kourdistoportocali.comMagazineΗ Αλεξάνδρα Τσόλκα στη Νέα Υόρκη [Οκτώβριος 2018]

I’m an alien I’m a legal alien

Η Αλεξάνδρα Τσόλκα στη Νέα Υόρκη [Οκτώβριος 2018]

ΞΕΝΟΙ κι ας είναι όλη η κουλτούρα μιας ολόκληρης γενιάς φτιαγμένη με συστατικά Νέας Υόρκης

Σαν κομπάρσος σε ταινία χολιγουντιανών σταρ, γυρνάω σε αριθμημένες λεωφόρους, που σαν να τις έχω ξαναδεί στο σινεμά και που ο ήλιος δε φτάνει ποτέ και τις νύχτες από μακριά, λες τα φώτα απ’ τους ουρανοξύστες να ενώνονται μ’ αυτά του ουρανού και η εικόνα, να μην είναι, να μην ταιριάζει με όσα ξέρεις για στερεώματα, προοπτικές και ορίζοντες. Λιλιπούτια για τα μεγέθη, επαρχιώτισσα για τον μητροπολιτισμό της τεράστια αυτής πόλης, χαμένη σα ποντίκι σε λαβύρινθο που αν χαθώ, ποτέ δε θα βρω το δρόμο για το σπίτι. Που κάπου είναι και αυτό, όπου το ορίζει η καρδιά και η περιπλάνηση μου. Σε ένα παρελθόν που δεν καθηλώνεται, που βαφτίζει μέλλον το παρόν και αυτό, ολοένα άπιαστο και μακρινό να ξεμακραίνει.

Τα πρώτα κρύα στη Νέα Υόρκη, κρυσταλλιάζουν τα μεσογειακά μου σπλάχνα, που δεν βρίσκουν τίποτα γνωστό να ανασυνταχθούν με γενναιότητα. Κάπου, κάποια στιγμή, στο Μανχάταν που χει πάντα σκιά, ένα ελληνικό φαγάδικο. Με κίτρινο πολύ τυρί, χάμπουργκερ και πατάτες χυτές που χουν πάνω κρέμες και μπέικον. Μπαίνω, όχι γιατί πεινάω, αλλά γιατί πηρέ το μάτι μου κάτι μπλε και βαρκούλες και μια ηχώ πονεμένου Καζαντζίδη, ίσα για να ακούσω ελληνικά.

Γράφει η Αλεξάνδρα Τσόλκα

Νέα Υόρκη, σου λέει και εγώ, καραδοκώ να ακούσω ελληνικά σα να είμαι στην παρανομία. Θα συστηθώ, κάποτε. Είμαι απ το Αγρίνιο, θυμάμαι να πω, μιας και δε βρίσκω το Μεσολόγγι και την Ιερότητα του, της παρούσης και που να εξηγώ! Θα μου πουν που βλέπουν στη τηλεόραση, ωραίες γυναίκες «να δείχνουν πολύ τα στήθη τους και να βγαίνουν με μαγιό. Επιτρέπεται;». Δε ξέρω, δε παρακολουθώ τηλεόραση, λέω ψέματα. «Τι καιρό έχει;». Δε ξέρω! Πάλι έξω, με μια αίσθηση πως τους απογοήτευσα.

Κόρνες, μποτιλιάρισμα, κόσμος βιαστικός, όμορφος, ψηλός, σαν εξωγήινοι, Μετροπόλιταν, τσιγάρο στα μαρμάρινα σκαλιά που ‘χω δει σε φωτογραφίες, να τα ανεβαίνει περίκομψη η Άνα Γουίντουρ -ένας δεσποτικός θηρευτικός ντυμένος σινιέ!-, με τις Καρντάσιαν από πίσω ημι – ξεβράκωτες, καρφίτσα για την είσοδο, πόσο τουρίστας είμαι, ρε!

Σεντραλ Παρκ και σε ένα παγκάκι, να βλέπεις τον κόσμο να περνάει, που έχει που να πάει και ξέρει και τους δρόμους. Δεν θα χαθεί. Μόνο βλέμμα που δέχομαι είναι από κάτι ξετσίπωτα σκιουράκια, που έχουν αποθρασυνθεί, παντοδύναμα στο φυσικό τους περιβάλλον. Εξουθενωμένη απ’ τη βοή της πόλης, πίσω απ το παραπλανητικό πράσινο,  σκέφτομαι πως τη πρώτη φορά, που είδα αυτή τη πόλη, στα 1999, νόμιζα πως όλοι θα πρέπει να είμαστε ΝέοΥορκέζοι, τουλάχιστον εκείνοι της ηλικίας μου. Τώρα, κουρασμένη, στη μέση μιας σπάταλης διαδρομής, με πόδια να πρήζονται εύκολα στον ποδαρόδρομο και κάτι σουβλιές στις αρθρώσεις που δεν θέλω να τις πω αθροιτικά, αλλά που μπορεί να είναι και ας τις βαφτίσω και «αγριολούλουδα της Λαμπρής», ξέρω πως αυτή είναι η πόλη όσων γεννήθηκαν εδώ, των λευκών με πολλά λεφτά ή όσων μπορούν να δίνουν 3.000 δολάρια για μια αετοφωλιά στο Μεγάλο Μήλο που δεν κοιμάται ποτέ.

