Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΑΚΟΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑΣ

 

 

Είναι μία βροχερή Τετάρτη του Φεβρουαρίου 1981. Το βράδυ, σε μια ψαροταβέρνα του Χαλανδρίου, στον δρόμο προς Χολαργό, κοντά στο σπίτι του Χαρίλαου Φλωράκη, Γενικού Γραμματέα τότε του ΚΚΕ, συνευρίσκονται οι Ανδρέας Παπανδρέου, αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, Άκης Τσοχατζόπουλος, Γεράσιμος Αρσένης, Κωστής Βαΐτσος, Βάσω Παπανδρέου, Μένιος Κουτσόγιωργας και ο μετέπειτα δήμαρχος Χαλανδρίου Νίκος Πέρκιζας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι σίγουρος για την εκλογική νίκη του «Κινήματος» στις εκλογές του Οκτωβρίου και η συζήτηση είναι πού θα βρεθούν τα απαραίτητα κεφάλαια για να μοιραστούν στις ορδές των «μη προνομιούχων» που ανυπόμονοι περιμένουν την ώρα της μεγάλης εισβολής. (Διαβάστε το όλο. Θα αυξηθεί κατακόρυφα η οργή σας και δεν θα πιστεύετε τις αποκαλύψεις οι οποίες λόγω του έγκριτου δημοσιογράφου είναι όλες τεκμηριωμένες).

«Πρόεδρε, δεν υπάρχει πρόβλημα», λέει ο Γεράσιμος Αρσένης, μετέπειτα «τσάρος της οικονομίας», στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. «Το διεθνές σύστημα», επιμένει, «έχει μεγάλη ρευστότητα και θα βρούμε αρκετό χρήμα να φέρουμε στην Ελλάδα. Εξάλλου, τα επιτόκια είναι χαμηλά, όπως και το ελληνικό δημόσιο χρέος. Υπάρχουν έτσι περιθώρια να αντιμετωπίσουμε και αιτήματα για παροχές, αλλά και μία πιθανή φυγή κεφαλαίων στις ξένες τράπεζες από βιομηχάνους και μεγαλοεισαγωγείς…».

«Δηλαδή λεφτά υπάρχουν, Μάκη», τονίζει ευχαριστημένος ο Ανδρέας Παπανδρέου. «Θα μπορέσουμε έτσι να δείξουμε στον λαό ότι μοιράζουμε χρήμα. Ποιος ποτέ θα μάθει ότι αυτό είναι δανεικό… Θα λέμε σε όλους τους τόνους ότι είναι το χρήμα του κατεστημένου, που τώρα ανήκει στους Έλληνες…», προσθέτει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και δείχνει να απολαμβάνει το ουίσκι που πίνει.

«Οι γιαπωνέζικες τράπεζες ψοφάνε να δανείζουν χρήμα στην Ευρώπη, κύριε πρόεδρε», λέει στον Ανδρέα Παπανδρέου ο Κωστής Βαΐτσος, που είχε διεθνή εμπειρία από τη συμβουλευτική θητεία του σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Γνώριζε επίσης ο ίδιος – όπως και ο Ανδρέας Παπανδρέου – ότιστην διεθνή κεφαλαιαγορά κυκλοφορούσε και άφθονο μαύρο αραβικό χρήμα σε πετροδολάρια, που άλλο που δεν ήθελε να τοποθετηθεί σε χώρες όπως η Ελλάδα. Το χρήμα αυτό ήταν καλοδεχούμενο από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να το χρησιμοποιήσει για να εξαγοράσει στην κυριολεξία ψήφους και οπαδούς, ώστε να μονιμοποιήσει την παραμονή του στην εξουσία. Αυτό ήταν το μεγάλο όραμά του και, για να το αναλύσει κανείς, απαιτούνται πολλές σελίδες.

Με απλά λόγια, λέμε ότι, όταν το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ, δύο πράγματα τον ενδιέφεραν: Πρώτον, να διαλύσει την μισητή του – όπως είχε αποκαλύψει στον γράφοντα – Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (ΕΚΝΔ) και, δεύτερον, να καταλάβει την εξουσία. Επειδή μάλιστα γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να καταλάβει την εξουσία υποσχόμενος σοσιαλδημοκρατικού τύπου μεταρρυθμίσεις, οι οποίες εξάλλου ήσαν μέσα στο πρόγραμμα της ΕΚΝΔ, εφάρμοσε μία ριζοσπαστική, λαϊκιστική, τριτοκοσμικού τύπου στρατηγική, αξιοποιώντας τα κατώτατα δυνατά ερείσματα και ένστικτα που μπορεί να διαθέτει ένας λαός.

