Στην έκδοση που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ» σημειώνει για τον εαυτό του πως «σαράντα τρία χρόνια είμαι στο Βήμα. Μπήκα τον Σεπτέμβριο του 1974 και παραμένω μέχρι και σήμερα, με όλα τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν σε αυτό το ιστορικό φύλλο. Προσελήφθην ως ρεπόρτερ και θα αποχωρήσω ως ρεπόρτερ… Σαράντα τρία χρόνια η δημοσιογραφία με έθρεψε και την έθρεψα… Σε αυτό το βιβλίο συγκέντρωσα μερικά αποσπάσματα εμπειριών από αυτά τα χρόνια, μικρά αλλά –πιστεύω– συμβολικά, για μια εποχή που πολλές φορές πίστεψε ότι θα ξεγελάσει τον χρόνο. Μέσα σε αυτά θα βρείτε τις χαρές και τις πίκρες του δημοσιογράφου, αλλά και αγωνίες, πάθη, λάθη. Θα γελάσετε για σοβαρά γεγονότα και θα κλάψετε με τα ευτράπελα. Όλα ήταν δημοσιογραφία. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο…». Και από το εξώφυλλο του, κάνει λόγο για τα «προβλήματα» στο «Βήμα», που πονέσαν όλο τον δημοσιογραφικό κόσμο και τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο…Υπήρχαν μόνο στο ΒΗΜΑ αυτού του είδους τα προβλήματα; Οπως αποδείχθηκε όχι φυσικά. Εάν κρίνουμε από το απόσπασμα που αφορά κάτι απίθανα τιμολόγια που έπρεπε να εξοφλήσει το λογιστήριο του ΔΟΛ δεν απέχει πολύ από την αντίστοιχη εικόνα των λογιστηρίων της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ και πάει λέγοντας. Κι αυτό γιατί τα στελέχη των ΜΜΕ αλλά και οι μεγαλοδημοσιογράφοι πολύ εύκολα καβαλάνε το καλάμι και νομίζουν ότι τους χρωστάει η ζωή και όλοι οι υπόλοιποι. Η δημοσιογραφία έχει εντός της πολύ νεοπλουτίλα, πολλή βλαχιά, κιτσαρία, ζήλια, φθόνο και πάει λέγοντας. Γενικά είναι ένα επάγγελμα στο οποίο εμπλέκονται συνήθως συμπλεγματικά άτομα-όπως συμβαίνει άλλωστε και με την πολιτική. Δείτε τι συνάντησε στα λογιστήρια του ΔΟΛ ο συγγραφέας του βιβλίου: «Όταν αποχώρησε ο Ψυχάρης, στο λογιστήριο του Βήματος βρέθηκαν λογαριασμοί που δεν δικαιολογούνταν από την εφημερίδα. Κάποιοι ψώνιζαν με πιστωτικές κάρτες και χρέωναν τις αγορές τους στο Βήμα. Ενδεικτικά αναφέρω για τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν μέσα στην κρίση: παραδείγματος χάρη, λογαριασμοί για ένδυση (1.881,26 ευρώ στις 30.06.15), δίδακτρα παιδιών (11.286 ευρώ στις 20.11.15), αγορά στρωμάτων από το COCO-MAT στη Σέριφο (1.968,50 στις 20.08.14), ψώνια σε σούπερ μάρκετ (1.012,47 ευρώ στις 20.11.15), φαρμακείο (1.500,51 ευρώ στις 20.07.15), ταξίδι στη Μύκονο (1.332,70 ευρώ στις 17.08.14), ταξίδι στις Άλπεις (1.320 ευρώ στις 31.12.15), έργα τέχνης (1.500 ευρώ στις 20.08.15)». Κακοδιαχείριση! Σπατάλη! Πρόκληση!

Ένα ιστορικό δημοσιογραφικό συγκρότημα να συνθλίβεται σε βράχια με εργαζόμενους σε απόγνωση! Θυμίζει η περίπτωση την αντίστοιχη στα λογιστήρια του ΑΛΤΕΡ όταν είχε πια κλείσει, όπου, όπως έλεγαν οι απελπισμένοι εργαζόμενοι, βρέθηκαν τιμολόγια ακόμα και για επεμβάσεις προσθετικής στήθους παρουσιαστριών! Είχαν μάλιστα επισυναφθεί και τα τιμολόγια της διορθωτικής επέμβασης μιας και η πρώτη δεν είχε εκρηκτικά αποτελέσματα.

