kourdistoportocali.comEconomyΟι 7 στους 10 έντιμοι επιχειρηματίες σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα!

Απόδραση από τη Κόλαση

Οι 7 στους 10 έντιμοι επιχειρηματίες σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα!

Θα μείνουν πίσω μόνο οι Ολιγάρχες και οι απατεώνες

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ οι 7 στους 10 έντιμους επιχειρηματίες αναζητούν τρόπους να εγκαταλείψουν το εγχώριο διεφθαρμένο φορομπηχτικό κράτος. Οι επιχειρηματίες που έχουν βάλει στόχο να εγκαταλείψουν τη χώρα θα έλθουν να προστεθούν στους 720.000 (κυρίως νέους) Ελληνες που έχουν ρίξει μαύρη πέτρα τα χρόνια των μνημονίων.

Οπως όλα δείχνουν πίσω θα μείνουν οι απατεώνες και οι διαπλεκόμενοι ολιγάρχες. Αυτοί ταιριάζουν στην Κολομβία των Βαλκανίων-με δαύτους τα βρήκαν οι αριστεροί (τρομάρα τους) κυβερνώντες. Και πως να αντέξει ένας έντιμος επιχειρηματίας σ΄αυτό εδώ το κράτος όταν σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις παγκοσμίως στην ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις δικαστικές ενώσεις, οι αδίκαστες υποθέσεις ανέρχονται περίπου στις 600.000, με το μεγαλύτερο πρόβλημα να εντοπίζεται στα διοικητικά δικαστήρια, όπου εκκρεμούν περίπου 250.000 δικογραφίες (!), όπως μεταδίδει ο ΣΚΑΪ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας τα οποία αναφέρουν ότι για να ολοκληρωθεί η δικαστική εκκαθάριση μιας υπόθεσης απαιτούνται κατά μέσο όρο 1.580 μέρες! Δηλαδή τεσσεράμισι χρονιά!

Η συγκεκριμένη επίδοση, που φέρνει τη χώρα μας μακράν στη χειρότερη θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης. Την ίδια στιγμή, στη Βουλγαρία, για παράδειγμα, ο αντίστοιχος αριθμός είναι 564 μέρες και στην Αλβανία 523 μέρες.

Κι αν η κυβέρνηση Σύριζα λεηλατεί τους φορολογούμενους με φορολογικά και ασφαλιστικά χαράτσια ο Κυριάκος Μητσοτάκης που μαζί με την Φώφη Γεννηματά δοξάστηκε κρυβόμενος στο συλλαλητήριο υπόεχεται ότι θα μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές σε βάθος 2 ετών και τον ΕΝΦΙΑ σε 4 έτη. Δηλαδή καμμία τύχη! Για ποιο λόγο λοιπόν ένας έντιμος επιχειρηματίας να δραστηριοποιείται στην Ελλάδα; Την ίδια ώρα μια χούφτα διαπλεκόμενοι βλέπουν τα κέρδη τους να απογειώνονται στις εταιρίες που έχουν στήσει με θαλασσοδάνεια που δεν θα πληρωθούν ποτέ!

 

Μια άλλη δομική χυδαιότητα της Κολομβίας της Ευρώπης ακούει στο όνομα δημόσιοι υπάλληλοι και αξιολόγηση. Η λέξη αξιολόγηση είναι, μαζί με την παραγωγικότητα, την αποδοτικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την αριστεία, οι πιο σιχαμερές λέξεις στην ελληνική «Σοβιετία» θα γράψει στο επικό άρθρο του ο Δημήτρης Στεργίου.

Σκιτσογραφικό «εγερτήριο» του Κώστα Μητρόπουλου

 

Δημοσιεύθηκε πριν από 28 χρόνια στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» (1 Νοεμβρίου 1990)

 

Για πολλοστή φορά οι δημόσιοι υπάλληλοι της ελληνικής «Σοβιετίας» βρέθηκαν πάλι στους δρόμους αντιδρώντας στην ψήφιση στη Βουλή τροπολογίας για την αξιολόγηση στο Δημόσιο, η οποία έχει καταντήσει μετά το 2011 ένα «πανί του αργαλειού της Πηνελόπης». Σημειώνεται ότι σε όλα αυτά τα μνημονιακά χρόνια, που η αξιολόγηση των δημόσιων υπαλλήλων αποτελεί υποχρέωση που μόνιμα υπάρχει σε όλα τα Μνημόνια που έχουν υπογράψει μετά το 2010 «σοσιαλιστικές», «δεξιές» και «αριστερές» κυβερνήσεις, η ΑΔΕΔΥ, η κορυφαία συνδικαλιστική οργάνωση των δημόσιων υπαλλήλων, χαρακτήρισε, όπως πάντοτε, σε πρόσφατη ανακοίνωσή της, ως … «εκβιαστική, διασπαστική, αντισυνταγματική και απεργοσπαστική τροπολογία της … «αριστεροδεξιάς » κυβέρνησης για την αξιολόγηση στο Δημόσιο.

Έτσι, τα τελευταία δύο χρόνια, η … «αριστεροδεξιά» κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θυμίζει τη γίδα, της οποίας, όπως διδάσκει ο θυμόσοφος λαός, «τραβάει το τομάρι της όσα κάνει στο πουρνάρι», αφού ήταν ανέκαθεν σφόδρα αντίθετοι προς κάθε απόπειρά η προσπάθεια εφαρμογής της μνημονιακής υποχρέωσης για αξιολόγηση στο Δημόσιο. Σημειώνεται ότι οι λυσσαλέες αντιδράσεις των «αντιμνημονιακών» κομμάτων (στην αρχή η Νέα Δημοκρατία και στη συνέχεια ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ) , ως αντιπολίτευσης , είχαν αποθαρρύνει την εκάστοτε κυβέρνηση νε εφαρμόζει τους σχετικούς νόμους που ψηφίζονταν ασμένως τάχα στη Βουλή και, για το λόγο αυτό, είχαν προκαλέσει πολλάκις μάλιστα πολλάκις εμπλοκές κατά τους ελέγχους από τους εκπροσώπους των δανειστών που έρχονταν στην Αθήνα για να αξιολογήσουν την εφαρμογή των Μνημονίων.

Σε όλο αυτό το διάστημα (έως τον Αύγουστο του 2015) καταρτίζονταν νομοσχέδια επί νομοσχεδίων που ουδέποτε έφταναν στη Βουλή λόγω εκλογών, ανασχηματισμών και άλλων πολιτικών εξελίξεων, αλλά και όταν ψηφίζονταν έμεναν ανεργά ως νόμοι! Το «στρίβειν» είναι γνωστό για τη μη προώθηση μιας μεταρρύθμισης, η οποία άρχισε με το ΠΔ 318/1992 του θαρραλέου μεταρρυθμιστή Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά συνεχώς αναβαλλόταν ή συντριβόταν από εσοκομματικές και αντιπολιτευτικές αντιδράσεις: Διαβουλεύσεις επί διαβουλεύσεων των εκάστοτε υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης με συνδικαλιστικούς φορείς, τεχνικά κλιμάκια της τρόικας και λοιποί εμπλεκόμενοι, αποφάσεις που παρέμεναν απλώς αποτυπωμένες «στο χαρτί» ή στο «γόνατο»! Πλήθος δικαστικών προσφυγών και αποφάσεων. Αξιολόγηση στο Δημόσιο, που ζητήθηκε πολλάκις και ζητείται επιμόνως από την τρόικα και εξαγγέλθηκε ισάριθμες φορές από τους αρμόδιους κατά καιρούς υπουργούς, αλλά τα τελευταία χρόνια ουδέποτε υλοποιήθηκε, με αποτέλεσμα οι δημόσιοι υπάλληλοι να παραμένουν στη συντριπτική τους πλειονότητα «άριστοι» και επί του πρακτέου στο απυρόβλητο. Σημειώνεται ότι επί τρία χρόνια, έως τον Αύγουστο του 2015, αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή το νέο σύστημα αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία καταγράφεται ως όρος ή ως προαπαιτούμενο σε όλα τα Μνημόνια, χωρίς ωστόσο να έχει υλοποιηθεί.

Επί υπουργίας Αντώνη Μανιτάκη, όταν τέθηκε το ζήτημα απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων, η κατάρτιση ενός νέου συστήματος αξιολόγησης θεωρούνταν φάνταζε ως λύση για ένα «ξεσκαρτάρισμα» των απασχολούμενων στο Δημόσιο. Αμ δε! Μέχρι τότε, η αξιολόγηση υπήρχε αλλά στην πράξη ήταν ανενεργή, αφού στη συντριπτική τους πλειονότητα οι υπάλληλοι βαθμολογούνταν με άριστα. Τότε, ο Μανιτάκης, πιεζόμενος από τις προθεσμίες, «εφηύρε» μιαν αξιολόγηση μέσω … ερωτηματολογίων, η οποία απέτυχε παταγωδώς, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αναστείλει τη διαδικασία. Το νέο νομοσχέδιο ξεκίνησε να γράφεται, ωστόσο μεσολάβησε το… κλείσιμο της ΕΡΤ και η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση, με αποτέλεσμα ο κ. Μανιτάκης να αντικατασταθεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η εκκίνηση ενός νέου συστήματος αξιολόγησης αποτέλεσε προτεραιότητα για τον νέο υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, ο οποίος μάλιστα αντιμετώπισε έντονες αντιδράσεις και πολιτικές αντιξοότητες για τη θέσπισή του. Ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΟΛΜΕ, η ΠΟΕ – ΟΤΑ και η ΑΔΕΔΥ υπήρξαν πολέμιοί του, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι το νέο σύστημα αποτελεί «όχημα για απολύσεις». Ο Μητσοτάκης ήρθε σε αντιπαράθεση ακόμα και με τον τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Ευάγγελο Βενιζέλο, καθώς το ΠΑΣΟΚ αντιδρούσε έντονα στο θέμα της ποσόστωσης του 15% των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι θα βαθμολογούντο με χαμηλή βαθμολογία. Η κυβερνητική κρίση αποσοβήθηκε με μια τροπολογία «στρίβειν» στην οποία αναφερόταν ρητώς ότι η κακή βαθμολογία δεν θα είχε δυσμενείς επαγγελματικές ή οικονομικές συνέπειες ούτε θα οδηγούσε σε απόλυση. Μετά όμως ήρθαν η ΑΔΕΔΥ, η περιφερειάρχης Αττικής κυρία Δούρου, αλλά και οι δήμαρχοι που αρνούνταν να συνεργαστούν για την αξιολόγηση των απασχολουμένων στους Δήμους. Το θέμα, ως συνήθως στην Ελλάδα, έφτασε στη Δικαιοσύνη. Το Πρωτοδικείο αλλά και το Εφετείο απεφάνθησαν τότε ότι η αποχή που είχε κηρύξει η ΑΔΕΔΥ από τη διαδικασία της αξιολόγησης ήταν παράνομη, ενώ και το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την προσφυγή κατά των σχετικών υπουργικών αποφάσεων. Και σιγά τα λάχανα! Τελικά, το σχέδιο καταρτίστηκε, τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση και επρόκειτο να κατατεθεί στη Βουλή τον περασμένο Δεκέμβριο του 2014. Για άλλη μία φορά όμως παρέμεινε στο συρτάρι καθώς εξαγγέλθηκαν εκλογές.

Μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, τον Κυριάκο Μητσοτάκη διαδέχθηκε στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης ο Γιώργος Κατρούγκαλος, ο οποίος με τη σειρά του κατάρτισε ένα νέο νομοσχέδιο, απορρίπτοντας αυτό του προκατόχου του. Ούτε και τότε όμως αυτό έφτασε μέχρι τη Βουλή, καθώς μεσολάβησαν σφοδρότατες πολιτικές εξελίξεις, capital controls, και ένας ακόμη ανασχηματισμός, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση του κ. Κατρούγκαλου στο υπουργείο Εργασίας και τη διαδοχή του από τον Χριστόφορο Βερναρδάκη.

Η κατάρτιση, και κυρίως η εφαρμογή, ενός νέου συστήματος αξιολόγησης στο Δημόσιο, βρισκόταν και πάλι στα βασικά ζητούμενα της τρόικας. Μπορεί να μην αποτελούσε προαπαιτούμενο για την εκταμίευση της δόσης, ωστόσο υπέκειτο σε «σφικτά» χρονοδιαγράμματα, καθώς σύμφωνα με τα όσα αναφέρονταν στο Μνημόνιο, το νέο σύστημα θα πρέπει να είχε θεσμοθετηθεί μέχρι τον Νοέμβριο του 2015!!! Αμ δε! Επίσης, θα έπρεπε έπρεπε να είχε προηγηθεί σειρά άλλων νομοθετημάτων που θα αφορούσαν το νέο Μισθολόγιο, αλλά και το σύστημα επιλογής προϊσταμένων στο Δημόσιο, το οποίο επίσης αποτελούσε παγίως ζητούμενο των δανειστών, αλλά… χαιρέτα μας τον πλάτανο…

Τότε ο Βερναρδάκης, είχε προαναγγείλει ότι θα καταθέσει το σχετικό νομοσχέδιο εντός του Σεπτεμβρίου του 2015, αλλά έγιναν εκλογές… Και έτσι φτάσαμε στη σημερινή αρμόδια υπουργό Όλγα Γεροβασίλη με μόνη πρόοδο τις ακατάπαυστες έριδες γύρω από ποια πρόσωπα ή κόμματα ή κυβερνήσεις φταίνε για την πολύχρονη αυτή «φαγούρα» και αναξιοπιστία της χώρας μας.

Οι έριδες γύρω από την αξιολόγηση – «ρετσινιά»

Τέσσερις μήνες μετά την ψήφιση στη Βουλή τον Ιούνιο του 2014 του Νόμου 4275, για το νέο τρόπο επιλογής προϊσταμένων στο Δημόσιο, ύστερα από εκτεταμένη δημόσια διαβούλευση, επί υπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη, ο πρώην υπουργός Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Γιάννης Ραγκούσης, με ανάρτησή του στο Facebοοκ σχολίασε το νόμο, με σκληρό μάλιστα τρόπο. Τότε, το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης απάντησε στον Ραγκούση, με το ακόλουθο Δελτίο Τύπου:

«Η Βουλή των Ελλήνων, μετά από εκτεταμένη δημόσια διαβούλευση, ψήφισε τον περασμένο Ιούνιο, το Νόμο 4275/2014, για το νέο τρόπο επιλογής προϊσταμένων στο Δημόσιο. Ο Γιάννης Ραγκούσης ως πρώην υπουργός Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, προσεκλήθη προσωπικά από τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Κυριάκο Μητσοτάκη, να συμμετάσχει στη διαβούλευση καταθέτοντας τις απόψεις του. Ουδέποτε το έπραξε. Σήμερα, τέσσερις μήνες αργότερα, αποφάσισε να σχολιάσει στο Facebοοκ το νόμο, με σκαιότατο μάλιστα τρόπο.

Ο Νόμος 3839/2010 (νόμος Ραγκούση) για την επιλογή προϊσταμένων ψηφίστηκε το Μάρτιο του 2010 και ουδέποτε -με ευθύνη της τότε πολιτικής ηγεσίας- εφαρμόστηκε, παρά μόνο στις μεταβατικές του διατάξεις. Μέχρι και την ψήφιση του νέου νόμου, τον Ιούνιο του 2014, καμία πολιτική ηγεσία, και ιδίως αυτής του κ. Ραγκούση, δεν ξεκίνησε ούτε καν τις προπαρασκευαστικές ενέργειες για την πλήρη εφαρμογή του. Με το “νόμο Ραγκούση” οι φερόμενες ως “αξιοκρατικές” κρίσεις των προϊσταμένων έγιναν με απλή άθροιση αυθαίρετων μορίων, βάσει μεταβατικών διατάξεων. Θεωρούσε ο νόμος, στις μεταβατικές του διατάξεις, ότι ένας κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος είναι κατ’ ανάγκη καλύτερος από όλους τους άλλους για να διοικήσει, ανεξαρτήτως των πραγματικών προσόντων και της δυνατότητας να ασκεί αποτελεσματική διοίκηση.

Με το Νόμο 4275/2014 η κυβέρνηση εισήγαγε διαδικασίες επιλογής προϊσταμένων στο Δημόσιο που συνάδουν με τις ανάγκες της αναδιοργάνωσης των δομών και των νέων Οργανογραμμάτων που αποκτά η Δημόσια Διοίκηση μετά από 40 χρόνια. Η παρούσα πολιτική ηγεσία, όχι μόνο ψήφισε ένα νέο, σύγχρονο τρόπο επιλογής προϊσταμένων, ο οποίος προάγει την αξιοκρατία, αλλά άμεσα και σε μικρό χρονικό διάστημα ξεκίνησε την εφαρμογή του νόμου με βάσει τις πάγιες διατάξεις. Σε αντίθεση με τον κ. Ραγκούση που δεν είχε την πολιτική βούληση να προχωρήσει στην υλοποίηση του νόμου που ο ίδιος έφερε στη Βουλή.

Στο πλαίσιο αυτό, μέσα στις επόμενες ημέρες θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ η πρώτη προκήρυξη για την κάλυψη των θέσεων γενικών διευθυντών. Στο μεταξύ, και μέχρι να επιλεγούν με το νέο σύστημα όλοι οι νέοι γενικοί διευθυντές, διευθυντές και τμηματάρχες, παραμένουν μεταβατικά στις θέσεις ευθύνης όσοι τις κατείχαν. Μόνο στις περιπτώσεις όπου οι θέσεις ευθύνης μειώνονται, κάποιοι απομακρύνονται, με αιτιολογημένη απόφαση του αρμοδίου Υπουργού.

Το παράδειγμα στο οποίο αναφέρεται ο κ. Ραγκούσης και το οποίο χαρακτηρίζει “πολιτικό κακούργημα σε βάρος του τόπου”, αναφέρεται στην αιτιολογημένη μεταβατική απομάκρυνση ενός γενικού διευθυντή! Ας σημειωθεί ότι ο συγκεκριμένος μπορεί, συμμετέχοντας στο νέο σύστημα αξιολόγησης, να επιλεγεί ως γενικός διευθυντής, σε μερικούς μήνες.

Η λογική και το ύφος του κ. Ραγκούση εκφράζουν την παρωχημένη νοοτροπία της επετηρίδας στη διοίκηση του κράτους. Εμείς απέναντι στην επετηρίδα των μορίων αντιπαρατάσσουμε ένα νέο, σύγχρονο σύστημα αξιολόγησης που προάγει την αξιοκρατία.

Η ταχύτατη εφαρμογή του Νόμου 4275/2014, που ενσωματώνει τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές στην ελληνική πραγματικότητα, αποτελεί σαφές δείγμα της αντίληψης για ένα νέο Δημόσιο και αποδεικνύει το ποιοι βαδίζουν στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων και ποιοι απλώς τις επικαλούνται επιφανειακά.

Και κάτι τελευταίο. Από τους πρωτεργάτες του “λεφτά υπάρχουν”, οποιαδήποτε αναφορά σε “πολιτικά κακουργήματα” μόνο γέλιο μπορεί να προκαλέσει».

Η ανταπάντηση Ραγκούση έχει ως εξής: «Σημασία δεν έχουν τα ψέματα του κ. Μητσοτάκη για το τι συνέβη στον αγώνα για την καθιέρωση της αξιοκρατίας στο δημόσιο, ούτε η ανύπαρκτη πολιτική του ευθιξία που αν την διέθετε θα έπρεπε να τον έχει οδηγήσει σε παραίτηση. Σημασία έχει η ομολογία και παραδοχή του πως πράγματι είναι αυτός που έπαψε τους πρώτους, στην ιστορία του ελληνικού κράτους, αξιοκρατικά επιλεγμένους προϊσταμένους για να τους αντικαταστήσει με τους κομματικά αρεστούς. Σημασία έχει το γεγονός οτι ο κ.Μητσοτάκης γυρίζει το κράτος στις πρακτικές της σκοτεινής πλευράς της μεταπολίτευσης που μας χρεοκόπησε. Το πολιτικό αυτό στίγμα θα τον συνοδεύει για πάντα».

Αλλά, ο δύσμοιρος αυτός νόμος, όπως και όλοι σχεδόν οι νόμοι στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, προκάλεσε την αντίδραση και των αποφοίτων της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, οι οποίο σε σχετική ανακοίνωσή τους, ανέφεραν τότε τα ακόλουθα:

«Πίσω ολοταχώς: Το κομματικό κράτος κάνει ρεσάλτο στη Δημόσια Διοίκηση. Ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης αμύνεται της αξιοκρατίας στη θεωρία καταργώντας την στην πράξη. Έχει φροντίσει, βέβαια, να περιβάλλει την απροσχημάτιστη παρέμβασή του στην διοικητική ιεραρχία με τον μανδύα της νομιμότητας, χάρη σε μια μεταβατική «διάταξη» κρυμμένη κάτω από το μανδύα μιας ακόμα “αριστοτεχνικής έμπνευσης μεταρρύθμισης”.

Όταν εν μέσω θέρους κατατέθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου για το νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων, οι Απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, είχαν εγκαίρως και με σαφήνεια επισημάνει τις συνέπειες της πρότασης για τη λειτουργία του πολύπαθου ελληνικού δημοσίου. (βλ. Δελτίο Τύπου από 9-7-2014). Παρά την έντονη κριτική, η “μεταρρύθμιση” προχώρησε με την ψήφιση του Νόμου 4275/2014. Σήμερα, ήρθε η ώρα της “υπερβατικής μεταρρύθμισης” που λοξοκοιτά την λαμπρή παράδοση της οθωμανικής αυτοκρατορίας δημιουργώντας σύγχρονα βιλαέτια σε ολόκληρη την ελληνική διοικητική επικράτεια. Με πρόσχημα την έναρξη ισχύος των νέων οργανογραμμάτων των υπουργείων, λήγουν οι θητείες όλων των προϊσταμένων κάθε ιεραρχικού επιπέδου (Τμήματος, Διεύθυνσης και Γενικής Διεύθυνσης) και ορίζονται νέοι αποκλειστικά και μόνο με απόφαση του οικείου Υπουργού.