Σπουδασμένος στην Αμερική και οικονομολόγος, επηρεασμένος από τη σχολή της οικονομετρικής προσέγγισης των πραγμάτων, ο Ανδρέας Παπανδρέου –ο οποίος απεχθανόταν την Ευρώπη και την κουλτούρα της– ήταν ένας πολιτικός με ικανότητα τολμηρών τακτικών ελιγμών, που μπορούσε με άνεση να κινείται στρατηγικά στη βάση ορθολογικών επιλογών. Ένα σημαντικό την εποχή εκείνη στέλεχος του Κινήματος χαρακτήριζε τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ «κινούμενο ηλεκτρονικό υπολογιστή». Μελετούσε κάθε κίνησή του και, κυρίως, στην Αμερική είχε διδαχθεί από ειδικούς επικοινωνιολόγους να καταλαβαίνει την ψυχολογία του όχλου, να συνθηματολογεί και να μπορεί να διαισθάνεται τι θέλει να ακούσει ο ακροατής.

«Ύστερα», γράφει ο Στάμος Ζούλας, «ο Ανδρέας είχε διαπιστώσει ότι στην Ελλάδα η πιθανότητα να αποκτήσει κάποιος δημοσιότητα είναι η εκπροσώπηση απόψεων με τρόπο που να διεγείρει, που να συγκινεί, και ιδιαίτερα σε θέματα που το συναισθηματικό στοιχείο είναι πολύ έντονο». Ακόμη και όσα οι πολιτικοί του αντίπαλοι θεωρούσαν ως ανερμάτιστη πολιτική και οβιδιακές μεταμορφώσεις, στην ουσία δεν ήταν παρά ένας συνειδητός και προσχεδιασμένος τακτικισμός που είχε ως πρωταρχικό –αν όχι αποκλειστικό– στόχο την κατάληψη της εξουσίας»[1]. Και η τελευταία όντως κατελήφθη τον Οκτώβριο του 1981 και έμελλε να κρατήσει, την πρώτη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ και τον αρχηγό του στο τιμόνι της χώρας έως τον Ιούλιο του 1989.

2. [Η δημιουργία των μηχανισμών]Εννέα χρόνια παραμονής στην εξουσία ήσαν αρκετά για το ΠΑΣΟΚ και τον ιδρυτή του να δημιουργήσουν αρθρώσεις και καταστάσεις που δύσκολα θα μπορούσαν αρθούν από φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις. Ακόμα χειρότερα, την πασοκική περίοδο εμπεδώθηκε στην Ελλάδα και μία αντιδραστική τριτοκοσμική ιδεολογία η οποία σήμερα μόνον δεινά επιφυλάσσει στη χώρα. Εξάλλου, η ιδεολογία αυτή, σύμφωνα με τα γνωστά από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα πρότυπα, χρησίμευε ως άλλοθι στους μηχανισμούς που έπαιρναν σάρκα και οστά στην Ελλάδα σε αντικατάσταση του αποκαλούμενου «κράτους της δεξιάς». Μετά λοιπόν την επιχείρηση του Φεβρουαρίου 1982, όταν μία Κυριακή οι πρασινοφρουροί έκαναν δοκιμή πραξικοπήματος, σταδιακά εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μηχανισμοί του πασοκικού κράτους που δημιουργούσαν και νέες κοινωνικο-οικονομικές αρθρώσεις.
 

Κοντολογίς, ο Ανδρέας Παπανδρέου επεδίωξε –και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε– να δημιουργήσει μία φιλική προς το ΠΑΣΟΚ μεσαία τάξη, εσωστρεφή και εχθρική προς κάθε φιλελεύθερη και ευρωπαϊκή ιδέα. Επρόκειτο για μία τάξη που διψούσε για χρήμα, αλλά ήθελε να το αποκτήσει χωρίς κόπο και, κυρίως, όχι μέσα από μηχανισμούς της αγοράς και του οικονομικού ανταγωνισμού που συνεπάγεται η ελεύθερη οικονομία.

Έτσι, την περίοδο 1981-1985, εισρέουν στην Ελλάδα απίστευτα ποσά, δανεισμένα από ξένες τράπεζες, κυρίως ιαπωνικές, και δαπανώνται ασυστόλως στο όνομα της «καμένης γης», για να εκκολαφθεί η πασοκική εξουσία, η οποία ήταν και σαφέστατου τριτοκοσμικού χαρακτήρα. Την προαναφερόμενη περίοδο, η Ελλάδα δανείστηκε από το εξωτερικό περί τα 50 δισ. δολάρια, παράλληλα δε εισέπραξε και άλλα 26 δισ. δολάρια από κοινοτικές επιδοτήσεις. Μέσα σε μία τετραετία, δηλαδή, η χώρα είχε δεχθεί το ισόποσο ενός έτους Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ). Όσο για το δημόσιο χρέος της, από 28% του ΑΕΠ το 1980, είχε εκτιναχθεί στο 47,8% στα τέλη του 1985[2]. Είχε, δηλαδή, σχεδόν διπλασιασθεί χωρίς να γίνει στη χώρα ούτε ένα έργο!

Αντιθέτως, η κατανάλωση είχε πάει στα ύψη, με αποτέλεσμα την αλματώδη άνοδο του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, το έλλειμμα του οποίου έφθασε να αντιπροσωπεύει το 14,5% του ΑΕΠ και να είναι το υψηλότερο κατά κεφαλήν στον κόσμο!

