Παρακολουθήστε [VIDEO] το 1ο session των Respond & Restore Together | Covid-19 Web Series της Grant Thornhton, το οποίο έχει ως στόχο την ανάδειξη των κύριων ζητημάτων της οικονομίας και την ανάδειξη βιώσιμων λύσεων μέσα από μία εποικοδομητική συζήτηση μεταξύ των:
– Θεόδωρος Φέσσας, Πρόεδρος ΔΣ ΣΕΒ & Πρόεδρος Quest Holdings
– Γιάννης Ρέτσος, Πρόεδρος ΔΣ ΣΕΤΕ & Διευθύνων Σύμβουλος Electra Hotels & Resorts
– Μιχάλης Τσαμάζ, Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος Ομίλου ΟΤΕ
– Δρ. Νικόλαος Καραμούζης, Πρόεδρος Grant Thornton
Το session συντονίζει η δημοσιογράφος Μαρία Σαράφογλου.
Respond & Restore Τogether | Covid-19 Web Series
Ανταποκρινόμενη στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της περιόδου που διανύουμε και αντιλαμβανόμενη τις τρέχουσες δυσμενείς συνθήκες και τα νέα οικονομικά και επιχειρηματικά δεδομένα, με οδηγό μας το γνήσιο και αμείωτο ενδιαφέρον για το ελληνικό επιχειρείν, η Grant Thornton προχωρά στη διοργάνωση μίας σειράς διαδικτυακών συζητήσεων υπό τον τίτλο “Respond & Restore Τogether | Covid-19 Web Series”.
Η νέα αυτή πρωτοβουλία σκοπεύει να ενημερώσει αποτελεσματικά και εξειδικευμένα τον κόσμο του επιχειρείν και να αναδείξει ολιστικά τα ζητήματα που απασχολούν τις επιχειρήσεις, αναφορικά με θέματα που άπτονται της πανδημίας του νέου κορωνοϊού.
Tσαμάζ>H πανδημική κρίση έκανε πλέον ξεκάθαρο σε όλους μας η ανάγκη για ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας
Την εκτίμηση ότι για να μετριαστούν οι επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης πρέπει να υιοθετηθεί η τεχνολογία από ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις, να αλλάξει το μοντέλο λειτουργίας τους, να υιοθετήσουν ψηφιακές εφαρμογές και να εισέλθουν στο online περιβάλλον ώστε μέσω της τεχνολογίας να γίνουν πιο εξωστρεφείς, διατύπωσε, μεταξύ άλλων τοποθετήσεών του, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου ΟΤΕ, Μιχάλης Τσαμάζ, στο πλαίσιο webinar που διοργάνωσε η Grant Thornton με τίτλο “Η ελληνική οικονομία την εποχή του Covid-19”, εκφράζοντας παράλληλα την αισιοδοξία πως η κρίση θα μας βοηθήσει να βγούμε σοφότεροι.
Ο επικεφαλής του Ομίλου ΟΤΕ ανέφερε πως σε αυτή τη δυσμενή συγκυρία η τεχνολογία αποδείχθηκε σύμμαχος και η συμβολή των τηλεπικοινωνιών ήταν καθοριστική. Παράλληλα, τόνισε πως η χώρα μας διαθέτει ψηφιακές υποδομές υψηλού επιπέδου, ενώ αναφερόμενος στα δίκτυα του ομίλου ΟΤΕ σε κινητή και σταθερή σημείωσε ότι ανταποκρίθηκαν με πολύ μεγάλη επιτυχία και χωρίς κανένα πρόβλημα στην υψηλή ζήτηση. “Για να το πετύχουμε αυτό, είχαμε επενδύσει κεφάλαια 5 δισ.ευρώ τα προηγούμενα χρόνια σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, κίνηση που αποδείχθηκε ζωτικής σημασίας. Ο ΟΤΕ επενδύει 500 εκατ.ευρώ ετησίως σε βασικές υποδομές σταθερής και κινητής τηλεφωνίας ετησίως, επενδύσεις που θα συνεχίσουν να υλοποιούνται για τα επόμενα χρόνια”, τόνισε.