Την αρχή έκανε ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος επέλεξε να μην τοποθετήσει σε θέση Γενικού Διευθυντή τον μόνο εν υπηρεσία Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου που τοποθετήθηκε στη θέση αυτή μετά από κρίση του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙΣΕΠ). Τι κι αν ο νόμος, που ο ίδιος ο Υπουργός εισηγήθηκε, προέβλεπε την προτεραιότητα εκείνων των προϊσταμένων που είχαν τοποθετηθεί έπειτα από κρίση του ΕΙΣΕΠ; Συμπτωματικά ή μη, ο εν λόγω προϊστάμενος, ήταν ο μόνος ο οποίος είχε εκφράσει την αντίθεσή του στην εισαγωγή ποσοστώσεων στην αξιολόγηση.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι κάτω από το εκσυγχρονιστικό περίβλημα, επιχειρείται η εμπέδωση μιας σχέσης άμεσης εξάρτησης της διοικητικής ιεραρχίας από την πολιτική ηγεσία, που θέτει εν αμφιβόλω την κατεύθυνση των υλοποιούμενων μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων με πρώτη εξ αυτών την αξιολόγηση του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία θα διεκπεραιωθεί από προϊσταμένους που αναδεικνύονται από παρόμοιες μεθοδεύσεις. Όσο για τις πάγιες διατάξεις και την πλήρη εφαρμογή του Νόμου αρκεί μόνο να αναφερθεί ότι αυτές προϋποθέτουν την έκδοση δεκατριών (13) δευτερογενών ρυθμίσεων και την σύσταση τριάντα (30) επιτροπών.

Εν κατακλείδι, Τί χρείαν έχομεν εις την πόλιν ταύτην, αξιοκρατικά επελεγμένων και αρτίως καταρτισμένων στελεχών; Άραγε, η πολιτική ηγεσία δεν γνωρίζει να επιλέγει τους καλύτερους για εμάς; Ίσως γι αυτό, εμφυτεύτηκε άλλη μια “μεταρρυθμιστική” διάταξη στο έτερο “θερινό” νομοσχέδιο του ΥΔΜΗΔ, με την οποία επιχειρείται να απαξιωθεί πλήρως ο εισαγωγικός διαγωνισμός της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης.

Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, έχοντας πλήρη αίσθηση της αποστολής και της ευθύνης τους σε αυτή την συγκυρία και παραμένοντας απόλυτα προσηλωμένοι στην προάσπιση των αρχών της νομιμότητας και του δημοσίου συμφέροντος:

  • Καταδικάζουν όλες τις προσπάθειες αποδόμησης μιας διοίκησης, η οποία πρέπει επιτέλους να αποτελέσει το θεσμικό αντίβαρο σε ανάλογες “εμπνεύσεις”.
  • Υποστηρίζουν την αξιοκρατική και πολιτικά αμερόληπτη τοποθέτηση προϊσταμένων, ασκώντας κάθε ενδεδειγμένο και πρόσφορο διοικητικό και ένδικο μέσο».

Λυσσαλέες αντιδράσεις στη μεταρρύθμιση Κυριάκου Μητσοτάκη το 2014

Στις 18 Ιουλίου 2014 έληγε η παράταση που είχε δώσει ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κυριάκος Μητσοτάκης σε 105 γενικούς διευθυντές και 325 δημάρχους, απειλώντας με πειθαρχικές διώξεις όσους δεν θα συμμορφώνονταν με το Νόμο! Κι έγινε πάλι χαλασμός με την εμμονή του υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης τόσο σε ότι αφορά τις απολύσεις, όσο και στα θέματα με την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που έπρεπε να αξιολογηθούν ανέρχονταν περίπου σε 300.000 (επί συνόλου περίπου 650.000), αφού ο νόμος προβλέπει την αξιολόγηση μόνο του πολιτικού προσωπικού και όχι των ενστόλων, των γιατρών – νοσηλευτών και των εκπαιδευτικών.

Την ίδια ώρα, η ΑΔΕΔΥ και “κλαδικές” ομοσπονδίες (πχ των εφοριακών) και οι κατά τόπους σύλλογοι συνέχιζαν να συλλέγουν ασυμπλήρωτα τα φύλλα αυτο-αξιολόγησης που είχαν διανεμηθεί σε όλο το πολιτικό προσωπικό του Δημοσίου από τις διευθύνσεις τους. Η αυτο-αξιολόγηση των υπαλλήλων έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί στις 15 Ιουλίου 2014 Ωστόσο, στις 29 Ιουλίου, αναμενόταν η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας να αποφασίσει για την αναστολή ή μη της διαδικασίας της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων μέχρι την τελική εκδίκαση της προσφυγής της ΑΔΕΔΥ για οριστική ακύρωση της (10 Οκτωβρίου 2014).

Η ΠΟΕ-ΟΤΑ σε ανακοίνωσή της παρέθετε τότε τα επιχειρήματα κατά της προωθούμενης αξιολόγησης με ποσοστώσεις του Νόμου 4250, επισημαίνοντας τα ακόλουθα:

Οι διατάξεις του Ν.4250/2014 που αφορούν στην τροποποίηση του Π.Δ. 318/1992 και εισάγουν την «αξιολόγηση» με ποσοστώσεις υποχρεωτικού χαρακτήρα, δεν πρέπει να εφαρμοστούν από κανένα Δημόσιο Υπάλληλο γιατί:

  1. Γιατί δεν επιλύουν κανένα υπαρκτό πρόβλημα, αφού τα όσα λέγονται για τα υποτιθέμενα «άριστα», αφενός δεν αποδείχτηκαν ποτέ από κανέναν (ο Υπουργός δεν έδωσε κανένα στοιχείο στη Βουλή…) και αφετέρου και να ισχύουν, δημιουργούν ασήμαντη επιβάρυνση σε ένα σύστημα με πολλά και σημαντικότερα προβλήματα… Τα μείζονα προβλήματα που υπάρχουν και τα οποία ούτε καν συζητούνται είναι: 1. Ότι δεν υπάρχουν στόχοι και 2. Ότι δεν μετριέται σχεδόν τίποτα…
  2. Γιατί συνιστά μια επιλογή αυταρχικού-βαλκανικού τύπου και όχι μια ορθολογική επιλογή. Αντί να διορθωθούν τα πραγματικά προβλήματα, έρχεται η εξουσία και επιβάλλει (με την απειλή πειθαρχικής δίωξης) μια αναγκαστική συμπεριφορά είτε αυτή είναι δίκαιη είτε άδικη. Θα γίνει όχι επειδή είναι σωστό αλλά επειδή το διατάζει/επιβάλλει η εξουσία…
  3. Γιατί αν εφαρμοστούν θα δημιουργηθούν πολύ χειρότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι έρχονται να επιλύσουν, δηλητηριάζοντας τις σχέσεις μεταξύ των υπαλλήλων και υποδαυλίζοντας τον ανταγωνισμό αντί της συνεργασίας…
  4. Γιατί σε καμία Δημόσια Διοίκηση αναπτυγμένου κράτους δεν εφαρμόζεται αυτό το σύστημα, αλλά αντίθετα, οι υπάλληλοι αξιολογούνται με βάση επαρκή στοιχεία, γνωστά εκ των προτέρων κριτήρια και από αξιόπιστους αξιολογητές.
  5. Γιατί αυτό το σύστημα, εφαρμόζεται μόνο στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος λειτουργεί με άλλα δεδομένα και άλλα κριτήρια, ενώ επιδιώκει άλλους σκοπούς από τη Δημόσια Διοίκηση. Το πλέον πρόσφατο παράδειγμα είναι το Βρετανικό BBC, όπου έγινε προσπάθεια εφαρμογής του συστήματος μόλις αυτό ιδιωτικοποιήθηκε αλλά δεν πέτυχε, γιατί οι εργαζόμενοι απέργησαν επί μια εβδομάδα και η διοίκηση το πήρε πίσω…
  6. Γιατί όλα τα βιβλία που αφορούν στη διοίκηση και αξιολόγηση του προσωπικού, περιγράφουν το σύστημα αυτό ως άδικο και προβληματικό, με τάση εγκατάλειψής του ακόμα και από τις ιδιωτικές εταιρίες… Συγκεκριμένα:

-Βιβλίο Παρασκευής Χατζηπαντελή (ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ, εκδόσεις Μεταίχμιο 1999) «Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι οι ικανότητες κατανέμονται κανονικά σε έναν τυχαίο πληθυσμό (υπόθεσης αμφίβολης εγκυρότητας)… το σύστημα έχει το μειονέκτημα ότι συχνά αδικεί τους υπαλλήλους».

-Βιβλίο Ευγενίας Μπιτσάνη (ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΟΡΩΝ, εκδόσεις Διόνικος 2004) «…να επισημάνουμε ότι το κριτήριο αυτό (να πλησιάζει η κατανομή των αξιολογήσεων την κλίμακα Γκάους) δεν μπορεί να θεωρείται απόλυτο. Δεν είναι υποχρεωτικό το 15% των υπαλλήλων να αξιολογείται μέτριο ή ανεπαρκές».

Μάλιστα, το βιβλίο του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ (ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ και ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ) λέει ότι η αξιολόγηση γίνεται πάντα «σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί».

  1. Γιατί όλα τα κριτήρια που υπάρχουν είναι ασαφή και δεν μπορούν να μετρηθούν. Το χειρότερο όμως είναι, ότι γενικά, δεν γίνονται μετρήσεις…
  2. Γιατί οι διορισμένοι με κυβερνητική εύνοια Προϊστάμενοι-κριτές είναι παντελώς αναξιόπιστοι…
  3. Γιατί το σύστημα αυτό, της συγκριτικής ή δυναμικής αξιολόγησης, απαιτεί μεγάλους αριθμούς για να εφαρμοστεί (άνω των 500 ατόμων) και δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε Δήμους που έχουν μερικές δεκάδες υπαλλήλων…
  4. Γιατί παρά τις πολιτικές εξαγγελίες είναι σε όλους φανερό ότι με την εφαρμογή τους θα δημιουργηθούν δεξαμενές υπαλλήλων, από όπου εύκολα και ανώδυνα για την πολιτική ηγεσία (χωρίς ελπίδες δικαστικής δικαίωσης) θα διοχετεύονται υπάλληλοι προς την έξοδο… Η κα Χριστοφιλοπούλου το έχει ήδη πει: Γιατί να μένει στη Δημόσιο ένας ανεπαρκής υπάλληλος;

Σημείωση δική μας: Στο σημείο αυτό κρύβεται όλο το πολιτικό και οικονομικό δράμα της Ελλάδος. Δηλαδή, πρέπει να μείνει στο Δημόσιο ένας ανεπαρκής δημόσιος υπάλληλος, σύμφωνα με τους δημοσιοϋπαλληλικούς συνδικαλιστές…

Οι σημερινές έριδες γύρω από την αξιολόγηση – φάντασμα

Υπενθυμίζουμε όλα αυτά τα αηδιαστικά και προκλητικά, διότι τώρα επιτίθεται, δικαιολογημένα, η Νέα Δημοκρατία κατά της «αριστεροδεξιάς» κυβέρνησης για την αποτυχία της, όπως επισημαίνει σε σχετική ανακοίνωση, να εφαρμόσει την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Συγκεκριμένα, αναφέρει τα ακόλουθα:

“Οι προθεσμίες, που οι ίδιοι έβαλαν, έχουν παρέλθει και αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων δεν έγινε. Η Κυβέρνηση σκόνταψε στις αντιλήψεις που εξέφραζε, απέτυχε παταγωδώς και, τώρα, πελαγοδρομεί χωρίς να ξέρει τι πρόκειται να κάνει. Η Νέα Δημοκρατία έχει ξεκάθαρες θέσεις. Από τη θέση του υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, ο Πρόεδρός της κ. Κυριάκος Μητσοτάκης είχε καταθέσει συγκεκριμένη μεταρρυθμιστική πρόταση για πάγιο σύστημα αξιολόγησης που περιελάμβανε: Σύνδεση της αξιολόγησης με συγκεκριμένα και συμφωνημένα παραδοτέα, αυτοαξιολόγηση του υπαλλήλου, μόνιμο μηχανισμός κινητικότητας, επιβράβευση των καλύτερων με ταχύτερη μισθολογική και βαθμολογική προαγωγή, θεσμοθέτηση ατομικού πλάνου ανάπτυξης των αδύναμων υπαλλήλων με έμφαση στην επιμόρφωση.