Στο επίπεδο της παραγωγής, όμως, η Ελλάδα υποχωρεί σημαντικά, οι εξαγωγές της παραμένουν στάσιμες, ενώ η βιομηχανία της ξεφτίζει και σταδιακά χάνεται. Το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, εδραιώνεται κοινωνικά και εξαγοράζει ψήφους, συνειδήσεις, συνδικαλιστικές οργανώσεις, αγροτικούς συνεταιρισμούς, δήμους, κοινότητες. Όπως ψιθυρίζεται στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους, το «Κίνημα» του Ανδρέα Παπανδρέου αποκτά καθεστωτικό χαρακτήρα και το ότι παραμένει στην Ευρώπη οφείλεται στο χρήμα που εισρέει στην Ελλάδα από τα διάφορα κοινοτικά Ταμεία. Τα τελευταία χρησιμοποιούνται για πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις ημέτερων αγροτών, συνδικαλιστών, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, εκδοτών, ανώτερων και ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων και, βεβαίως, κομματικών μηχανισμών.

Δημιουργείται έτσι σταδιακά ένα παρακράτος μαφιόζικου τύπου, το οποίο διεισδύει όλο και βαθύτερα στην πολιτική και κυριολεκτικά μολύνει τη δημοκρατία. Απίθανοι και αδίστακτοι εκπρόσωποι αυτού του παρακράτους δημιουργούν δίκτυα επικοινωνίας και επιρροής και αξιοποιούν στο έπακρο μια φαύλη «προοδευτική» δημοσιογραφία και ακόμα πιο φαύλους βαρόνους των μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ). Αν δε κατά καιρούς τα σκάνδαλα, οι καταχρήσεις και οι λεηλασίες αυτού του παρακράτους βγαίνουν στη δημοσιότητα, αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε εσωτερικούς ανταγωνισμούς και σε προσωπικές έριδες των ανθρώπων που δεσπόζουν στο παρακράτος. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς… Ο Κοσκωτάς, ο Μαυράκης, ο Σταματελάτος, η Αγρέξ, τα καλαμπόκια, η Προμέτ, ο Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων είναι μερικά από τα 200 σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ που είχε καταγράψει ο Γιάννης Λάμψας και είχε περιγράψει αναλυτικά σε άρθρα του στα τότε Επίκαιρα του Γιάννη Πουρνάρα.

Συγκλονιστικά και απολύτως ελεγμένα στοιχεία για εκείνη την περίοδο περιέχονται σε ένα αποκαλυπτικό και πολύ σημαντικό βιβλίο του Δημήτρη Στεργίου, αρχισυντάκτη τουOικονομικού Ταχυδρόμου την εικοσαετία 1979-1999 και διευθυντή σύνταξης του ίδιου περιοδικού το 2000. Στο βιβλίο Το Πολιτικό Δράμα της Ελλάδος 1981-2005[3], ο συγγραφέας προέβλεπε την πτώχευση της χώρας από το 1989, όταν στην ουσία η Ελλάδα είχε απειληθεί με αποβολή από την Ευρωπαϊκή Ένωση – χωρίς να ιδρώσει κανενός το αυτί. Την αποκάλυψη αυτή είχε κάνει ο υπογράφων από τις στήλες του Οικονομικού Ταχυδρόμου, δεχόμενος τόνους ύβρεων λάσπης από τους πραιτοριανούς της «Αλλαγής».
Την ώρα, λοιπόν, που κάποιοι ψάχνουν για «επαχθή χρέη» και παραπλανούν τον κόσμο, θα πρέπει κάποια πράγματα να τα δούμε από κοντά. Ειδικότερα δε θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε μία χρεοκοπία δεν υπάρχουν αμέτοχοι – κυρίως όταν η χρεοκοπία είναι απότοκος συλλογικής ληστείας, τους καρπούς της οποίας άλλοι γεύονται περισσότερο, άλλοι λιγότερο και κάποιοι ίσως καθόλου.

3. [Αριθμοί και γεγονότα]Ο υπογράφων δέχεται ότι τα τριανταπέντε τελευταία χρόνια αρκετοί πολιτικοί πλούτισαν και κάποιοι υπερπλούτισαν ασκώντας το επάγγελμα του «εκπροσώπου του λαού». Δέχεται επίσης ότι στο πολιτικό μας σύστημα υπάρχει αυξημένη διαφθορά. Όλα αυτά, σε μία δημοκρατία είναι ανιχνεύσιμα και κολάσιμα. Γι’ αυτό, «επαχθή χρέη» υπάρχουν και αναγνωρίζονται
μόνον στις δικτατορίες τριτοκοσμικού και κομμουνιστικού τύπου. Αντιθέτως, στη δημοκρατία, η διαφάνεια – η οποία είναι και ένας από τους όρους λειτουργίας της – αποτελεί αντίδοτο στη διαφθορά και ενίοτε την αποτρέπει. Ωστόσο, ειδικά στην χώρα μας, υπάρχει μία άλλη, και πραγματική, διάσταση «επαχθούς χρέους» την οποίαν ουδείς τολμά να αναφέρει και, ακόμη περισσότερο, να αναδείξει. Γι’ αυτό, στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μία μερική διάσταση αυτού του «επαχθούς χρέους» προβάλλοντας στοιχεία που με πολύ κόπο αναζητήσαμε και καταγράψαμε.

