Έντονες ανησυχίες έχει φέρνει στο προσκήνιο η ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς προϊόντων βαφής μαλλιών, καθώς όσες χρησιμοποιούνται για μόνιμο αποτέλεσμα καταλαμβάνουν πλέον το 80% των συνολικών πωλήσεων της συγκεκριμένης κατηγορίας κοσμετολογίας παγκοσμίως. Παράλληλα με την ευρεία και καθημερινή χρήση τους, πληθαίνουν οι επιστημονικές προειδοποιήσεις από τη διεθνή δερματολογική κοινότητα για τις άγνωστες στο ευρύ κοινό επιπτώσεις αυτών των χημικών σκευασμάτων στο δέρμα.
Πρόσφατα επιδημιολογικά στοιχεία ανατρέπουν τα μέχρι τώρα δεδομένα, αποκαλύπτοντας ότι η ζημιά εκτείνεται πολύ πέρα από μια απλή επιφανειακή αλλεργία.
«Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού εκθέτει συστηματικά το δέρμα και τον οργανισμό του σε ισχυρούς χημικούς παράγοντες, αγνοώντας τους μακροπρόθεσμους κινδύνους. Νέες εργαστηριακές αναλύσεις ανεξάρτητων οργανισμών κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς ανίχνευσαν σε εμπορικές βαφές ίχνη τοξικών πτητικών οργανικών ενώσεων, όπως τολουόλιο, αλλά και φθαλικές ενώσεις.
Παρότι δεν είναι όλες οι βαφές ίδιες, από δερματολογική σκοπιά, οι ουσίες αυτές ενοχοποιούνται για την άμεση αποδιοργάνωση των λιπιδίων του κερατινοκυττάρου, την πρόκληση έντονης ξηροδερμίας μέσω της διαδερμικής απώλειας νερού, καθώς και για την πρόκληση τοπικής κυτταροτοξικότητας που αποδυναμώνει την άμυνα του δέρματος», επισημαίνει ο Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος δρ Χρήστος Στάμου.
Τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με τις τελευταίες δημοσιεύσεις μελετών, μετατοπίζουν το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας από την παραδοσιακή εξέταση των τριχών στην εις βάθος ανάλυση του δέρματος. Ειδικότερα:
Επιπτώσεις στους χρήστες
Το τριχωτό της κεφαλής: Δερματίτιδες και διαταραχή του μικροβιώματος
Η εφαρμογή των μόνιμων οξειδωτικών βαφών δεν επηρεάζει μόνο την αισθητική εικόνα των μαλλιών, αλλά προκαλεί μια σειρά από έντονες βιολογικές και χημικές μεταβολές απευθείας στο δέρμα του κεφαλιού. Οι παθήσεις που εμφανίζονται συχνότερα εξαιτίας τους είναι:
- Αλλεργική δερματίτιδα επαφής: Η κλινική εκδήλωση της νόσου αποτελεί την πιο συχνή οξεία επιπλοκή που αντιμετωπίζουν οι δερματολόγοι, με κύριο υπεύθυνο αλλεργιογόνο την ένωση p-phenylenediamine (PPD), η οποία πυροδοτεί έντονο ερύθημα, κνησμό και οίδημα.
- Αποδιοργάνωση του δερματικού φραγμού: Η υψηλή αλκαλικότητα της αμμωνίας και η ισχυρή οξειδωτική δράση του υπεροξειδίου του υδρογόνου καταστρέφουν την προστατευτική κεράτινη στοιβάδα, προκαλώντας χημικούς ερεθισμούς, εγκαύματα και αυξημένη διαδερμική απώλεια νερού
- Μικροβιακή δυσβίωση του τριχωτού: Τα επιθετικά χημικά συστατικά των μόνιμων βαφών μεταβάλλουν ραγδαία το φυσιολογικό pH του δέρματος, καταστέλλοντας τους πληθυσμούς των ωφέλιμων συμβιωτικών βακτηρίων, όπως το Cutibacterium acnes
- Υπερανάπτυξη παθογόνων μυκήτων: Η ανατροπή της μικροβιακής ισορροπίας επιτρέπει τον αποικισμό από μύκητες του γένους Malassezia, μια διαδικασία που συνδέεται άμεσα με την αιτιοπαθογένεια της επίμονης πιτυρίδας, της σμηγματορροϊκής δερματίτιδας και του χρόνιου κνησμού
Όπως επισημαίνει ο δρ Στάμου, «στο δερματολογικό ιατρείο, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων από τις βαφές δεν περιορίζεται πλέον στην απλή καταστολή της φλεγμονής με κορτικοστεροειδή, αλλά εστιάζει στην ενεργή αποκατάσταση του διαταραγμένου οικοσυστήματος του τριχωτού. Η σύγχρονη θεραπευτική φαρέτρα περιλαμβάνει πλέον εξειδικευμένα δερμοκαλλυντικά σκευάσματα, εμπλουτισμένα με πρεβιοτικά και μεταβιοτικά στοιχεία, τα οποία στοχεύουν στην επαναφορά του φυσιολογικού pH και στην ενίσχυση των ωφέλιμων βακτηρίων της περιοχής.