Παράλληλα, η πρόταση αυτή θα αποτελέσει και τη βάση της πολιτικής που θα ακολουθήσει η αυριανή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν μπορεί να ολοκληρώσει ούτε καν αυτά που η ίδια τώρα εξαγγέλλει. Δε μπορεί και δεν θέλει να προωθήσει καμιά μεταρρύθμιση, που βελτιώνει το Κράτος και υπηρετεί ολόκληρη την κοινωνία”.

Και το σημερινό υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης απάντησε με ανακοίνωσή του υπό τον τίτλο «Ο νέος εφιάλτης Μητσοτάκη στη Δημόσια Διοίκηση θα μείνει όνειρο θερινής νυκτός”, ως εξής:

«Ο ελληνικός λαός θυμάται την απαξίωση της Δημόσιας Διοίκησης επί υπουργίας Κυρ. Μητσοτάκη.Η Δημόσια Διοίκηση θα αναβαθμιστεί και η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων θα γίνει πράξη, μετά φυσικά και την απολύτως αναγκαία διορθωτική θεσμοθέτηση κανόνων αξιοκρατίας, δικαίου και διαφάνειας. Ξεκάθαρες θέσεις της ΝΔ για την αξιολόγηση των Δημοσίων Υπαλλήλων, είναι αυτές που έκανε πράξη ο σημερινός Πρόεδρος της κ. Κυριάκος Μητσοτάκης ως υπουργός των απολύσεων της συγκυβέρνησης ΝΔ –ΠΑΣΟΚ. Χαιρόμαστε, που παρά τις προσπάθειες αναβάπτισής του σε “μεταρρυθμιστή”, ο κ. Μητσοτάκης με παρρησία ομολογεί ότι θα επαναλάβει το ίδιο “μεταρρυθμιστικό” του έργο, δηλαδή τις τυφλές απολύσεις, την καρατόμηση δημοσίων υπαλλήλων με υψηλά τυπικά προσόντα, τη διαθεσιμότητα και τόσα άλλα, με μοναδικό γνώμονα την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους και την απαξίωση της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης και του ανθρώπινου δυναμικού της” προσθέτει στην ανακοίνωσή του το υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης.

Οι πιο σιχαμερές λέξεις στην ελληνική μακάρια Δημόσια διοίκηση

Και φτάσαμε στον Σεπτέμβριο του 2017, όταν η σημερινή αρμόδια υπουργός Όλγα Γεροβασίλη προώθησε νομοθετική ρύθμιση για να «ξεπαγώσει» η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, όπως με αφοπλιστική ειλικρίνεια παραδέχθηκε μιλώντας την 1η Σεπτεμβρίου 2017 σε ραδιοφωνικό σταθμό. Δηλαδή, φιλοδοξεί να «ξεπαγώσει» μία μεταρρύθμιση, την οποία η ίδια, το κόμμα της, τα άλλα κόμματα και οι δημόσιοι υπάλληλοι την «πάγωσαν» επί χρόνια, παρουσιάζοντας τη διαδικασία αυτή ως μορμολύκειο για διαθεσιμότητες και απολύσεις, οι οποίες, μαζί με την αξιολόγηση, την παραγωγικότητα, την κινητικότητα και την αποδοτικότητα είναι οι πιο σιχαμερές λέξεις στην ελληνική «Σοβιετία».

Όλα αυτά μού θύμισαν μιαν ανακοίνωση που έκανε τον Απρίλιο του 1997 ο τότε υφυπουργός Οικονομικών Νίκος Χριστοδουλάκης σχετικά με την εισαγωγή του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος στους επιχορηγούμενους δημόσιους οργανισμούς για τη σωστή παρακολούθηση των οικονομικών συναλλαγών. «Με το διπλογραφικό σύστημα θα είναι δυνατή η καταγραφή της περιουσιακής κατάστασης, η ανάπτυξη διαχειριστικών διαδικασιών, η παροχή πληροφόρησης στη διοίκηση σχετικά με την παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα των οργανισμών», τόνιζε τότε ο Χριστοδουλάκης.

Κι έγινε πάλι χαλασμός ή δεν εφαρμόσθηκε ποτέ τέτοιο σωτήριο λογιστικό σύστημα, διότι θα έδινε «πληροφόρηση για παραγωγικότητα και αποδοτικότητα», για δύο «ξορκισμένες» και «σιχαμερές» λέξεις στον ελληνικό δημόσιο τομέα …

Η «αποθέωση» της παραγωγικότητας στο δημόσιο τομέα σε … σάτιρα!

Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με ένα σπαρταριστό «ντοκουμέντο» για την «αποθέωση» της παραγωγικότητας και αποδοτικότητας στον ελληνικό δημόσιο τομέα, το οποίο δημοσιεύθηκε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» (8 Νοεμβρίου 1990). Στο βιβλίο του Παναγιώτη Παπαδούκα «Εθνικόν Απόρρητον» δημοσιεύθηκε το ακόλουθο σατιρικό ποίημα υπό τον τίτλο «Γραφείον Δημοσίας Υπηρεσίας εις ώρας εργασίας»:

«Ο Αλέκος έχει ανάψει τσιγαράκι./ Ο Χαρίλαος γλεντάει το καφεδάκι./ η Λιλή φυλλομετράει τη «Γυναίκα»./ ο Κωστής δεν ήρθε ακόμα κι είναι δέκα!

Ο Θρασύβουλος διαβάζει εφημερίδα./ Η Κική ψιλοχτενίζει μια κοτσίδα.? Ο Σταμάτης βασανίζει το μυαλό του,/ να συντάξει το δελτίο του Προ-Πό του.

Ο Κυριάκος συζητεί με τον Αντώνη./Το σταυρόλεξο ο Δημήτρης συμπληρώνει./ Η Μιμή χαμογελάει στο Βασίλη/ κι η Φωφώ τηλεφωνάει σε κάποια φίλη.

Ο Μηνάς γράμμα δικό του κάπου γράφει./ Η Σωσώ με προσοχή τα νύχια βάφει./Η Ζωζώ στο καθρεφτάκι της κοιτάζει/ κι ο Μιχάλης στο παράθυρο ρεμβάζει.

Ο Γρηγόρης ένα σάντουϊτς μασάει./ Ο Γιωργής τι μέρα έχουμε ρωτάει./ Ο Γιαννάκης χασμουριέται – και παρέκει/ένα μάλλινο καινούργιο η Λέλα πλέκει.

Μια εικόνα όλο δράση και ουσία. /Με δυό λόγια: Δημοσία Υπηρεσία./ Υ.Η – Και για όσους έχουν ίσως απορίες:/Μερικοί λαμβάνουν και υπερωρίες!

Γεννημένοι Χρεοκοπημένοι

Το βιβλίο «Λαϊκισμός. Μια συνοπτική εισαγωγή», των Κας Μουντ και Κρίστομπαλ Ροβίρα Καλτβάσερ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Eπίκεντρο σε επιμέλεια Πέτρου Παπασαραντόπουλου και μετάφραση Ελένης Κοτσυφού, κομίζει, στην κυριολεξία, «γλαύκα στην Αθήνα». Και  αυτό, διότι ο λαϊκισμός ήταν πεδίο δραστηριότητας στην Ελλάδα ήδη από τον 19ο αιώνα, όταν άρχισε, κορυφώθηκε και συνεχίζεται ο δικομματισμός και ο μακροοικονομικός λαϊκισμός, όπως έχω επισημάνει σε όλα τα βιβλία μου.

Όπως, λοιπόν, έχω γράψει στις 6 Φεβρουαρίου του 1885, στην Αθήνα ξετυλίχθηκαν σκηνές που σε όλες τις επόμενες δεκαετίες έως σήμερα επαναλαμβάνονται μετά την πτώση κάθε κυβέρνησης δικομματισμού και ανάδειξη του άλλου κόμματος στην εξουσία, δηλαδή χοροί, τραγούδια, συγκεντρώσεις και αλαλαγμοί των νικητών κομματικών οπαδών.

Η Αθήνα τότε μετατράπηκε σε «Μενίδι πανηγυρίζον και μεθύσκον». Πίπιζες, νταούλια, χάλαζα πυροβολισμών, αλαλαγμοί χαράς, έξαλλοι πανηγυρισμοί στους δρόμους.

Γράφει ο Δημήτρης Στεργίου

Τι είχε συμβεί; Η κυβέρνηση Τρικούπη μόλις είχε ανατραπεί στη Βουλή με ψήφους 108 έναντι 104. Έτσι, ο αντιτρικουπισμός, υπό την ηγεσία του Θ. Δηλιγιάννη, έκανε την πρώτη σημαντική εμφάνιση στο δημόσιο βίο της χώρας. Δύο χρόνια νωρίτερα, στις 3 Ιουλίου του 1883, είχε αρχίσει δικομματισμός, ενώ σήμερα πολιτικοί σχολιαστές και αναλυτές διαβλέπουν, ύστερα από 130 περίπου χρόνια, το τέλος του πολιτικού αυτού φαινομένου που επισώρευσε πολλά δεινά στη χώρα μας.

Ο πρώτος δικομματισμός άρχισε το 1883, όταν, μετά την ουσιαστική μεταβολή του λαϊκού φρονήματος στις δημοτικές εκλογές της 3ης Ιουλίου, το σύνολο σχεδόν των αντιφρονούντων προς τον Τρικούπη συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Ο πρώτος αυτός δικομματισμός κράτησε 15 χρόνια, με τη σύγκρουση του «Νεωτερικού» κόμματος (Τρικούπης) και του «Εθνικού» κόμματος (Δηλιγιάννης), όπως ονομάζονταν. Ο τελευταίος ελληνικός δικομματισμός άρχισε ουσιαστικά μετά τη μεταπολίτευση και διαρκεί σχεδόν έως σήμερα με τη σύγκρουση του «φιλελεύθερου» κόμματος και του «σοσιαλιστικού».