Επισημαίνουμε, έτσι, ότι από το 1979 έως και το 2010 έγιναν στην Ελλάδα 5.280 γενικές και κλαδικές απεργίες, σε ποσοστό 96% του δημοσίου τομέα, με αποτέλεσμα να χαθούν 1.385 ημέρες εργασίας. Σε σημερινά ευρώ, το κόστος αυτών των εργάσιμων ημερών, που είναι 45 τον χρόνο, αντιστοιχεί σε 135 δισ. ευρώ, ήτοι στο 39% του συνολικού δημοσίου χρέους της χώρας ή στο 55% των χρεών των ασφαλιστικών ταμείων. Σημειώνουμε ότι οι απεργούντες ναι μεν δεν προσήλθαν στην εργασία τους, πλην όμως εισέπραξαν το σχετικό ημερήσιο κόστος της τελευταίας – και το συνολικό αυτό ποσόν είναι αδύνατον να υπολογισθεί. Σίγουρα, όμως, σωρευτικά αντιπροσωπεύει κάποια δισεκατομμύρια ευρώ. Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες απεργίες – ο αριθμός των οποίων είναι τριπλάσιος του αντιστοίχου κοινοτικού μέσου όρου πριν τη μεγάλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ) – είχαν εκβιαστικό χαρακτήρα και κατέληξαν στην απόσπαση απίθανων προνομίων. Τα τελευταία –όπως, για παράδειγμα, τα δωρεάν ταξίδια με την Ολυμπιακή Αεροπορία όλων των μελών των οικογενειών των εργαζομένων (;) στην εταιρεία, στην πρώτη θέση– επιβάρυναν, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το κόστος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας κατά 4% του ΑΕΠ περίπου. Έτσι, σωρευτικά τα τριάντα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία επιβαρύνθηκε με άλλα 140 δισ. ευρώ, χάνοντας ταυτοχρόνως και σημαντικό μέρος από την ανταγωνιστικότητά της. Στην απώλεια αυτή θα πρέπει να προστεθεί και η κατά 2% σωρευτική επιβάρυνση του ΑΕΠ από τα κλειστά επαγγέλματα, η οποία επίσης υπολογίζεται σε άλλα 120 δισ. ευρώ.

Επίσης, από το 1993, μετά την πτώση της κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έως και το 2009, προσελήφθησαν στην ευρύτερο δημόσιο τομέα περί τα 600.000 άτομα, με αποτέλεσμα το κόστος του δημόσιου τομέα να επιβαρυνθεί με το απίστευτο ποσόν των 500 δισ. ευρώ – κόστος το οποίο ξεπέρασε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο μέσο της ΕΕ των 15 χωρών-μελών. Το ποσοστό αυτό σήμερα αντιπροσωπεύει 11 δισ. ευρώ ετησίως και είναι η βασική αιτία της δημιουργίας δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ακόμα χειρότερα, επιβαρύνει και την εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού σε επίπεδα που είναι δύσκολο να υπολογισθούν. Στις παραπάνω απίστευτες επιβαρύνσεις θα πρέπει να προσθέσουμε και την χορήγηση στην Ελλάδα 180.000 συντάξεων με μηδενική ανταπόδοση, οι οποίες σε μία εικοσαετία επιβάρυναν το υπερχρεωμένο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας με 24 δισ. ευρώ, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν και κάποια δισεκατομμύρια εφάπαξ. Την περίοδο 1990-2009 καταγράψαμε επίσης για την Αθήνα 180 δήθεν φοιτητικές διαδηλώσεις, οι οποίες κατέληξαν σε καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και σε λεηλασίες πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ανυπολογίστου αξίας. Την εικοσαετία αυτή, οι καταστροφές που προκλήθηκαν μόνον στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο υπολογίζονται στα 30 εκατ. ευρώ σωρευτικά, συμπεριλαμβανομένων και των κλοπών επιστημονικού υλικού. Από κοινωνικής δε πλευράς, οι βάρβαρες αυτές εκδηλώσεις οδήγησαν σε απώλειες δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας στο κέντρο της Αθήνας και στο κλείσιμο περίπου 10.000 εμπορικών και άλλων επιχειρήσεων.