Ο κ. Τσαμάζ επεσήμανε πως η πανδημική κρίση έκανε πλέον ξεκάθαρο σε όλους μας η ανάγκη για ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας. “Η κρίση λειτούργησε ως επιταχυντής αυτού του μετασχηματισμού”, ανέφερε, συμπληρώνοντας πως έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα όπως η τηλεργασία για 10.000 δημοσίους υπαλλήλους, η άυλη συνταγογράφηση κ.α. “Όλα αυτά όχι μόνο θα μείνουν αλλά πρέπει να βελτιωθούν και να μην εφησυχάσουμε”.
Καραμούζης>Οι τράπεζες πρέπει να στηρίξουν τις επιχειρήσεις, αλλά να μην αποκτήσουν πρόβλημα οι ίδιες
Η παρούσα κρίση απαιτεί να τολμήσουμε όσα δεν κάναμε τόσα χρόνια, είτε από λαϊκισμό, είτε γιατί φοβόμασταν το πολιτικό κόστος. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε λύσεις “έξω από το κουτί” ώστε σε 2 – 3 χρόνια να έχουμε δημιουργήσει μία χώρα ανταγωνιστική. Είναι θέμα μηνών, αν όχι έτους, να δούμε ξανά τη χώρα μας να αναπτύσσεται. Τώρα είναι η ώρα και η ευκαιρία.
Τα παραπάνω δήλωσε ο Πρόεδρος της Grant Thornton, Δρ. Νικόλαος Καραμούζης, μιλώντας στην πρώτη μίας σειράς διαδικτυακών συζητήσεων που διοργανώνει η Grant Thornton, υπό τον τίτλο “Respond & Restore Τogether | Covid-19 Web Series”.
Ξεκινώντας την τοποθέτησή του για το πώς έχει αντιμετωπιστεί η κρίση του κορονοϊού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κ. Καραμούζης χαρακτήρισε διστακτική την πολιτική της ΕΚΤ για τη χορήγηση ρευστότητας, συγκριτικά με το “πακέτο” ρευστότητας των 5 τρισ. ευρώ που ενέκρινε η FED για την αμερικανική Οικονομία. Αναφερόμενος δε στο Ταμείο Ανασυγκρότησης (Recovery Fund) το οποίο βρίσκεται στη φάση της διαπραγμάτευσης στην ΕΕ, ο κ. Καραμούζης είπε ότι πρέπει να είναι κυρίως ένα Ταμείο μεταβιβάσεων από δανεισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τις αγορές και την απόκτηση των ομολόγων από την ΕΚΤ.
“Τις επόμενες εβδομάδες η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει ποιο δρόμο θα πάρει (σ.σ. είτε αυτόν που θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συνοχή, είτε αυτόν που θα οδηγήσει σε διάλυση). Αν δεν υπάρξει ένα Ταμείο (σ.σ. Recovery Fund) με τουλάχιστον 1,5 τρισ. ευρώ διαθέσιμα, υπό την μορφή μεταβιβάσεων και ενισχύσεων, και όχι δανείων, προς τις χώρες του Νότου που αντιμετωπίζουν και το μεγαλύτερο πρόβλημα, τότε τα πράγματα θα είναι δύσκολα”, είπε χαρακτηριστικά ο κ. Καραμούζης.
Αναφερόμενος στην Ελλάδα, ο κ. Καραμούζης είπε ότι η χώρα δεν αντέχει νέα δάνεια, έστω και με ευνοϊκούς όρους και μακροχρόνια περίοδο αποπληρωμής. Αντιθέτως, “πρέπει να επαναδιαπραγματευθούμε ένα νέο δημοσιονομικό πλαίσιο. Με την κρίση του κορονοϊού, η χώρα δεν έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της. Πρέπει το σύμφωνο για τα πρωτογενή πλεονάσματα να ανασταλεί τουλάχιστον για 3 χρόνια, ώστε να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος και η χώρα να ξοδέψει για επενδύσεις. Πρέπει να δημιουργήσουμε ζήτηση από επενδύσεις και όχι από μοίρασμα χρημάτων”, είπε ο κ. Καραμούζης.