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη σύγκριση του πρώτου και του σημερινού δικομματισμού είναι ότι έχει κοινά χαρακτηριστικά και επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται κυρίως ως τραγωδία:

Πρώτον, οι έντονες πολιτικές συγκρούσεις και στους δύο δικομματισμούς δεν συνοδεύτηκαν από ήρεμες και «πολιτισμένες» μορφές.

Δεύτερον, ο δικομματισμός δεν ήταν πανάκεια για όλες τις δυσλειτουργίες του κοινοβουλευτισμού, της κοινωνίας και της οικονομίας.

Τρίτον, οι εξωτερικές και οικονομικές περιπέτειες που προκλήθηκαν από την εναλλαγή στην εξουσία των δύο κομμάτων οδήγησαν ένα μέρος της κοινής γνώμης σε απογοήτευση προς την κυβερνητική πολιτική και των δύο κομμάτων, η οποία εκδηλωνόταν με «μαύρη» ψήφο στο εκάστοτε κυβερνών κόμμα.

Τέταρτον, για όλη αυτή τη λαϊκή δυσαρέσκεια δεν ευθύνεται καθ΄ ολοκληρίαν ο δικομματισμός, αλλά οι αντιδράσεις του εκάστοτε άλλου πόλου του δικομματισμού, δηλαδή της εκάστοτε αντιπολίτευσης σε κάθε μεταρρυθμιστική και άλλη προσπάθεια που θα ωφελούσαν τη χώρα, την κοινωνία και την οικονομία.

Πέμπτον, το εκάστοτε κυβερνών κόμμα θεωρούσε «λάφυρο» το κράτος με την ανάληψη της εξουσίας!

«Θέσεις» και «προγράμματα» του δικομματισμού

Για του λόγου το αληθές, παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα «θέσεων» και «προγραμμάτων»των δύο κομμάτων κατά την περίοδο 1880 – 1895, και είμαι σίγουρος ότι θα βρείτε μόνο ομοιότητες και στους δύο δικομματισμούς, δηλαδή τον πρώτο και το σημερινό δικομματικό λαϊκισμό:

  • Για τον Τρικούπη «νεωτερισμός» ήταν η διάκριση των εξουσιών και η ανάπτυξη της ιδιωτικής οικονομίας μέχρι την αυτονόμησή της. Για τους αντιπάλους του, «εθνική» ήταν αυτή καθαυτή η ανάπτυξη του ανάμικτου «κρατικο-κοινωνικού» συγκροτήματος μέσα στο οποίο έδρευαν αναπόσπαστα και τα ιδιωτικά συμφέροντα. Έτσι, ο αγώνας μεταξύ των δύο παρατάξεων αναφερόταν πρώτιστα στη χρήση της κρατικής μηχανής.
  • Από τα δύο πολιτικά προγράμματα, του Τρικούπη ήταν περισσότερο εντοπισμένο κοινωνικά: εξυπηρέτηση του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου στην πορεία για την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό των κοινωνικών σχέσεων. Οι επιδιώξεις του Δηλιγιάννη ήταν λιγότερο χρωματισμένες ταξικά, πράγμα που επέτρεπε τη συνύπαρξη στον ίδιο χώρο «όλων των δυσαρεστημένων, από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά».
  • Ο Τρικούπης κατηγορήθηκε ως «πλουτοκράτης», ενώ οι αντίπαλοί του ως «αρχομανείς». Στην ολιγαρχία του πλούτου αντιτάχθηκε η ολιγαρχία της πολιτικής ζωής. Η πρώτη χειραγωγήθηκε από τους κεφαλαιούχους, ενώ η δεύτερη από το πνεύμα του μικροαστισμού και του λαϊκισμού.
  • Το κράτος για τον Τρικούπη ήταν εργαλείο για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ για τον Δηλιγιάννη ήταν αντικειμενικός στόχος. Ο Τρικούπης απέβλεπε στο να χρησιμοποιήσει το κράτος, ενώ ο Δηλιγιάννης στο να το κατακτήσει. Έτσι, ο παρεμβατισμός στην κοινωνική και οικονομική ζωή ήταν επιδίωξη παροδική για τον ένα, μονιμότερη για τον άλλο.
  • Ο Τρικούπης εξέφραζε όχι μόνο την προσπάθεια για αυτονόμηση του επιχειρηματικού πεδίου από το κράτος, αλλά και την υπαγωγή του τελευταίου στην προοπτική ανάπτυξης του ιδιωτικού κεφαλαίου. Ο αντιτρικουπισμός προσπάθησε να αποτρέψει τον επιδιωκόμενο από τον Τρικούπη έλεγχο του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά δεν ήταν εναντίον του κεφαλαίου. Ήθελε απλώς να το θέσει υπό τον έλεγχο της κρατικής μηχανής. Στιγμάτιζε με υστερικό πάθος την κερδοσκοπία, το χρηματιστήριο, το χρηματικό κεφάλαιο, το χρηματικό πλούτο, την τοκογλυφία, την τραπεζική παντοδυναμία. Ήταν όμως υπέρ των παραγωγικών επενδύσεων μέσα από έναν κατάλληλο κυβερνητικό προσανατολισμό.
  • Ο Τρικούπης επεδίωκε την ενίσχυση της οικονομίας και την αποδυνάμωση της πολιτικής εξουσίας, ενώ ο Δηλιγιάννης το ακριβώς αντίθετο: ισχυρή πολιτική εξουσία που να ελέγχει την οικονομία. Ο Θ. Δηλιγιάννης ξιφουλκούσε κατά της πλουτοκρατίας, κατά του χρηματικού και χρηματιστικού κεφαλαίου, υποσχόταν ένα συνδυασμό της οικονομικής προόδου με την κοινωνική δικαιοσύνη και, κυρίως, επιζητούσε να ενισχύσει τη δύναμη του κράτους.
  • Ο Τρικούπης προέταξε την οικονομική ανόρθωση στην εθνική ολοκλήρωση, με άξονα την προσέλκυση κεφαλαίων από το εξωτερικό. Ο Δηλιγιάννης αναποδογύρισε τις προτεραιότητες του Τρικούπη και προέταξε το εθνικό πρόβλημα. Η πολιτική του στηρίχθηκε στα μικροαστικά στρώματα της κομματικής και διοικητικής γραφειοκρατίας, τα οποία δεν αντιστέκονταν σθεναρά στην εισβολή του ιδιωτικού κεφαλαίου, αλλά θέλησαν να εκμεταλλευθούν την παρουσία του για δικό τους όφελος.
  • Συνήθης ήταν και η τακτική της κωλυσιεργίας κατά την οποία βουλευτές μιλούσαν στη Βουλή επί ατελεύτητες ώρες για οποιοδήποτε θέμα. Ιστορική έμεινε η πολύωρη αγόρευση του βουλευτή Αρκαδίας Κατσικόπουλου για την έννοια της λέξης «μπουρμπουλήθρα»!
  • Συνήθης πάλι ήταν και η τακτική της αποχώρησης βουλευτών και κομμάτων κατά τη συζήτηση κρίσιμων «αντιδημοκρατικών» νομοσχεδίων στη Βουλή. Από τον Απρίλιο μάλιστα του 1884 ο Δηλιγιάννης άλλαξε επίτηδες τακτική για να ψηφίζονται τα «αντιδημοκρατικά» αυτά νομοσχέδια και αντί της προηγούμενης βαθμιαίας αποχώρησης βουλευτών από τη Βουλή «εγκαινίασε» την τακτική της αποχώρησης του κόμματός του με το ίδιο σχεδόν αιτιολογικό που επικαλούνταν και κατά τη διάρκεια του σημερινού δικομματισμού, δηλαδή «ίνα μη μένη μάρτυς τρόπου ατασθάλου, ασέμνου και θρασείας διακωμώδησης των θεσμών»! Έτσι, σε ένα κοινοβούλιο που μόλις μετά βίας έφτανε στην απαρτία, δεκάδες νομοσχέδια ψηφίζονταν καθημερινά σχεδόν χωρίς καμιά συζήτηση και κοινοβουλευτικό έλεγχο. Από τη μια μεριά η κυβέρνηση συμπλήρωνε το φορολογικό και οικονομικό του νομοθετικό πρόγραμμα και από την άλλη η αντιπολίτευση επιδιδόταν σε λυσσαλέες επιθέσεις έξω από το κοινοβούλιο, ενώ οι διαμαρτυρίες, οι διαδηλώσεις και τα συλλαλητήρια πλήθαιναν.
  • Συνήθης ήταν, ακόμη, η τακτική, κυρίως του Δηλιγιάννη, να ανατρέπει, μόλις ανέβαινε στην εξουσία, κάθε μέτρο που είχε πάρει η κυβέρνηση Τρικούπη. Ο Τρικούπης, για παράδειγμα, είχε κλείσει το δρόμο στους στρατιωτικούς για την πολιτική και τους είχε απαγορεύσει να πολιτευθούν με το νόμο ΑΤΠΘ του 1886. Το νόμο αυτό ανέτρεψε ο Δηλιγιάννης το 1891. Επίσης, ο Δηλιγιάννης ακύρωσε την «αρχή της μονιμότητας» των δημόσιων υπαλλήλων του Τρικούπη επαναφέροντας τη χαώδη κατάσταση στο χώρο της δημοσιοϋπαλληλίας. Επίσης, ο Δηλιγιάννης κατάργησε το 1884 τη μεταρρύθμιση του Τρικούπη, με την οποία μειώθηκε ο αριθμός των βουλευτών από 240 σε 150.!
  • Η πτώση κάθε κυβέρνησης του δικομματισμού συνοδεύεται από χορούς, τραγούδια, συγκεντρώσεις και αλαλαγμούς των οπαδών του αντιπάλου κόμματος.

 Τα αποτελέσματα

Εκπληκτική είναι και η διαπίστωση ότι, πέρα από τα κοινά αυτά χαρακτηριστικά, κοινά είναι και τα (δυσμενή κυρίως) αποτελέσματα του δικομματισμού στη χώρα μας. Απαριθμούμε, ενδεικτικά, μερικά από αυτά, με την υπογράμμιση ότι για όλα αυτά σημαντικό μερίδιο ευθύνης είχαν και τα δύο «αρχομανή» κόμματα, των οποίων, όπως έλεγε ο Ροϊδης, οι οπαδοί, υπό έναν αρχηγό, επιδίωκαν να καταλάβουν την εξουσία «ίνα εσθίωσι χωρίς να σκάπτωσι»:

Πρώτον, σε όλες σχεδόν τις εκλογές επιβεβαιώνονταν δύο σημαντικές μεταβολές: α) η λαϊκή δυσαρέσκεια κατά της πολιτικής του κυβερνώντος κόμματος που θεωρούνταν υπεύθυνο για την ακρίβεια, την οικονομική κρίση και τη γενική δυσπραγία με τη δημαγωγία των αντιπάλων να βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να καρποφορήσουν οι επιδιώξεις τους, και β) το αντίπαλο κόμμα να συνασπίζεται από οπαδούς και να εμφανίζεται ως εκλογικό φόβητρο. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στις εκλογές της 7 Απριλίου του 1885, όταν οι τρικουπικοί δεν ξεπέρασαν τους 56 βουλευτές, έναντι 184 των δηλιγιαννικών και 5 των δημοκρατικών.