Αποκαλυπτικά επίσης στοιχεία για το μέγεθος της μεγάλης ληστείας μπορεί να εντοπίσει κανείς σε ένα θαυμάσιο βιβλίο του αείμνηστου Νικολάου Θέμελη, υπουργού Προεδρίας στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα το 1990, με τίτλο Τον δρόμον τετέλεκα [4]. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας, που ήταν και πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, περιγράφει τις απίστευτες εμπειρίες του. Σε οποιαδήποτε δημοκρατική και ευνομούμενη χώρα, το βιβλίο αυτό θα είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων και εισαγγελικών επεμβάσεων. Εν Ελλάδι πέρασε απαρατήρητο. Ο λόγος απλός και ευκόλως κατανοητός: ο συγγραφέας περιγράφει όργια καταχρήσεων και σπαταλών στη δημόσια διοίκηση και αναφέρει σοβαρότατες ατασθαλίες σε δήμους και κοινότητες. Ατασθαλίες που, συνολικά, ξεπερνούσαν τα 20 δισ. δραχμές την εποχή εκείνη. Το ποσόν αυτό, βέβαια, ανεβαίνει σε αστρονομικά ύψη αν διαβάσει κανείς τις εκθέσεις του Λ. Ρακιντζή, Επιθεωρητού Δημοσίας Διοικήσεως, ο οποίος, στην γνωστή έκθεσή του, περιγράφει τα σημεία και τέρατα που συμβαίνουν στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, στις πολεοδομίες, στα Ελληνικά Ταχυδρομεία και γενικά σε δημόσιους οργανισμούς. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), το κόστος της διαφθοράς στην ελληνική δημόσια διοίκηση αντιπροσωπεύει περί το 2% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας, ήτοι, με τα σημερινά δεδομένα, ένα ποσόν της τάξεως των 5 δισ. ευρώ. Έτσι, σε επίπεδο τριακονταετίας, φθάνουμε αισίως τα 120 δισ. ευρώ.

Είναι, λοιπόν, ηλίου φαεινότερον ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι όντως «επαχθές», όχι όμως για τους λόγους που επικαλούνται κάποιοι νομικοί, που, υποκρίνονται ότι τώρα ανακαλύπτουν τον τροχό της διαφθοράς και της γραφειοκρατικής ασυδοσίας. Αυτοί που αναζητούν ενόχους και αποδιοπομπαίους τράγους για το αποκαλούμενο ελληνικό «επαχθές χρέος» και απειλούν με μηνύσεις και άλλα παρόμοια, καλά θα έκαναν να μάθουν …γραφή και ανάγνωση. Το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι το γνήσιο προϊόν της καταληστεύσεως του δημοσίου πλούτου από συντεχνίες, συνεταιρισμούς, συνδικαλιστικά σωματεία, δημόσιες επιχειρήσεις και κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες.

Όλος αυτός δεσμός της ελληνικής, σοβιετικού τύπου, κλεπτοκρατίας δίνει σήμερα τον υπέρ πάντων αγώνα για να καταρρεύσει η χώρα. Είναι η μόνη ελπίδα τους. Διότι, μία ελληνική κατάρρευση θα αφήσει άθικτους όλους τους μηχανισμούς της διαφθοράς και θα ενισχύσει τις εξουσίες των συντεχνιών. Για παράδειγμα, επιχειρηματίες που τροφοδοτούν τις διάφορες φιλολογίες περί επιστροφής στην δραχμή, είναι ξεκάθαρο τι επιδιώκουν. Έχοντας τεράστια χρέη στο εσωτερικό και γερές καταθέσεις στο εξωτερικό, σε περίπτωση που η Ελλάδα επιστρέψει στη δραχμή νομίζουν ότι θα εξοφλήσουν τα χρέη τους σε υποτιμημένες δραχμές, εισάγοντας υπερτιμημένα ευρώ. Θα συμβεί, δηλαδή, ό,τι συνέβη στην πάλαι ποτε Σοβιετική Ένωση, στην οποίαν οι ολιγάρχες της νομενκλατούρας αγόρασαν σχεδόν τα πάντα με υπερτιμημένα έναντι του ρουβλίου δολάρια που είχαν φυγαδεύσει στο εξωτερικό την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος. Με το χρήμα αυτό οι ολιγάρχες, όχι μόνον απέκτησαν αμύθητες περιουσίες, αλλά εγκατέστησαν και τις δικές τους πολιτικές εξουσίες. Έτσι, η σημερινή Ρωσία ελέγχεται από τους ολιγάρχες του χρήματος και αυτούς που αποτελούν το πολιτικό τους σκέλος.

Αυτό το μοντέλο «οραματίζονται» κάποιοι και για την Ελλάδα, γι’ αυτό και επιδιώκουν με κάθε μέσον να την αποκόψουν από την Ευρώπη. Δηλαδή, πέρα από τη μεγάλη ληστεία, οι κύκλοι αυτοί επιχειρούν σήμερα και μία πολιτικο-θεσμική ανατροπή. Το θέμα είναι τεράστιο και οι διάφορες πτυχές του θα αναδεικνύονται όλο και πιο αδρά όσο κυλά ο χρόνος. Και ο χρόνος κυλά εφιαλτικά γρήγορα.