Επίσης, μέσω της στοχευμένης χρήσης ήπιων αντιμυκητιασικών παραγόντων, μπορεί να επιτευχθεί ο έλεγχος του υπερπληθυσμού των μυκήτων Malassezia, ανακόπτοντας έτσι τον κύκλο της χρόνιας απολέπισης και της σμηγματορροϊκής δερματίτιδας, ενώ με τη χορήγηση ειδικών μαλακτικών παραγόντων και τοπικών αντιφλεγμονωδών λύσεων μπορεί να μειωθεί η διαδερμική απώλεια νερού και να γίνει ταχύτατη επούλωση των χημικών μικροεγκαυμάτων».
Η δομή της τρίχας: Χημική φθορά και τριχόπτωση
Οι χημικές διεργασίες που απαιτούνται για την αλλαγή του χρώματος δεν περιορίζονται στην επιφάνεια, αλλά παρεμβαίνουν επιθετικά στον πυρήνα του στελέχους της τρίχας. Για να επιτευχθεί ο μόνιμος χρωματισμός, οι αλκαλικοί παράγοντες αναγκάζουν τα προστατευτικά λέπια να ανοίξουν, με αποτέλεσμα να απογυμνώνεται ο άξονας από τα φυσικά του λιπίδια και τις δομικές πρωτεΐνες. Αυτή η εσωτερική αλλοίωση οδηγεί σε άμεση απώλεια της ελαστικότητας, καθιστώντας την τρίχα εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωτερικούς παράγοντες.
Δομική καταστροφή στελέχους: Η οξειδωτική δράση του υπεροξειδίου του υδρογόνου καταστρέφει τους δισουλφιδικούς δεσμούς της κερατίνης, οδηγώντας σε αυξημένη πορώτητα, ακραία ξηρότητα και ευθραυστότητα.
Σπάσιμο της τρίχας: Η απώλεια της δομικής ακεραιότητας του άξονά της έχει ως άμεση συνέπεια το εύκολο σπάσιμο της τρίχας κατά το απλό βούρτσισμα ή το styling, μειώνοντας αισθητά την πυκνότητα των μαλλιών.
Πρόκληση τελογενούς αλωπεκίας: Η οξεία και σοβαρή φλεγμονή που προκαλείται στο δέρμα από αλλεργικές αντιδράσεις μπορεί να μεταφέρει πρόωρα μεγάλο αριθμό θυλάκων στη φάση της απόπτωσης, πυροδοτώντας έντονη αντιδραστική τριχόπτωση.
Αλλοιώσεις στο μικροπεριβάλλον: Οι επαναλαμβανόμενες χημικές εφαρμογές επηρεάζουν δυσμενώς τη φυσιολογική λειτουργία των σμηγματογόνων αδένων, επιτείνοντας την ξηρότητα τόσο στο στέλεχος όσο και στον θύλακα της τρίχας.
«Η διάκριση μεταξύ του μηχανικού σπασίματος της τρίχας και της πραγματικής τριχόρροιας από τον θύλακα είναι κομβικής σημασίας κατά τo διαγνωστικό ψηφιακό τριχοριζόγραμμα – μια σύγχρονη, εντελώς ανώδυνη και μη επεμβατική μέθοδος εξέτασης που επιτρέπει στον δερματολόγο να αναλύσει την υγεία του τριχωτού της κεφαλής και των μαλλιών σε μικροσκοπικό επίπεδο. Η εξέταση αυτή λειτουργεί ουσιαστικά ως «γέφυρα» ανάμεσα στην απλή κλινική εξέταση με γυμνό μάτι και την επεμβατική βιοψία δέρματος, την οποία σε πολλές περιπτώσεις καταφέρνει να αποτρέψει», εξηγεί.