Δεύτερον, οι πολιτικές και των δύο κομμάτων οδηγούσαν σε οικονομικές κρίσεις. Ας μην ξεχνάμε το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη το 1893, την «καμένη γη» του 1981, τη χρεοκοπία του 1985, τη σημερινή χρεοκοπία και τα ρεκόρ στη φορολογία, την ανεργία, τον πληθωρισμό, το έλλειμμα του Δημοσίου, το δημόσιο χρέος από την πολιτική του δανεισμού τότε και σήμερα.

Τρίτον, ό,τι κατηγορούσε το ένα κόμμα στην αντιπολίτευση το εφάρμοζε ως κυβέρνηση! Μιλάμε για το «Κάτω η λιτότητα» που έλεγαν. Υπενθυμίζουμε τα δρακόντεια μέτρα λιτότητας που εξήγγειλε ο Δηλιγιάννης αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας με τις εκλογές της 7ης Απριλίου του 1885, τα σκληρά μέτρα λιτότητας τον Οκτώβριο του 1985, η οποία συνεχίζεται ανελέητα ως σήμερα, με αποτέλεσμα να έχει καθυστερήσει σημαντικά η πραγματική σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέταρτον, ο πρώτος δικομματισμός, όπως και ο σημερινός, δεν μπόρεσε να προφυλάξει την ελληνική οικονομία από καμιά σχεδόν διεθνή οικονομική κρίση. Όπως και σήμερα, έτσι και μετά το 1871 ξέσπασαν τρεις διεθνείς κρίσεις ή φάσεις «μεγάλης ύφεσης»: η κρίση του 1881 – 1884, η οποία έπληξε πρώτιστα τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, ο «πανικός στους σιδηροδρόμους» που ξέσπασε στην Αμερική και η λεγόμενη «κρίση Μπάριγκ» στην Αγγλία.

Πέμπτον, θυμάστε, ασφαλώς, τις γνωστές αντιδράσεις του ΠΑΣΟΚ ως αξιωματικής αντιπολίτευσης για το πετρέλαιο θέρμανσης. Κάτι τέτοιο είχε γίνει και κατά την οικονομική κρίση του 1883 – 1884, όταν ο Τρικούπης είχε αυξήσει τους φόρους στο φωτιστικό πετρέλαιο. Για το μέτρο αυτό ο Τρικούπης είχε αποκληθεί «Πετρέλαιος» από την αντιπολίτευση του Θ. Δηλιγιάννη, η οποία είχε επικεντρώσει τις επιθέσεις της κυρίως στη φορολογική πολιτική της κυβέρνησης με το σύνθημα «Κάτω οι φόροι» (από τότε χρονολογείται το σύνθημα αυτό!). Πάντως, ο Δηλιγιάννης, όταν ανήλθε στην εξουσία κατάργησε όλους τους φόρους που είχε επιβάλει ο Τρικούπης!

Έκτον (και κυριότερο), όχι μόνο δεν αντιμετωπίσθηκε κανένα εθνικό θέμα, αλλά επιδεινώθηκαν κιόλας όλα σχεδόν τα παλιά και προστέθηκαν και νέα…

Φρονώ ότι, αν η κοινοβουλευτική, πολιτική, οικονομική, κοινωνική συμπεριφορά του δικομματισμού, αλλά και των άλλων κομμάτων δεν εκδηλωνόταν με τους τρόπους που σκιαγραφήθηκαν πιο πάνω, τα δυσμενή αυτά αποτελέσματα στην κοινωνία και την οικονομία θα ήταν ίσως λιγότερα. Εννοώ την ύπαρξη συνεχούς ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου από όλα τα κόμματα, τις εποικοδομητικές προτάσεις για το καλό της χώρας και, φυσικά, τη νηφαλιότητα, την ηρεμία και όχι, φυσικά, τις γνωστές στείρες αντιδράσεις «όχι σε όλα» ή «ναι σε όλα», ανάλογα με τις προσδοκίες για κομματικό όφελος ή την προσπάθεια αποφυγής του κομματικού κόστους.

Εμμανουήλ Ροίδης: Ο ορκισμένος εχθρός του λαϊκισμού

Φρονώ ότι αν οι συγγραφείς του βιβλίο αυτού είχαν διαβάσει τον ημέτερον Εμμανουήλ Ροίδη θα παρέθεταν μόνο, σε επιβεβαίωσή τους, μόνο τα ακόλουθα για το ολέθριο μακροοικονομικό λαϊκισμό ως «πρώτη ύλη» από αιώνιες επισημάνσεις του:

«Εν και ήμισυ εκατομμύριον νοήμονος και φιλοπόνου λαού, οικούντος χώραν ευλογημένων, οία η Ελλάς, κατηνάλωσεν ολόκληρον τεσσαρακονταετίαν εις αγόνους συζητήσεις περί κομμάτων και κιμματαρχών. Άπαν δε το χρήμα του λαού, αντί έργων χρησίμων, προς πόλεμον ή προς ειρήνην , εδαπάνησεν εις συντήρησιν κοπαδίου κομματικών κηφήνων, χάριν των οποίων στέργει την πενίαν, την κακοπραγίαν, την ασημότητα και τους εμπαιγμούς του κόσμου όλου».

«Το δε όντως λυπηρόν είναι ότι και οι υποτασσόμενοι εις πάσαν ταπείνωσιν και κακουχίαν, στέργοντες να μένωμεν άοπλοι και εις πάσαν ύβριν εκτιθέμενοι, πάλιν δεν κατορθούμεν να πληρώνωμεν ολοσχερώς τα κατ΄ έτος εξογκούμενα ημών λύτρα, αναγκαζόμενοι να δανειζώμεθα ακαταπαύστως και ίσως μετ΄ ου πολύ να παραστήσωμεν το πρωτοφανές εν τη ιστορία θέαμα έθνους χρεωκοποιούντος άνευ παρασκευών, άνευ πολέμου, άνευ επαναστάσεως ή άλλης τινός εκ των μέχρι τούδε γνωστών προφάσεων χρεωκοπίας».

Θα μπορούσα, αντί εισαγωγής, να παραθέσω μόνο και μόνο το παραπάνω, εντόνως «επίκαιρα» ρηθέντα από τον μεγάλο Εμμανουήλ Ροίδη ως επίρρωσιν του σκοπού της νέας αυτής συγγραφικής μου προσπάθειας με την οποία επιχειρείται να παρουσιασθεί, με τη μορφή «Ημερολογίου», πώς σε … 365 ημέρες συντελέσθηκε η λεηλασία και η καταστροφή της Ελλάδος τα τελευταία … εξήντα χρόνια με την επανάληψη της ιστορίας συνεχώς ως τραγωδίας, δηλαδή σε μια περίοδο που δεν διεξήγαγε η χώρα μας εθνικούς, αλλά μόνο ολέθριους κομματικούς «πολέμους», με σκοπό που αγίαζε όλα τα μέσα και με θυσία των εθνικών, κοινοτικών και δανειακών πόρων, του κύρους και της ισχύος της στο βωμό των κομματικών –πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Σε όλη την πολύχρονη δημοσιογραφική και συγγραφική δραστηριότητα με απογοήτευση διαπίστωνα ότι πολλά πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, εκπαιδευτικά, εθνικά και θεσμικά θέματα επαναλαμβάνονταν τελευταία κυρίως σαράντα χρόνια με τόσο καταπληκτική συχνότητα και πιστότητα, ώστε σε πολλές περιπτώσεις έγραφα «νέα» άρθρα, σχόλια, αναλύσεις και έρευνες, αλλάζονταν μόνο το χρόνο των ρημάτων, τους πρωταγωνιστές και τις ημερομηνίες . Αυτή διαδικασία συνεχιζόταν επί δεκαετίες και όλο αυτό υλικό μεταφερόταν στο αρχείο μου ή χρησιμοποιούνταν, σχεδόν ατόφιο, για τη συγγραφή δεκάδων, κυρίως, οικονομικών βιβλίων.

Αυτή η κατάσταση της επανάληψης των ίδιων θεμάτων, προβλημάτων, γεγονότων, μέτρων, αποφάσεων, συμπεριφορών, της επανάληψης, δηλαδή, της ιστορίας ως τραγωδίας ή φάρσας ή ιλαροτραγωδίας, όπως έλεγε, παραφράζοντάς τον ελαφρά, ο Μαρξ, επιδεινώθηκε σημαντικά κυρίως λίγο πριν από τις εκλογές του 2004 και κορυφώθηκε λίγο πριν και μετά την οικονομική κρίση του 2009 και, φυσικά, με τα αλλεπάλληλα Μνημόνια και τη μανία των κομμάτων για κατάληψη της εξουσίας και τη συνέχιση της σπατάλης για τη συντήρηση ενός αδηφάγου κομματικού, πελατειακού και συνδικαλιστικού κράτους. Η πιστή αυτή επανάληψη της «επικαιρότητας» με οδήγησε σε ένα σκληρό δίλημμα: ή έπρεπε να συνεχίζω να γράφω βιβλία με το … ίδιο περιεχόμενο ή να βρω έναν άλλο τρόπο αποτύπωσης της επαναλαμβανόμενης αυτής ιστορίας πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και θεσμικής τρέλας , που θα έκανε το περιεχόμενο του βιβλίου πιο χρήσιμο και διδακτικό. Επέλεξα το δεύτερο σκέλος του διλήμματος με τη συγγραφή ενός βιβλίο υπό μορφή «Ημερολογίου», όπου στις 365 ημέρες του 2015 θα παρουσίαζα τη λεηλασία της χώρας τα τελευταία εξήντα χρόνια με υπενθύμιση ίδιων ακριβώς γεγονότων, ίδιων θεμάτων, ίδιων μέτρων και αποφάσεων και παθημάτων, τα οποία ουδέποτε έγιναν μαθήματα. Η διαπίστωση από τις εφιαλτικές αυτές αναδρομές είναι μελαγχολική: Σε όλη αυτή την τελευταία εξηκονταετία και, κυρίως, τεσσαρακονταετία, όλοι, μα όλοι, οι κάτοικοι της χώρας αυτής πριονίζαμε με μανία συνεχώς το κλαρί, όπου καθόμασταν, προμαχούντων των ίδιων πάντοτε πρωταγωνιστών, οι οποίοι δεν άφησαν τίποτε όρθιο στην Ελλάδα. Αναφέρω επιγραμματικά μερικούς από τους ολετήρες αυτούς πρωταγωνιστές:

  • Οι εκάστοτε κυβερνήσεις: Αναδεικνύονταν από την ίδρυση «αρχομανών» κομμάτων, τα οποία προεκλογικά διόριζαν στον πάντα ζημιογόνο δημόσιο τομέα κομματικά «μπουλούκια», κατά τον χαρακτηρισμό του Εμμανουήλ Ροίδη και μετεκλογικά, όταν κέρδιζαν τις εκλογές, στίφη «κομματικών κηφήνων», κατά τον χαρακτηρισμό πάλι του Εμμαννουήλ Ροίδη. Όλες αυτές οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις και, κυρίως, μετά το 1980, θεωρούσαν το δημόσιο τομέα ως «φέουδο» και τον έδιναν ως «λάφυρο» για τη νίκη τους στους «μισθοφόρους» του, κατά τον χαρακτηρισμό πάλι του Εμμανουήλ Ροίδη, οι οποίοι εμφανίζονταν ως «γαλαζοφρουροί», ως «πρασινοφρουροί» και τελευταία, με την αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ως «κοκκινοφρουροί» ή ως «Στρατός Κατοχής», όπως έλεγε ο διευθυντής του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» Γιάννης Μαρίνος! Όλα σχεδόν τα κομματικά αυτά στελέχη που ορίζονταν στην αρχή ως επικεφαλής δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών, χρησιμοποιούσαν ως εφαλτήριο τους διορισμούς αυτούς για την ανάδειξή τους ωε βουλευτών, υφυπουργών και υπουργών στη συνέχεια
  • Οι εκάστοτε αντιπολιτεύσεις: Συνήθως ήταν και είναι ο εναλλασσόμενος στην εξουσία πόλος του ολέθριου δικομματισμού, δηλαδή «αρχομανή» πάλι κόμματα, τα οποία, για την εξασφάλιση του περιβόητου κομματικού οφέλους ή την αποφυγή του ξορκισμένου πολιτικού κόστους, του συνεχώς αντιδρούσαν σε ό,τι καλό για τον τόπο προωθούνταν από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, ενώ, παραλλήλως, επιδίδονταν στο γνωστό εθνικό σπορ των παροχών και των υποσχέσεων , τις οποίες «ξεχνούσαν» συνήθως όταν κέρδιζαν, με το λαϊκισμό, τη δημαγωγία και την ακατάσχετη υποσχεσιολογία, τις εκλογές και σχημάτιζαν κυβέρνηση. Σημειώνεται ότι την ίδια συμπεριφορά έδειχναν και τα μικρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, μπροστά στην αγωνία τους να αυξήσουν τα ποσοστά τους ή να μπουν στη Βουλή.
  • Οι συνδικαλιστές: Ιδιαίτερα μετά το 1974 ο ολοένα μεγεθυνόμενος συνδικαλιστικός χώρος και ιδιαίτερα εκείνος που κυριαρχούσε στην Κεντρική διοίκηση και στις κρατικομονοπωλαικές δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, είχε γίνει ένα απέραντο «εκτροφείο» ανάδειξης και αύξησης ισχυρών κομματικών συνδικαλιστών, οι οποίοι, στη συνέχεια, ως ανταμοιβή για τους «αγώνες» (απεργίες κλπ) που έκαναν στο αντίπαλο κόμμα, ως κυβέρνηση, διορίζονταν επικεφαλής μεγάλων δημόσιων οργανισμών ή εντάσσονταν σε κομματικά ψηφοδέλτια ως υποψήφιοι βουλευτές ή προάγονταν σε υφυπουργούς και υπουργούς. Ο κατάλογος με την ανθρωπογεωγραφία κομματικών συνδικαλιστών που στη συνέχεια έγιναν πολιτικοί είναι ατέλειωτος!
  • Ο Τύπος: Κατ΄ εικόνα και ομοίωσιν όλων αυτών των ολετήρων της χώρας μας λειτούργησε και ο ελληνικός Τύπος με τους τεράστιους φιλοκομματικούς τίτλους στην πρώτη σελίδα, τις τεράστιες φωτογραφίες και δηλώσεις, δημιουργώντας κάθε φορά «ρεύμα» υπέρ του κόμματος που υπεράσπιζαν μέχρι την επόμενη ημέρα που ήταν μια από τα ίδια με όλες τις προηγούμενες κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Δηλαδή, γίνονταν εκλογές και αναδεικνύονταν κυβερνήσεις για να διορίζουν, να σπαταλούν προκλητικά τους εθνικούς πόρους και να μας «φεσώνουν» συνεχώς με δάνεια με τα οποία καλύπτονταν ελλείμματα και ζημιές.
  • Ο ελληνικός λαός: Ο ελληνικός λαός πάντοτε ουδέποτε σχεδόν διδάχθηκε από τα παθήματά του, διέψευδε, με τις επιλογές του, τις δικές του προσδοκίες, αλλά και συνέτριβε σοφές ρήσεις, θυμόσοφα γνωμικά και παρακαταθήκες, που είχαν κάνει να σταθεί όρθια η χώρα επί δεκαετίες, παρά τον ολέθριο και τότε κομματισμό, λαϊκισμό και δημαγωγία. Για παράδειγμα, ο ελληνικός λαός, εμφανίζεται πάντα «ευκολόπιστος και πάντα προδομένος», προς δόξαν μόνο των κομματαρχών, ενώ ουδέποτε σχεδόν επιβεβαίωσε τη ρήση του Ναπολέοντα ότι «η ιστορία γράφεται από τους νικητές». Στην Ελλάδα, συνέβη και συμβαίνει το αντίθετο. Η ιστορία γράφεται και γραφόταν και από τους δύο, και από τους νικητές και τους ηττημένους, είτε πραγματικά είτε μεταφορικά. Πάντοτε σχεδόν ο «νικητής» στη χώρα «φοβόταν» τον ηττημένο, δηλαδή τις εκάστοτε αντιπολιτεύσεις. Κι έτσι, δεν έμεινε σχεδόν τίποτε όρθιο κυρίως από τους θεσμούς που συγκράτησαν το έθνος επί αιώνες. «Δεν μπορεί να σταθεί όρθια μια πολιτεία της οποίας ποδοπατούνται οι νόμοι, οι θεσμοί», έλεγε ο Σωκράτης. Δυστυχώς, αυτό γκρέμισμα όλων των θεσμών και, κυρίως, της παιδείας, έγινε σιγά –σιγά από τους «ηττημένους» με την πρόθυμη (για κομματικούς λόγους) επίσπευση από τους … «νικητές»! Επίσης, ο ελληνικός λαός διέψευδε συνεχώς και το υπό το Μαρξ ρηθέν ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται στην αρχή ως τραγωδία και τη δεύτερη φορά ως φάρσα». Διότι, στην Ελλάδα, ο ελληνικός λαός «κατόρθωνε» συνεχώς η ιστορία να επαναλαμβάνεται στην αρχή … φάρσα, τη δεύτερη φορά ως ιλαροτραγωδία, την τρίτη φορά ως … «βλακεία» και την τέταρτη φορά ως … «τραγωδία». Αυτήν την τραγωδία έζησε πολλάκις ο ελληνικός λαός, με κορύφωση τα τελευταία κυρίως έξι χρόνια, που δεν ήταν τίποτε άλλο από το συνεχές κατρακύλισμα, επί δεκαετίες, στου κακού της σκάλας το σκαλί, όπως έλεγε ο Κωστής Παλαμάς.

Αλλά δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε με την απαρίθμηση όλων των ολετήρων. Απλώς αναφέρω ότι όλα αυτά σημειώνονται με στοιχεία και ντοκουμέντα στο «Ημερολόγιό» μου, χωρίς, βέβαια, την ελπίδα του Κωστή Παλαμά που έλεγε: «Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί να κατρακυλήσει, πιο βαθειά στου κακού τη σκάλα, για τ` ανέβασμα ξανά, που σε καλεί, θα αισθανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!, τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!”. Διότι η κρίση είναι πολύ πιο βαθιά, πιο συνεχής, πιο επονείδιστη από εκείνη του 1897 για την οποία έγραψε με πόνο το ποίημα, τον “Δωδεκάλογο του γύφτου”, όπου «προφητεύει» την κάθαρση. Κι ας μην ξεχνάμε ότι «καθάρσεις» έχουν «προφητεύσει» και επαγγελθεί πολλοί, αλλά η χώρα ολοένα πήγαινε και συνεχώς πηγαίνει όλο πιο στο τελευταίο το σκαλί της σκάλας του κακού, του ολέθρου και της λεηλασίας.

Η απαισιοδοξία μου αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο βλέποντας όλα αυτά που γίνονται, παρά τα πάμπολλα παθήματα, και συνεχίζονται και σήμερα στη χώρα μας, μολονότι ο μέγας Εμμανουήλ Ροίδης πριν από πολλές δεκαετίες, πριν από πάνω από 130 χρόνια, με το δική του πάντα καυστική πένα, είχε «λαμπαδιάσει» όλους τους τότε ολετήρες της χώρας μας, οι οποίοι άφησαν, όπως φαίνεται, αθάνατους συνεχιστές του έργου τους.

Συνεχή τα ηχηρά ραπίσματα του Ροίδη επί δεκαετίες, αλλά ματαίως…

Παραθέσω τα κυριότερα «ραπίσματα» του Εμμανουήλ Ροίδη προς όλους τους ολετήρες της εποχής του και να κάνω πιο εκκωφαντικό τον αντίλαλό τους για τους συνεχιστές τους κατά τη νεώτερη πολιτική ιστορία της χώρας μας:

«Ο πολύς πληθυσμός της Ελλάδος συνίσταται εκ πεντήκοντα χιλιάδων ανθρώπων γνωριζόνων ανάγνωσιν και ανορθογραφίαν και τρεφομένων υπό ενός εκατομμυρίου αγραμμάτων φορολογουμένων».

«Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι υπάρχουν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι, συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ΄ ής πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του Δημοσίου».

«Αν υπήρχε λεξικόν της νεοελληνικής γλώσσης, νομίζομεν ότι ο ορισμός της λέξεως «κόμμα» ήθελεν είναι ο ακόλουθος: «Ομάς ανθρώπων ειδότων ν΄ αναγινώσκουσι και να ν΄ ανορθογραφώσι, εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό έναν οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν΄αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν του πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι».

-«Κατά τον πολύ Μοντέσκιον, έκαστος υπουργός, λαμβάνων την εξουσία, φροντίζει κατά με τον πρώτον έτος περί εαυτού, κατά δε το δεύτερον περί της επαρχίας του, και έπειτα, τέλος πάντων, και περί του έθνους εν γένει. Ουδόλως, λοιπόν, πρέπει να δυσανασχετώμεν κατά των ημετέρων πολιτικών, αν δεν προφθάνοσυ να πράξωσι το παραμικρόν υπέρ του τόπου, αφού ουδέ τα; Ιδίας υποθέσεις αφήνομεν αυτοίς καιρόν να τελειώσωσιν».

-«Ως ο Ιησούς εκήρυξεν ότι ήθελε σώσει τους αμαρτωλούς και ουχί τους δικαίους, ούτω και σήμερον παρ΄ ημίν η αισχρότης της διαγωγής είναι πρόσθετος τίτλος εις τας ευεργεσίας του (πρωθυπουργού) κ. Κουμουνδούρου. Πολλοί μάλιστα λέγουσιν ότι αυτή είναι απαραίτητον προσόν, ημείς όμως πιστεύομεν ότι και μόνη η ανικανότης αρκεί προς απόκτησιν της ευνοίας του, φθάνει να είναι αρκούντως αποδεδειγμένη».

«Οσάκις εις τον ημέτερον πρωθυπουργόν γίνονται παρατηρήσεις περί του ποιού των υπ΄ αυτού διοριζομένων, ότι είναι αμαθείς, βλάκες, υπόδικοι επί κλοπή ή κατάδικοι επί πλαστογραφία, εις τας ενστάσεις ταύτας η αγαθότης αυτού ευρίσκει στερεότυπον και όντως λακωνική απάντησιν: «Δεν πειράζει».