Παραπομπές:

[1] Στάμος Ζούλας, Όσα δεν έγραψα…, Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 96.
[2] Το καλοκαίρι του 1985 η χώρα έφθασε στο χείλος της κατάρρευσης, όπως περιέγραψε ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Δ. Χαλικιάς. Βλ. τη μαρτυρία του σε συνέντευξη στον Π. Βασιλόπουλο (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 8.1.1988), η οποία παρατίθεται στο σχετικό άρθρο μου «Από το 1985 προβλεπόταν η πτώχευση», που είναι διαθέσιμο στο http://tiny.cc/j3jax
[3] Δημήτρης Λ. Στεργίου, Το πολιτικό δράμα της Ελλάδος 1981-2005, Παπαζήση, Αθήνα 2005.
[4] Νικόλαος Θέμελης, Τον δρόμον τετέλεκα, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1998.
 

Το ρεπορτάζ που ακολουθεί ήταν μια αποκλειστικότητα του “Κουρδιστού Πορτοκαλιού” η οποία περιγράφει την θανατηφόρα επιλογή των Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου να υπερασπίσουν του διορισμένους κομματικούς στρατούς του Δημοσίου για την “αποκατάσταση” των οποίων είχαν συμβάλει όλες οι κυβερνήσεις και οι πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης.

Ο Μπομπ Τρα, μόνιμος αντιπρόσωπος του IMF στην Αθήνα, κατοικούσε αρχικά σε ένα διαμέρισμα της Φιλοθέης το οποίο η ΕΛ.ΑΣ. έχει μετατρέψει σε φρούριο. Ακόμη και το κροτάλισμα των εξατμίσεων από τα παπιά των  delivery boys  που ακούγονται στο βάθος πίσω από τις φυλλωσιές προκαλεί κόκκινο συναγερμό.
Οι άνδρες ασφαλείας τινάζονται σαν αιλουροειδή, κάποιοι από δαύτους φοράνε τις μάσκες του χημικού πολέμου ενώ κάποιοι αλλοι ξαπλώνουν πίσω από τον μαντρότοιχο με το δάχτυλο στην σκανδάλη. Χαλαρώνουν μόνο όταν ακούσουν τον επικεφαλής να τους φωνάζει

-Πιτσαδόρος ρε χαιβάνια, δεν είχατε πιτσαδόρο στα χωριά σας;
Ένα βράδι δύο δημοσιογράφοι μεγάλης αθηναικής εφημερίδας επιχείρησαν να προσεγγίσουν το σημείο και να πάρουν συνέντευξη από τον σκληροτράχηλο Μπομπ Τρα.
Οι περίοικοι τους πήραν χαμπάρι και ειδοποίησαν την ασφάλεια. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, όσο χρειάζεται ένα κοράκι να σφυρίξει πέναλτυ υπέρ του Ολυμπιακού στο πρόσταγμα«Θωμάς», η περιοχή γέμισε περιπολικά. Ο ένας από τους δύο δημοσιογράφους, ο πλέον έμπειρος, κατάφερε να χαθεί στο σκοτάδι. Ο άλλος, πιο ψάρακλας, έδωσε μια και άρχισε να σκαρφαλώνει σε ένα δέντρο σαν τον Ταρζάν για να μην τον εντοπίσουν τα όργανα. Έζησε ένα θρίλερ αλλά στο τέλος τα κατάφερε.
Ο Μπομπ σε αντίθεση με τον Πολ Τόμσεν και τις γνωστές περιπέτειές του με την Σουζάνα– της  μεγάλης εγχώριας Τράπεζας- ζει στην Αθήνα μια αυστηρή, τυπική ζωή. Το χειρότερό του είναι οι διαρροές στα ΜΜΕ γι αυτό και έκανε ολόκληρο επεισόδιο με τον δημοσιογράφο τουΒΗΜΑτος Ζώη Τσώλη.
Ο ίδιος σε αραιά διαστήματα δέχεται να συναντήσει εκπροσώπους του ελληνικού επιχειρηματικού κόσμου, ανθρώπους της αγοράς που λέμε και να κουβεντιάσει μαζί τους για τον αντίκτυπο των μέτρων που έχουν ενσκήψει σαν τον τυφώνα  Sandy.
Σε μία από αυτές τις συναντήσεις, ένα βράδι σε σπίτι της Φιλοθέης, ο Μπομπ Τρά έδωσε την δική του ανατριχιαστική μαρτυρία για το πως επιλέχθηκε το πετσόκομα μιθών και συντάξεων, μαζί με τα χυδαία χαράτσια που ακολούθησαν. 
Η παράθεση των γεγονότων είναι σοκαριστική για το μέγεθος της ενοχής δύο εκ των πρωταγωνιστών της κόλασης που βιώνουμε. Των κ.κ Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου. Έτσι το κυνήγι του Παπανδρέου στο εστιατόριο του Βερολίνου,είναι το λιγότερο από όλα όσα θα μπορούσαν να του συμβούν στην κλίμακα από το μηδέν έως τον «Καντάφι».
-Δώσαμε (η Τρόικα) 3 εναλλακτικές στον κ. Παπακωνσταντίνου-άρχισε να διηγείται οΜπομπ Τρα. H πρώτη ήταν να απολυθούν άμεσα 150.000 δημόσιοι υπάλληλοι. Ο Παπακωνσταντίνου που τον είχαμε στην άλλη άκρη του ακουστικού μας είπε «περιμένετε να ενημερώσω τον κ. Παπανδρέου». Ήμασταν στη γραμμή όταν μας μετέφερε την κάθετη άρνηση του τότε πρωθυπουργού, «με τίποτε, είναι ψηφοφόροι μας, αυτοί μας στηρίζουν». Η δεύτερη εναλλακτική ήταν να γίνει άμεσα και χωρίς καθυστέρηση μια καταιγίδα αποκρατικοποιήσεων. Κι αυτό το αρνήθηκε με το ίδιο επιχείρημα «αυτοί μας στηρίζουν». Η τρίτη και τελευταία εναλλακτική ήταν το κόψιμο μισθών και συντάξεων.«Ναι αυτή είναι η καλύτερη λύση…Αυτό να κάνουμε…» μας απάντησαν ομόφωνα οι κ.κ Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου.
Οι συνομιλητές του πάγωσαν. Τον άκουγαν άφωνοι να διηγείται μέσα σε λίγα λεπτά την επιλογή του ολέθρου για έναν ολόκληρο λαό. 
Δύο γόνοι πολιτικών οικογενειών, άψητοι και ανερμάτιστοι στην εξουσία, επέλεξαν με κριτήριο την διατήρηση του κρατικοδίαιτου κομματικού κράτους, των συμμοριών, του δημοσίου την πιο καταστροφική λύση για την χώρα.
Μας οδήγησαν αλυσοδεμένους στο Μνημόνιο για να μην διαταραχθεί το σαθρό πολιτικό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης που βασίζεται στο κομματικό κράτος. 
 