Ειδικότερα, τόνισε ότι πρέπει να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα, με στόχο τις επενδύσεις με σύμπραξη του κράτους και του ιδιωτικού τομέα. “Πρέπει να υπάρξει ένα μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων σε κοινωνικές υποδομές (από νοσοκομεία, σχολεία έως φυλακές), σε αεροδρόμια, λιμάνια, ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα, έμφαση στον τομέα της ενέργειας, στις τράπεζες είναι ώρα να δούμε την λεγόμενη ελαφριά βιομηχανία των αγροτικών και των φαρμακευτικών προϊόντων. Πρέπει να υποκαταστήσουμε τις εισαγωγές και να διαφοροποιήσουμε το μοντέλο των εξαγωγών, δίνοντας έμφαση στη βιομηχανία που σήμερα αντιπροσωπεύει το 9% – 10% του ΑΕΠ, να φτάσει στο 15% – 16% του ΑΕΠ”, είπε ο Πρόεδρος της Grant Thornton.
Αναφερόμενος στις επιπτώσεις που θα έχει η κρίση στο ΑΕΠ της Ελλάδας, βάσει των προβλέψεων της Κομισιόν που ανακοινώθηκαν σήμερα (σ.σ. προβλέπει ύφεση 9,7% φέτος και ανάπτυξη 7,9% το 2021), ο κ. Καραμούζης δήλωσε ότι εκείνο που τον ανησυχεί και έχει μεγαλύτερη σημασία από το ποσοστό της μείωσης του ΑΕΠ, είναι η προβλεπόμενη από την Κομισιόν μείωση των επενδύσεων “30% σε μια χώρα με το μεγαλύτερο χρέος, πολύ υψηλή ανεργία και κατάρρευση της αποταμίευσης”.
Ερωτώμενος για τη δυνατότητα των τραπεζών να στηρίξουν την Οικονομία με νέες χρηματοδοτήσεις προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης, ο κ. Καραμούζης είπε ότι οι τράπεζες καταβάλλουν κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, προσπαθώντας να χρηματοδοτήσουν αλλά και να αναστείλουν πληρωμές. Όμως όλα πρέπει να γίνουν σε ένα διαμορφωμένο πλαίσιο, γιατί το αύριο ίσως να είναι πιο δύσκολο αν οι τράπεζες δεν είναι σε καλή κατάσταση. “Δεν μπορούν να καταργηθούν τα κριτήρια χρηματοδότησης γιατί θα δημιουργηθεί πρόβλημα. Και αν οι τράπεζες καταλήξουν με μεγάλες ζημιές, τον λογαριασμό θα τον πληρώσει ο φορολογούμενος”, τόνισε ο κ. Καραμούζης, επισημαίνοντας ότι οι τράπεζες – και με τη μετάθεση δανειακών υποχρεώσεων στην οποία έχουν προχωρήσει – αναλαμβάνουν κινδύνους, ελπίζοντας ότι θα “γυρίσει” η Οικονομία και θα πληρωθούν τόκοι και χρεολύσια. “Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα τώρα. Αν το δεύτερο εξάμηνο βρεθεί το εμβόλιο για τον κορονοϊό και υπάρξει ενθουσιασμός, θα βελτιωθούν οι συνθήκες και οι προσδοκίες. Αν υπάρξει ένα δεύτερο κύμα έξαρσης της πανδημίας και lockdown στην οικονομία, τότε τα πράγματα θα είναι πάρα πολύ δύσκολα για τον τραπεζικό τομέα”, είπε.
Όπως εκτίμησε, και με τις εγγυήσεις που θα παράσχει ο δημόσιος τομέας, η πιστωτική επέκταση θα αυξηθεί σημαντικά. Είπε, ωστόσο, ότι θα πρέπει να γίνει πιο προσεκτικό πρόγραμμα για τις μεσαίες και μικρότερες επιχειρήσεις και ειδικά να στηριχθούν επιχειρήσεις παραγωγικές και δη στην επαρχία που απασχολούν και πολύ προσωπικό.
Αναφερόμενος ειδικότερα στην αναγκαία στήριξη του τουριστικού κλάδου, ο κ. Καραμούζης έκρουσε τον κώδωνα για ένα κύμα συνεπειών που δεν έχει ακόμη φανεί και έρχεται, από επιχειρήσεις που έχουν “χτιστεί” γύρω από τον τουρισμό: από την ακτοπλοΐα, τις αεροπορικές, τις εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων, την εστίαση και όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. “Οι εταιρείες αυτές θα ανακοινώσουν στα αποτελέσματά τους αρνητικές εκπλήξεις”, κατέληξε ο Πρόεδρος Grant Thornton.






