Το ενεργειακό τοπίο της Ευρώπης έχει μεταβληθεί σημαντικά από την αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδίωξε να διαφοροποιήσει τον ενεργειακό της εφοδιασμό, με βασικό στόχο να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια. Η διαφοροποίηση προμηθευτών, κυρίως αργού πετρελαίου, έχει βελτιώσει την ενεργειακή ασφάλεια στην ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, έχει αυξήσει την έκθεση της Ευρώπης στις αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και στις γεωπολιτικές εξελίξεις εκτός των εδαφών της.
Ταυτόχρονα, η ΕΕ επιδιώκει την επιτάχυνση της μετάβασής της σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), αυξάνοντας το 2023 τον δεσμευτικό στόχο για το μερίδιό τους στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2030 στο 42,5% και φιλοδοξώντας να φτάσει το 45%, έναντι προηγούμενου στόχου 32%. Ωστόσο, βάσει προσωρινών στοιχείων της Επιτροπής για το 2025, η συμμετοχή των ΑΠΕ βρίσκεται σε απόσταση από το στόχο, στο 26,2%.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι εξελίξεις στην παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου και στις σχετικές αγορές παραμένουν κρίσιμες για τις μακροοικονομικές προοπτικές της Ευρώπης. Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ανέδειξε εκ νέου τη συνεχιζόμενη ευπάθεια των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού ενέργειας σε γεωπολιτικούς κραδασμούς.
Από την ανάλυση στη νέα μελέτη της Eurobank Research προκύπτει πως η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη σε κινδύνους για τις τιμές της ενέργειας, ωστόσο η φύση αυτών διαφέρει έναντι της περιόδου πριν από τον πόλεμο της Ουκρανίας, καθώς και μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι αγορές φυσικού αερίου της ΕΕ αποδείχθηκαν περισσότερο ευάλωτες στην πρόσφατη διένεξη, με τα χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων, τον ανταγωνισμό για LNG και την προγραμματισμένη εξάλειψη των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως τον Οκτώβριο του 2027 να διατηρούν σχετικά ψηλά τις τιμές. Ωστόσο, η άνοδός τους ήταν σαφώς μικρότερη σε σύγκριση με πριν τέσσερα έτη, κατά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022.
Η σημαντική αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου πέρυσι και στην αρχή του 2026 σε σχέση με τη ζήτηση, που συνέβαλε στη συσσώρευση αποθεμάτων, κυρίως από την Κίνα, σε συνδυασμό με τη διαφοροποίηση προμηθευτών στην ΕΕ, απέτρεψαν μια μεγαλύτερη άνοδο τιμών στις αγορές πετρελαίου της Ευρώπης.
Μεσοπρόθεσμα, η μετάβαση στις ΑΠΕ στην ΕΕ αναμένεται να προσφέρει αυξανόμενη προστασία έναντι δυσμενών ενεργειακών εξελίξεων, μειώνοντας τη ζήτηση ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο, αυτή η προσαρμογή είναι πιθανό να είναι περισσότερο σταδιακή της αναμενόμενης, βάσει της εξέλιξης της συμβολής των ΑΠΕ στην κατανάλωση ενέργειας.
Προκειμένου να περιορίσει σταθερά τις πληθωριστικές πιέσεις που προέρχονται από τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και συνήθως επιφέρουν προσαρμογές στη νομισματική πολιτική, επηρεάζοντας τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, η ΕΕ θα πρέπει να επιταχύνει περαιτέρω τις επενδύσεις στην ηλεκτροπαραγωγή μέσω ΑΠΕ, στις υποδομές αποθήκευσης, στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και στις διασυνοριακές διασυνδέσεις. Περισσότερες δράσεις με αυτό το περιεχόμενο αφενός θα ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια, αφετέρου θα μειώσουν την ευπάθεια της περιοχής σε γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς και τους συναφείς μακροοικονομικούς κινδύνους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ EUROBANK RESEARCH