Λίγες ώρες πριν ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος με νέο του άρθρο θα έδινε στοιχεία και αριθμούς που σοκάρουν. Η Ελλάδα έχει κατασπαράξει στα 35 χρόνια που συνδέθηκε με την Ευρώπη πάνω από 1200 δις ευρώ. Πάνω από ένα τρις! Ο κατσαπλιάς λαός σε αγαστή συνέργεια με τους δημαγωγούς και λαικιστές ηγέτες του καταληστεύσαμε την Ευρώπη η οποία φυσικά και έχει τις ευθύνες της-αλλά εξακολουθούμε ακόμη και την ύστατη στιγμή να αναζητούμε τους εχθρούς εκτός των τειχών.
 

Πάνω από 1 τρις ευρώ πέταξε η Ευρώπη στην Κολομβία των Βαλκανίων

Στα 35 χρόνια συμμετοχής της στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η Ελλάδα δέχθηκε 600 δισεκατ. ευρώ επιδοτήσεις, 290 δισεκατ. ευρώ δάνεια αποφυγής πτωχεύσεως, 100 δισεκατ. ευρώ κούρεμα χρέους, 3 δισεκατ. ευρώ σταθεροποιητικά δάνεια και 13 δισεκατ. ευρώ αναπτυξιακά δάνεια

 

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Σε ένα αποκαλυπτικό νοοτροπίας άρθρο του στην Καθημερινή της Δευτέρας 6 Ιουλίου 2015, ο Άγγελος Στάγκος έγραψε: «Όταν ακόμα και με τράπεζες κλειστές οι πολίτες ψηφίζουν όχι, είναι σαφές και αναμφισβήτητο πλέον ότι οι Έλληνες δεν θέλουν την παραμονή της χώρας στην Ευρώπη που τους τάϊσε, τους στόλισε και τους νοικοκύρεψε τα προηγούμενα 35 χρόνια, εκτός και αν οι Ευρωπαίοι αλλάξουν στάση. Εκτός, δηλαδή, και αν αρχίσουν αμέσως να στέλνουν λεφτά με νταλίκες, πλοία και αεροπλάνα για να τα μοιράζουν χωρίς πολλά λόγια και χωρίς να απαιτούν λογαριασμό. Περί αυτού πρόκειται, αυτή είναι η πραγματικότητα και ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας».

Τα λόγια αυτά του Άγγελου Στάγκου μού θύμισαν μία συζήτηση που είχα με τον αείμνηστο Τάκη Λαμπρία στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν, ως ευρωβουλευτής τότε της Νέας Δημοκρατίας, με είχε καλέσει στο Στρασβούργο μαζί με άλλους συναδέλφους για να παρακολουθήσουμε τις συζητήσεις στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα περίφημα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ): «Το μόνο που ενδιαφέρει τον Έλληνα είναι να απλώνει το χέρι στην Ευρώπη και η τελευταία να τού το γεμίζει με λεφτά, που πάνε κατευθείαν στην κατανάλωση. Αυτή την νοοτροπία καλλιεργούν ο Ανδρέας Παπανδρέου και το κόμμα του και κάποια μέρα θα την πληρώσουμε ακριβά».

