγου είναι η άποψή του για τον ρόλο των διανοουμένων στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Κατά τον Σουμπέτερ, οι διανοούμενοι, στο μέτρο που το σύστημα τους εξασφαλίζει ανέσεις, προβολή, υλικές διευκολύνσεις και προστασία, το μισούν όλο και πιο πολύ. Το γεγονός ότι ο καπιταλισμός στηρίζεται στο συνεχές κυνηγητό του χρήματος τούς ενοχλεί. Υποστηρίζοντας λοιπόν ότι «το χρήμα δεν είναι το παν», οι διανοούμενοι ρίχνουν σοβαρότατες αμφιβολίες στις συμπεριφορές που δίνουν προτεραιότητα στο χρήμα και δημιουργούν πλέγματα ενοχής. Φτάνουν έτσι να θέτουν υπό αμφισβήτηση τον παράγοντα της υλικής τους ευημερίας χωρίς να προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι υπήρξαν οι ιστορικοί λόγοι της δημιουργίας του. Συνεπώς, υποστήριζε ο Σουμπέτερ, όταν το καπιταλιστικό σύστημα θα φτάσει να καλοταΐζει και να πληρώνει από πάνω τους εχθρούς του, θα έχει ήδη δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για το τέλος του.
Η τοποθέτηση αυτή δεν επαληθεύεται για την ώρα ιστορικά, πλην όμως διατηρεί στοιχεία που επιτρέπουν την ερμηνεία των συμπεριφορών καλοθρεμένων εκμεταλλευτών του καπιταλισμού οι οποίοι απεργάζονται την πτώση του. Μια πτώση όμως που και αυτή επί του παρόντος φαντάζει μακρινή. Και αυτό οφείλεται στο ότι, παρά την παγκόσμια επικράτηση κανόνων της ελεύθερης οικονομίας, όπως έγραψε και το Economist, ο κρατισμός καλά κρατεί. Σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, αντιπροσωπεύει κατά μέσον όρο το 52% του παραγόμενου διεθνώς Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι στην Κίνα, για παράδειγμα, τα κρατικά επενδυτικά ταμεία διαχειρίζονται 2,6 τρισεκατομμύρια δολλάρια, ήτοι το 40% της παγκόσμιας αποταμίευσης.

SHARE

Περισσότερα

MORE MAGAZINE