Σε άλλο απόσπασμα ο δημοσιογράφος θυμάται τη πρώτη φορά που είδε τον Χρήστο Λαμπράκη και που αντιλήφθηκε την αποστροφή του για έλεγχο των δημοσιογράφων και υπαγόρευση κατά παραγγελίας αληθειών: «… Μόλις είχα προσληφθεί στο “Βήμα”. Έμενα στην Κυψέλη, στην οδό Μυτιλήνης, πολύ κοντά στο άσυλο ανιάτων. Γράφω λοιπόν ένα ρεπορτάζ με τίτλο “Γιατί πρέπει να φύγει το άσυλο από την περιοχή”, διανθισμένο με πολλές συνεντεύξεις. Την επόμενη ημέρα πήγα στην εφημερίδα χαρούμενος. Βλέπω το δημοσίευμα στη σελίδα 5 (χωρίς υπογραφή βεβαίως), αλλά ήταν ένα πρώτο βήμα. Σε λίγο έρχεται ο κλητήρας ο Λάμπρος και με ρωτάει αν έγραψα εγώ το ρεπορτάζ. Απαντάω περήφανα: “Εγώ”. “Έλα μέσα, σε θέλει ο κ. Λαμπράκης”. Με το που ακούν τη φράση “σε θέλει ο κ. Λαμπράκης”, οι συνάδελφοί μου στο γραφείο κοίταζαν ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί καχύποπτα εμένα, σκεπτόμενοι προφανώς: “Ποιος είναι αυτός που τον ζητάει ο Λαμπράκης;”. Πάω στο γραφείο του Λαμπράκη, τον βρίσκω πάλι πνιγμένο στα χαρτιά του. Βήχω, με προσέχει και ρωτάει: “Εσείς είστε ο δράστης αυτού του ρεπορτάζ;”, και μου δείχνει το πόνημά μου. “Ναι” απαντώ, χωρίς να μπορώ να διευκρινίσω αν με ρωτάει για καλό ή για κακό. “Έχετε βαλθεί να μου διαλύσετε την οικογένεια. Ποιος είναι πρόεδρος του ασύλου;”. Αστραπιαία μου έρχεται στον νου η γηραιά κυρία που είχα επισκεφθεί στον Πόρο για τις ανάγκες του ρεπορτάζ. “Η κυρία Λαμπράκη… είναι μήπως η γυναίκα σας;”. “Δεν είμαι παντρεμένος, είναι η μητέρα μου”. Λέω από μέσα μου: “Ωχ, μέχρι εδώ ήταν η δημοσιογραφία για μένα”. “Ακούστε, κύριε” μου λέει ο Χρήστος Λαμπράκης “το ρεπορτάζ είναι άρτιο. Συνεχίστε, αλλά μην ξαναγράψετε για την οικογένειά μου”».

Τα χρόνια πέρασαν, οι παλιές αρχές και τα αξιάδα συστήματα θεωρήθηκαν ξεπερασμένα και «γραφικά».  Ένα μεγάλο life style ξέφρενο φαγοπότι μοιάζει να έχει ξεσπάσει παντού και ειδικά στην εξουσία. Κάθε λογής. Ο Νίκος Χασαπόπουλος θυμάται: «…Είχαν πέσει στην αντίληψή μου πονηρές κινήσεις πολιτικών, αρχηγών κομμάτων και πρωθυπουργών σε πονηρά ραντεβού. Αλλά βέβαια αυτά δεν περνούσαν στην εφημερίδα. Ούτε κι εγώ όμως ήθελα να σκανδαλοθηρήσω. Βεβαίως γνώριζα καλά και τις συνοδείες των πολιτικών στα διάφορα ταξίδια, νόμιμες και παράνομες. Γυναίκα υπουργού ζήτησε να πάμε στη Ρώμη με C-130. Με παραξένεψε γιατί να πετάξουμε με αυτό το άβολο και ενεργοβόρο αεροπλάνο ενώ είχαμε τρία κυβερνητικά αεροπλάνα στη διάθεση της κυβέρνησης. Ρωτάω τον υπουργό «Γιατί πάμε με C-130» και μου απάντησε «Για οικονομία». Τον κοίταξα περίεργα. Σίγουρα κάτι άλλο συνέβαινε. Το έμαθα όταν φεύγαμε πια από τη Ρώμη. Η γυναίκα του υπουργού με τη βοήθεια της γραμματέως του φόρτωσαν στο C-130, που ήταν σταθμευμένο στο αεροδρόμιο Φιουμιτσίνο, ολόκληρη οικοσκευή: έπιπλα, κρεβατοκάμαρα, ψυγείο SMEG από τα πιο ακριβά. Ως αχθοφόρους είχαν πάρει Ιταλούς φαντάρους. Ποιος άραγε ήταν ο υπουργός; Τελευταίως μπαινοβγαίνει στον ανακριτή και έχει ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για το «πόθεν έσχες» του και απόκρυψη χρημάτων…».