Κάθε άλλο παρά έξω έπεσε στην πρόβλεψή του ο Τάκης Λαμπρίας. Για παράδειγμα, τα δισεκατομμύρια των ΜΟΠ την εποχή εκείνη κατασπαταλήθηκαν σε απίθανα έργα βιτρίνας και σε επιδοτήσεις «ημετέρων», οι οποίες ενίσχυαν μία μεταπρατική και αντιπαραγωγική επιχειρηματική τάξη, η οποία ενδιαφερόταν περισσότερο για συμμετοχή στην πολιτική εξουσία παρά για τον εκσυγχρονισμό και την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας.

Παράλληλα, με την πλήρη ανοχή των κοινοτικών εταίρων μας, ο κρατισμός στην Ελλάδα προσέλαβε τεράστιες διαστάσεις, με τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων να διπλασιάζεται μέσα σε οκτώ χρόνια. Απίστευτες για τα ελληνικά δεδομένα γεωργικές επιδοτήσεις μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), αντί να τονώσουν και να αναδιαρθρώσουν την ελληνική γεωργία, μετατράπηκαν σε εισαγωγές πολυτελών αυτοκινήτων και σε πολυτελείς βίλες. Ενισχύθηκε έτσι ο καταναλωτικός δυναμισμός μίας αντιπαραγωγικής οικονομίας η οποία είχε αρχίσει να καταναλώνει και δάνεια, πέρα από τις επιδοτήσεις.

Έτσι, μέσα σε 35 χρόνια, κάπου 600 δισεκατομμύρια ευρώ καθαρές κοινοτικές εισροές αντί να συμβάλλουν στον άνετο εκσυγχρονισμό της οικονομίας, οδήγησαν σε ένα εξαμβλωματικό καταναλωτικό πρότυπο, που πλαισιωνόταν από διεφθαρμένο κρατισμό και μία χυδαία οικονομική παρεοκρατία –η οποία εκχυδάϊσε και το σύνολο του επικοινωνιακού χώρου, με κάποιες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Με απλά λόγια, για μία μακρά περίοδο η κοινοτική βοήθεια, επενδυτική και αναπτυξιακή, κάλυπτε κατά μέσον όρο ποσοστό 4% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) μας, γεγονός που αποτελούσε και μοναδική τονωτική ένεση σε μία οικονομία ελάχιστα εξωστρεφή και αισθητά μη ανταγωνιστική σε σχέση με τις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Και όταν αυτό το οικονομικό μοντέλο τελικά πτώχευσε, η Ευρώπη ήταν αυτή που ήλθε να το σώσει από την πλήρη κατάρρευσή του. Η Ελλάδα δέχθηκε άλλα 315 δισεκατομμύρια ευρώ υπό μορφή ρευστότητος και εγγυήσεων, παράλληλα δε το χρέος της «κουρεύτηκε» και κατά 100 δισεκατ. ευρώ!

Διαχρονικά, έτσι, στα 35 χρόνια παρουσίας της στην ενωμένη Ευρώπη, η χώρα μας έχει δεχθεί σε απόλυτη καθαρή βοήθεια 7 ετών συνολικό ΑΕΠ. Δηλαδή, σε επτά από τα τριανταπέντε τελευταία χρόνια, κάποιοι αποκτούσαν εισόδημα χωρίς να κάνουν απολύτως τίποτε. Απλώς μετέτρεπαν το εισόδημα αυτό σε υπερτιμημένα ακίνητα και σε εισαγωγές, αυξάνοντας έτσι τον ρόλο της καταναλώσεως στον σχηματισμό του ΑΕΠ.

Την 5η Ιουλίου, ο «πιο έξυπνος λαός του κόσμου» πήρε μέρος στην μεγαλύτερη πολιτική απάτη που θα καταγράψει η ευρωπαϊκή Ιστορία στον 21ο αιώνα. Αποφάσισε δε, μόνος του, ότι η Ευρώπη θα πρέπει να τού δίνει δανεικά για να κάνουν την πλάκα τους ιδεοληπτικοί πολιτικοί απατεώνες, με αρκετά εκατομμύρια ευρώ εκτός Ελλάδος και σε σίγουρες τράπεζες. Αν η Ευρώπη δεχθεί, για λόγους συμπόνοιας, να τούς βοηθήσει, απλώς θα ξεφύγουν από την λαϊκή οργή για κάποιους μήνες.

Στο μεταξύ, όμως, θα έχουν αρκετό χρόνο για να προετοιμάσουν την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να γίνει η Κολομβία των Βαλκανίων. Μία Κολομβία στην οποία θα ζουν και θα βασιλεύουν οι γκάνγκστερ του «λόμπυ της δραχμής», οι έμποροι πολιτικών ναρκωτικών, οι τραμπούκοι του εθνικολαϊκισμού και οι εξ Αμερικής φίλοι τους «νομπελίστες» οικονομολόγοι.