Η πλάνη μου -τα κάνει αυτά η αμετροεπής, αλαζονική νιότη- πως εδώ πάντα αιωρείται η ποίηση του Ο’ Χάρα, του Άσμπερι, του Τζέιμς Σίλερ, του Κένεθ Κοχ, δείχνει τις λακκούβες της ηλικίας μου! Σε κατατονία σ εκείνο το παγκάκι στο Σεντραλ Παρκ, λοιπόν! Θυμάμαι που αγάπησα τη Σχολή των ποιητών της Νέας Υόρκης, στο πατάρι στον Ιανό, σε κάποια παρουσίαση. «Τώρα περιμένω σιωπηλά, για την καταστροφή της προσωπικότητας μου, για να φανώ πλάσμα, ξανά, όμορφο και ενδιαφέρων και μοντέρνο. Ίσως είναι η πιο κρύα μέρα του χρόνου, τι σκέφτεται εκείνος γύρω απ αυτό; Θέλω να πω, τι σκέφτομαι; Κι αν σκέφτομαι, είμαι ο εαυτός μου, ξανά».

Ο σφυγμός της Νέας Υόρκης, το τεράστιο αλλά κλειστοφοβικό της μέγεθος, η εμμονή για τον αμερικανικό όνειρο, το λαχάνιασμα στους δρόμους, οι παράξενες εικόνες ανθρώπων αλλιώς ντυμένων από ότι ξέρεις, οι τωρινοί διανοούμενοι που θυμίζουν Γούντι Άλεν, με κάτι διλλήματα του κωλου, που έχουν να κάνουν συνήθως με κάποια γκόμενα ή γκόμενο ή και τα δύο, που δεν τους κάθισε.

 «Δεν μπορώ να ευχαριστηθώ ούτε καν ένα φύλλο χλόης», έγραφε ο Ο’ Χαρά, που πέθανε όταν εγώ γεννιόμουν, ένα κόσμο μακριά και όχι απλά μια ήπειρο, «παρεκτός την ευκολία του μετρό, ή κάποιο κατάστημα δίσκων ή όποιο άλλο σημείο όπου ο κόσμος δεν απαξιώνει ολοκληρωτικά την ζωή». Με αυτή την ανάμνηση του ημερολογίου του ποιητή, ίσως αυτή η πόλη να μη διώχνει, να μη σνομπάρει το μεσόκοπο κορμί μου, τόσο, αλλά ίσα ίσα να είναι μόνο δική μου, προς το παρόν! Το παρόν, που όλο ξεφεύγει, εδώ γύρω, σαν μέλλον, τα πάμε, ήδη, αυτά! Ω αγαπημένε ποιητή της Νέας Υόρκης, μεγαλωμένου στην λατρεμένη φύση της Μασαχουσέτης, όμως, που φανταζόσουν ζεστούς και λαμπερούς, μακρινούς τόπους, έτσι, χωρίς να το πιστεύεις και πολύ.

Και εγώ θέλω να φανώ πλάσμα, ξανά, όμορφο και ενδιαφέρων και μοντέρνο. Οι Έλληνες της Νέας Υόρκης, είναι φυσικά καχύποπτοι σε ότι και αν είμαι ή επιθυμώ να είμαι! «Αν ήρθες για καριέρα εδώ, ξέχνα το»! «Εδώ τα πράγματα είναι πιο δύσκολα απ την Ελλάδα»! «Δίπλωμα, ασφάλεια και σοβαρότητα. Οι Νέο Υορκέζοι δεν σηκώνουνε πολλά». Ραδιόφωνα, εφημερίδες και τα συναφή ελληνικά, απλησίαστα. Πιο ευκολά, κλείνεις ραντεβού στο New Yorker και σας το ορκίζομαι! Ο πανελιστικός μου, εκπαιδευμένος εαυτός, κομπλεξάρετε, πνιγμένος σε έναν ωκεανό σαν τον Ατλαντικό, σκούρο πολύ και όλο ποτάμια, στις ακτές του, χώνεται σε γνώσεις, ανάγκες, σκέψεις, ακούγοντας σπαστά ελληνικά με απόηχο εθνικής τοπολολαλιάς . Ένα σκιουράκι, με κοιτάει ειρωνικά, σα μετεμψύχωση μιας φίλης μου, που έφυγε νωρίς! «Άντε γαμήσου. Σε έκλαψα πολύ, όταν πέθανες» του λέω στα ελληνικά, φυσικά και οι λέξεις μου πλανώνται, άσχετες στην ουρά για την τουαλέτα που πήγαινε ο Ο Χαρα.