Επαγγελματικοί κίνδυνοι
Δερματολογικές παθήσεις στον εργασιακό χώρο
Οι επαγγελματίες του κλάδου της κομμωτικής εκτίθενται σε χημικά σκευάσματα με συχνότητα από 4 έως και 78 φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, γεγονός που τους κατατάσσει στην ομάδα υψηλότερου κινδύνου για την εκδήλωση σοβαρών δερματολογικών αλλοιώσεων στα χέρια.
Η καθημερινή, παρατεταμένη επαφή με ισχυρά αλλεργιογόνα και νερό απογυμνώνουν το δέρμα των χεριών από τα φυσικά του έλαια, καθιστώντας απαραίτητη τη διαρκή δερματολογική παρακολούθηση για την αποφυγή μόνιμων βλαβών. Συχνότερα οι επαγγελματίες εμφανίζουν:
Επαγγελματική δερματίτιδα επαφής: Περισσότερο από το 51% των κομμωτών αναφέρει σοβαρές ανεπιθύμητες δερματικές αντιδράσεις, με τα χέρια να αποτελούν την πρωταρχική περιοχή εκδήλωσης της νόσου.
Χρόνιο έκζεμα των χεριών: Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε οξειδωτικές βαφές και αποχρωματιστικά μέσα (ντεκαπάζ) οδηγεί σε επώδυνες ρωγμές, σχισμές, ερύθημα και έντονη ξηρότητα, επηρεάζοντας άμεσα την ικανότητα εργασίας.
Αυξημένος κίνδυνος ευαισθητοποίησης: Οι κομμωτές έχουν έως και πενταπλάσια πιθανότητα να αναπτύξουν αλλεργική ευαισθητοποίηση σε χημικά αλλεργιογόνα (απτίνες), όπως η μόνιμη χρωστική PPD και το υπερθειικό αμμώνιο των προϊόντων ντεκαπάζ, σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.
Η επίπτωση της προϋπηρεσίας: Η εμφάνιση χρόνιας δερματίτιδας συνδέεται στατιστικά με τα έτη εργασίας, καθώς η αθροιστική χημική επιβάρυνση εξασθενεί ανεπανόρθωτα τον επιδερμικό φραγμό.
«Η διασφάλιση της υγείας του τριχωτού της κεφαλής και η πρόληψη των δερματολογικών επιπλοκών απαιτούν τη συστηματική εφαρμογή αυστηρών πρωτοκόλλων προστασίας τόσο από τους καταναλωτές όσο και από τους επαγγελματίες του κλάδου της κομμωτικής. Η διενέργεια προκαταρκτικής δοκιμασίας ελέγχου (patch test) 48 ώρες πριν από κάθε εφαρμογή βαφής παραμένει το βασικότερο μέσο πρόληψης των οξειών αντιδράσεων υπερευαισθησίας τύπου IV για τους χρήστες.
Για τους επαγγελματίες, τα patch tests με εξειδικευμένες σειρές αλλεργιογόνων για κομμωτές αποτελεί το μοναδικό αντικειμενικό εργαλείο για τη διάκριση της ερεθιστικής δερματίτιδας από την αλλεργική αντίδραση τύπου IV (γνωστή και ως επιβραδυνόμενου τύπου υπερευαισθησία), επιτρέπει τη δημιουργία ενός εξατομικευμένου πλάνου πρόληψης και αποφυγής των υπεύθυνων χημικών ενώσεων.
Παράλληλα, η υποχρεωτική χρήση γαντιών νιτριλίου σε συνδυασμό με την τακτική εφαρμογή προστατευτικών κρεμών φραγμού στα χέρια των εργαζομένων θωρακίζει την επιδερμίδα έναντι της αθροιστικής χημικής επιβάρυνσης από ενώσεις, μειώνοντας δραστικά την εμφάνιση επαγγελματικού εκζέματος.
Σε περιπτώσεις διαγνωσμένης ευαισθησίας, συστήνεται η στροφή σε ημιμόνιμες εναλλακτικές φόρμουλες χωρίς αμμωνία ή παράγωγα αμινών», καταλήγει ο δρ Στάμου.