«Εξ όλων των κατοικούντων επί του πλανήτου μας διπόδων, ο Έλλην στρατιώτης είναι το ολιγαρκέστερον, και εν πολλοίς το δπανηρότερον. Αρκείται μεν εις άρτον και ελαίας, αλλά ίνα διοικηθή έχει, φαίνεται, ανάγκην στρατηγών, ταγματαρχών, λοχαγών, ανθυπασπιστών, λοχιών και δεκανέων δεκαπλάσιων των αλλαχού. Η δε απαραίτητος αύτη ανάγκη του καταδικάζει ημάς να μην έχωμεν στρατόν!»

-«Ό,τι ακολουθεί εις τον στρατόν συμβαίνει, δυστυχώς, και εις τους άλλους κλάδους. Τα ημέτερα ζώα, μάλλον δυσαρίθμητα, φαίνεται, όντα των αλλαχού, έχουσιν ανάγκην πλειόνων απαριθμητών. Τα ημέτερα δένδρα, μάλλον δυσφύλακτα, πλειόνων δασοφυλάκων. Τα ημέτερα πλοία, μάλλον δύσπλοια, πλειόνων πλοιάρχων. Αι ημέτεραι αλυκαί πλειόνων αλατοαποθηκαρίων. Τα ημέτερα δικαστήρια απειράκις πλειόνων δικαστικών γραφέων. Οι ημέτεροι φόρων πλειόνων φοροφάγων».

«Η θέσις των παρ΄ ημίν πολιτευομένων πολύ ομοιάζει την αυτών αυτοκρατόρων της βυζαντινής Ρώμης, οίτινες προς κατάληψιν του θρόνου συνεμάχουν μετά Φράγκων, Τούρκων και Βουλγάρων, εις ούς αυτοί τε και οι ημέτεροι φατριάρχαι, προς σχηματισμόν ή ενίσχυσιν κόμματος, εστρατολόγουν εκ των τριόδων μισθοφόρους, ους επλήρωνον δια δημοσίων χρημάτων, ήτοι δια θέσεων περιττών. Των τοιούτων μισθοφόρων επί τοσούτον επολλαπλασιάσθη προϊοντος του χρόνου ο αριθμός και το θράσος, ώστε κατέστησαν σήμερον η μόνη αξιόμαχος δύναμις της Ελλάδος, προ της οποίας και βασιλεία και κυβέρνησης και βουλή και ολόκληρον το έθνος κύπτει το γόνυ μετά τρόμου».

Εσφαλμένως, νομίζομεν, παρωμοίασάν τινες τους ημετέρους κομματάρχας προς αρχηγούς ληστρικών συμμοριών. Το πταίσμα αυτών είναι ότι εδημιούργησαν τα συμμορίας, σήμερον όμως αντί να είναι αρχηγοί αυτών, κατήντησαν απλοί μεσίται, δια των οποίων αι συμμορίαι αύται διαπαργματεύονται προς το έθνος τα λύτρα, ανθ΄ ων συγκατανεύουσι να παραχωρήσωσιν αυτώ ασφάλεια ζωής και περιουσίαν. Τα λύτρα ταύτα καλούνται κατ΄ ευφημισμόν προϋπολογισμός. Απόδειξις όμως του αληθούς αυτών χαρακτήρος είναι η δουλική ευπείθεια, μεθ΄ ης ολόκληρος η Βουλή, σιγώσης της αντιπολιτεύσεως, σπεύδει να καταβάλη άνευ συζητήσεως εις τον εισπράκτορα της κατισχυούσης συμμορίας, καλώς γνωρίζουσα ότι πάσα αντίστασις ή απόπειρα ελαττώσεως αυτών ήθελε τιμωρηθεί δι΄ αντιστάσεως την επιούσαν».

«Τούτο πάντες βλέπομεν, η δε επιστήμη το κηρύττει δια του στόματος του κ. Σούτζου (σημείωση δική μου: τότε της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την εποχή του Ροίδη), υποδεικνύοντος τας οικονομίας ως την μόνην σωτηρίαν οδόν. Προς ταύτην όμως ουδείς πολιτευόμενος τολμά να τραπή, ουχί εξ ελλείψεως πατριωτισμού, αλλά διότι καλώς γνωρίζει ότι αδύνατον είναι να προχωρήση επ΄ αυτής, χωρίς να προσκρούση ανά παν βήμα εις συμφέροντα προσωπικά, άτινα θέλουσιν ορθωθή κατ΄ αυτού ως έχιδναι φαρμακεραί, των οποίων επατήθη η ουρά».

Πώς φθάσαµε στη χρεοκοπία

Στη συνέχεια, παραθέτω ένα εμπνευσμένο, όπως πάντα, άπο του πρώην διευθυντή του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» Γιάννη Μαρίνου, το οποίο δημοσιεύθηκε στο «Βήμα της Κυριακής» (15 Ιουνίου 2012), υπό τον τίτλο «Πώς φθάσαμε στη χρεοκοπία» και στο οποίο παραθέτει αφυπνιστικό άρθρο του Εμμανουήλ Ροίδη του 1929:

«Επειδή επιµένουν οι διαµαρτυρόµενοι και οι αγανακτισµένοι να παριστάνουν ότι δεν ήξεραν και ότι εν αγνοία τους ανέχονταν την καταλήστευση του προϋπολογισµού (δηλαδή των όσων πλήρωναν οι φορολογούµενοι), θα επιµείνω κι εγώ. Το ότι δεν υπάρχουν λεφτά, το ότι είµαστε κατάχρεοι και βρισκόµαστε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας δεν έχει κουρασθεί η πένα του γράφοντος να τονίζει από τη δεκαετία του ‘80, οπότε ικανοποιήθηκαν και έκτοτε ικανοποιούνται όλα τα αιτήµατα των τάξεων που µπορούν να ασκήσουν πίεση στα κυβερνητικά κόµµατα και από τον τρόµο του πολιτικού κόστους που ασκεί ο εκθεµελιωτικός λαϊκισµός της Αριστεράς και των περισσότερων ΜΜΕ, όπως και οι εκβιασµοί των συνδικαλιστών του µονοπωλιακού δηµόσιου τοµέα. Θυµίζω όσα έγραφε πριν από 150 χρόνια ο Ροΐδης, καθώς και την πριν από 100 χρόνια εκβιαστική απεργία των λιµενεργατών του Πειραιά. Μία ακόµη αναδροµή στο παρελθόν µπορεί να πείσει και τους πιο δύσπιστους. Αντιγράφω και πάλι από κύριο άρθρο της «Εστίας», το οποίο δηµοσιεύθηκε στις 16 Νοεµβρίου 1929:

«Είναι αναµφισβήτητον ότι το Ελληνικόν κράτος κατά τα τελευταία αυτά έτη κινδυνεύει να εξουθενωθεί τελείως και να υποκύψει προ των Ελληνικών “µπουλουκιών”.

Κάθε οµάς ανθρώπων, συνδεοµένων από κοινά συµφέροντα και µόνον, συγκροτεί µίαν οργάνωσιν, εξασφαλίζει µερικούς δηµοσιογραφικούς ή κοινοβουλευτικούς υποστηρικτάς και υπαγορεύει έπειτα τας θελήσεις της εις το Κράτος. Αλοίµονον δε εις εκείνον, υπουργόν, δηµόσιον λειτουργόν, ή δηµοσιογράφον, ο οποίος θα ετόλµα, όχι µόνον να αντιταχθή, αλλά και να µη υποστήριξη τας αξιώσεις, αι οποίαι προεβάλλοντο. Η δύναµις των οµάδων εις την Ελλάδα έχει καταστή καταπληκτική. Και αι παραδοξότεραι των αξιώσεων κατορθώνουν να εµφανίζωνται ως δίκαιαι και να αναγνωρίζωνται αµέσως από το πτήσσον και πανικόβλητον Κράτος. Εάν τυχόν η αξίωσις είναι περισσότερον του δέοντος εξωφρενική, εάν η Κυβέρνησις καταλαµβάνεται υπό δισταγµών και προτάσσει αντιρρήσεις, αρκεί µια θορυβώδης διαδήλωσις εις τους δρόµους, διά να εγκαταλειφθούν αµέσως αι αντιρρήσεις και να συνθηκολογήσει το Κράτος.

Υπό τοιαύτας συνθήκας, ολόκληρος σχεδόν ο πληθυσµός της Ελλάδος µεταβάλλεται εις µπουλούκια, τα οποία συγκροτούµενα εις Επιτροπάς, Εκτελεστικά Συµβούλια, Γενικάς Συνελεύσεις, ή Συνοµοσπονδίας περιέρχονται τα υπουργικά και δηµοσιογραφικά γραφεία, διά την επιδίωξιν µιας αποζηµιώσεως, ενός ειδικού φόρου, ενισχυτικού της οργανώσεώς των, ενός νέ ου δανείου, ενός οικοδοµικού συνεταιρισµού. Ποίος Ελλην θα ηρνείτο να αποτελέση µέρος µιας τοιαύτης οργανώσεως, όταν ως ανταµοιβήν διά τας ολίγας ώρας της αναµονής εις τους υπουργικούς προθαλάµους θα ελάµβανε παρά του Κράτους ένα προνόµιον, µίαν καλήν αποζηµίωσιν, µίαν σύνταξιν, ή ένα ωραίον οικόπεδον;

Τα αποτελέσµατα της τροµεράς αυτής συνήθειας είναι δύο ειδών: Πρώτον, ότι το Ελληνικόν Κράτος χρεώνεται έως τον λαιµόν διά να κατορθώση να αντεπεξέλθη εις όλας αυτάς τας αξιώσεις και να ικανοποίηση όλας αυτάς τας ορέξεις, επιβαρύνει συνεχώς τον προϋπολογισµόν του µε µεγάλα κονδύλια και υπερφορτώνει την αγοράν της χώρας κατά τρόπον µοιραίως δήµιουργούντα οικονοµικήν κρίσιν. Αφ’ ετέρου, οι πολίται, κακοσυνηθίζοντες από την εξαιρετικήν αυτήν υποχωρητικότητα του Κράτους, εγκαταλείπουν τας παραγωγικάς των εργασίας διά να επιδίδωνται εις την ολιγώτερον κοπιαστικήν και περισσότερον κερδοφόρον εργασίαν της αναµονής εις τα Πολιτικά Γραφεία και τους υπουργικούς προθαλάµους. Υπάρχουν ήδη µυριάδες Ελλήνων που µόνον από κρατικάς επιχορηγήσεις, αποζηµιώσεις και επιδόµατα ζουν» .

Μπορεί αυτά να συνέβαιναν το 1929, αλλά η περιγραφή αποδίδει και το σήµερα. Η κατάρα της αποµύζησης του Κράτους από τους εκβιάζοντες και από τους υποκύπτοντες µετά τρόµου πολιτικούς µας είναι καταφανώς διαχρονική. Ας σηµειωθεί ότι το άρθρο αυτό της «Εστίας» εγράφη λόγω εκβιασµού σε βάρος της κυβερνήσεως από λεµβούχους και εισπράκτορες, αλλά ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αρνήθηκε να υποκύψει. Ωστόσο τις επόµενες εκλογές τις έχασε ο εθνάρχης και οδηγηθήκαµε βαθµιαία στη δικτατορία Μεταξά».

SHARE
MORE ECONOMY