Μπαίνω στο μετρό. Ένας νεαρός, απέναντι μου κοιμάται, εξουθενωμένος και ένα σαλάκι κρέμεται στην γωνιά απ το στόμα του. Κανείς δε χαμογελάει. Και όμως… Σκέφτομαι, απελευθερωμένα πως, όχι, θέλω να είμαι ο Κάπρα. Ναι, αυτό! Η τουλάχιστον ναι, αυτό, θέλω να είμαι! Να μην ανήκω! Να παίρνω τους δρόμους, να περιπλανιεμαι σε ολες τις γωνιές της Αμερικής, να ταξιδεύω παράνομα στα τρένα, να βγάζω τα προς το ζην, κάνοντας την πλασιέ ή παίζοντας πόκερ ή σερβιτόρα σε κακοφωτισμένη σάλα με ταλαιπωρημένους αστράγαλους -καταλαβαίνετε πως συνεχίζουν να με πονάνε, αλλά το κάνω πιο λογοτεχνικό το θέμα-  που σερβίρει ξαναζεσταμένο καφέ σε νυσταγμένους οδηγούς νταλίκας! Να μια γκαγκαμαν! Να πάω σε έναν πόλεμο άμα πιστεύω στην αντίσταση και στο χρέος. Να μην με ποντάρει κανείς και να είμαι το αουτσάιντερ. Μετα, λίγο πριν κατεβώ, απ το νυσταγμένο συρμό του παλιοκαιρισμενου, τιτάνιου μετρό, για να αφήσω πίσω μου -προς το παρόν- την πόλη, που για τρία ραντεβού, μου δάγκωσε τα ισχία απ τον ανελέητο  ποδαρόδρομο, μου φαίνεται πως μια κυρά με κοιτάει με το βλέμμα του Νόρμαν Μέιλερ, μέσα απ το τζάμι της πόρτας.

 

Ρε, με τα βουδιστικά μου, σήμερα, τα της μετενσάρκωσης και της μετεμψύχωσης και όλων των μετα! Να ζήσω, χαϊδεμένη, ανάμεσα στα παιδιά μου για πολλά χρόνια στην παραλία του Κέιπ Κοντ, ή στο Πρόβινσταουν, να απομονώνομαι σε ένα κόκκινο δάσος, γεμάτο πεσμένα φύλλα στο Κονέτικατ. Να χάνομαι. Να ανακαλύπτω. Να με καταπίνει το σκοτάδι και εκεί που όλα τέλειωσαν να λέω «κοίτα τι ωραία χαράζει πάνω απ τον Χάντσον Ρίβερ». Και στο κάτω, κάτω, «Οι σκληρές δε χορεύουν», μάνα μου! Σκέψου που τώρα, θα έγραφες ποταμούς λέξεων, ή θα ανέλυες τον νέο έρωτα της Καινούργιου και το τρυφερό τους ταγκό… Οι αστράγαλοι μου σα να ξεπρήστηκαν, λέω… Και τι να τους κάνεις; Αφού «οι σκληρές δεν χορεύουν»…

Σ.σ.:  Πριν με πάρει ο ύπνος, διαβάζω, από νοσταλγία ξανά, το «Μέριλιν» -εκδ. Ι.Δ. Χατζηνικολή, μετάφραση Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή- που το θυμάμαι αμυδρά πως το μισώ! Κολλάει σαν αντίλαλος στο κεφάλι μου, μια παράγραφος:  «… Υπάρχει κι ένα πλεονέκτημα στο να έχεις μια περιορισμένη οντότητα -είναι η ικανότητα να μετακομίζεις από τη μια ζωή στην άλλη με περισσότερη ευχαρίστηση παρά λύπη. Αν αυτή η έλλειψη οντότητας γίνεται σιγά σιγά όλο και πιο ενοχλητική σε μια στατική κατάσταση (γιατί όλοι οι άλλοι έχουν την τάση να χτίζουν και να ευτυχούν περισσότερο από σένα τον ίδιο), σ’ έναν καινούργιο ρόλο, αυτή η αραιή ψυχή προσφέρει μια ζωηρή αντίληψη…»… Άντε γαμήσου και εσύ ρε Μέιλερ, κι ας έγραψες το πιο αγαπημένο μου βιβλίο όλων των εποχών -μου! Επιστρέφω ξανά στην εκδοχή Κάπρα! Μόνο αυτόν αγαπώ και τέλος…  Η δική μου «αραιή ψυχή» θα πηδήξει τζαμπατζίδικα στο επόμενο τρένο και θα πάει να παίξει πόκερ με τύπους που καπνίζουν βαριά και απ το πρωί πίνουν αντί για καφέ, αμερικάνικο, παχύ, σκούρο «Σίγκραμ»…

SHARE
MORE MAGAZINE