Τα τελευταία χρόνια… βιαζόμαστε. Τρέχουμε ανάμεσα σε meetings και deadlines, υποχρεώσεις και κοινωνική ζωή, προσπαθούμε να γυμναστούμε, να δούμε τους φίλους μας, να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, να χωρέσουμε όσα περισσότερα μπορούμε μέσα σε μια μέρα.
Ανάμεσα σε χρονόμετρα και ειδοποιήσεις, υποβιβάζουμε πολλές φορές την ίδια μας τη ζωή και δεν γλιτώνει τίποτα και κανένας. Ακόμα και το φαγητό, που στην κουλτούρα μας ήταν τελετουργία, συνοχή και νοιάξιμο, τώρα γίνεται βιαστικά, μηχανικά μπροστά την τηλεόραση.
Κι αυτός είναι ο λόγος που το slow dining έρχεται να μας υπενθυμίσει πως δεν γίνεται να μετράμε την απόλαυση σε λεπτά.
1. Κοινωνικότητα και τελετουργία
Το τραπέζι ήταν ανέκαθεν τόπος συνάντησης. Δεν μιλάμε μόνο για το κυριακάτικο τραπέζι με το κοτόπουλο στον φούρνο όμως. Τα dinner dates είναι από τους πιο απλούς και ουσιαστικούς τρόπους να γνωρίσεις τον άνθρωπο που κάθεται απέναντί σου, την ίδια στιγμή που σε ένα επαγγελματικό δείπνο μπορεί να κλείνονται οι πιο σημαντικές συμφωνίες.
Στο slow dining, λοιπόν, αυτή η κοινωνικότητα έρχεται να ανακτήσει και πάλι τον πρωταγωνιστικό της ρόλο. Επανέρχεται στο προσκήνιο τόσο για αυτόν που θέλει να απολαύσει τη γαστρονομία στο ΚΠΙΣΝ με το Delta όσο και για εκείνον που θέλει να συζητήσει με αγαπημένα πρόσωπα πίνοντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί La Tour Melas.
2. Το slow dining ως φιλοσοφία ζωής
Το slow dining δεν έχει να κάνει μόνο με το τι τρως, αλλά με το πώς το ζεις. Είναι η συνειδητή απόφαση να κόψεις ταχύτητα, έστω για όσο διαρκεί ένα γεύμα. Να αφήσεις κάτω το κινητό, να μη βιαστείς να τελειώσεις και να δώσεις λίγο χώρο στη στιγμή. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ο Carlo Petrini ίδρυσε το κίνημα του Slow Food στην Ιταλία τη δεκαετία του 1980 – ως αντίδραση στο… Fast Food, στην ομογενοποίηση τόσο της γεύσης όσο και της συνολικής εμπειρίας του φαγητού.
Οι έρευνες ήρθαν να αποδείξουν αυτά που ήδη φανταζόμασταν: όταν τρώμε πιο αργά, αντιλαμβανόμαστε καλύτερα τις γεύσεις και νιώθουμε πιο “γεμάτοι”, όχι μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά. Με απλά λόγια, απολαμβάνουμε περισσότερο και τρώμε πιο συνειδητά, χωρίς κόπο και χωρίς στερήσεις.
3. Χώρος, χρόνος και μνήμη
Και εδώ είναι που η γεύση μπλέκεται με την εμπειρία. Γιατί όταν τρως αργά, δίνεις χώρο στις αναμνήσεις να εμφανιστούν. Ένα απλό πιάτο δεν είναι ποτέ “απλό”, ουδέτερο. Μπορεί να σου θυμίσει ανθρώπους, στιγμές και εποχές της ζωής σου – κουβαλά ιστορίες. Το θέμα είναι αν του δίνεις τον χρόνο να στις πει.
Πώς το πετυχαίνεις αυτό;
Με μικρά βήματα:
– Με το να στρώσεις τραπέζι κι όχι να κάτσεις στον καναπέ με το πιάτο στο χέρι.
– Με το να φας λίγο πιο αργά, όχι σαν να σε κυνηγάει κάποιος.
– Με το να σηκώσεις το βλέμμα και να ρωτήσεις τον άλλον πώς ήταν η μέρα του.
– Με το να μη σηκωθείς αμέσως μετά την τελευταία πηρουνιά, αλλά να μείνεις λίγο ακόμα, με ένα ποτήρι κρασί ή έναν καφέ.
Δεν χρειάζεσαι λινά τραπεζομάντηλα και γυαλισμένα πηρούνια, ούτε πολύπλοκες συνταγές, ούτε three-meal courses. Αρκεί να αποφασίσεις ότι αυτό το γεύμα δεν είναι “διάλειμμα” από τη ζωή σου, αλλά κομμάτι της.
Σε έναν κόσμο που μας μαθαίνει πως πρέπει να… ξεμπερδεύουμε γρήγορα για να περάσουμε στο επόμενο, ό,τι κι αν είναι αυτό, το slow dining λειτουργεί σχεδόν επαναστατικά. Σου θυμίζει ότι το φαγητό δεν είναι απλώς υδατάνθρακες και πρωτεΐνες, αλλά αφορμή για σύνδεση, τόσο με τους άλλους όσο και με τον ίδιο σου τον εαυτό.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό μήνυμα της φιλοσοφίας του: το να επιτρέψεις στον εαυτό σου να νιώσει.





