kourdistoportocali.comRead ThisManos Lamprakis> Το σοβαρότερο πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας δεν είναι ότι κινδυνεύει να χάσει το παρελθόν της. Είναι ότι κινδυνεύει να διαμορφώσει ανθρώπους ανίκανους να το παραλάβουν

Breaking News

Manos Lamprakis> Το σοβαρότερο πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας δεν είναι ότι κινδυνεύει να χάσει το παρελθόν της. Είναι ότι κινδυνεύει να διαμορφώσει ανθρώπους ανίκανους να το παραλάβουν

-Δεν χρειάζεται η μηχανή να γίνει άνθρωπος. Αρκεί ο άνθρωπος να συνηθίσει να απουσιάζει από τη διαδικασία της ίδιας του της σκέψης

-Η Ελλάδα που κληρονομήσαμε και η Ελλάδα που δεν μπορούμε πια να κληροδοτήσουμε.

Το σοβαρότερο πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας δεν είναι ότι κινδυνεύει να χάσει το παρελθόν της. Είναι ότι κινδυνεύει να διαμορφώσει ανθρώπους ανίκανους να το παραλάβουν. Εξακολουθούμε να μιλάμε για την Ελλάδα σαν να πρόκειται για μια αδιάσπαστη πολιτισμική πραγματικότητα που διασχίζει τους αιώνες και μεταβιβάζεται σχεδόν αυτοδικαίως από γενιά σε γενιά.

Επικαλούμαστε την αρχαία σκέψη, τη γλώσσα, το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία, την κοινοτική παράδοση, την Επανάσταση, τη νεότερη πνευματική δημιουργία, σαν η επιβίωση των ονομάτων, των μνημείων και των συμβόλων τους να εγγυάται και τη δική μας οργανική σχέση μαζί τους.
Μόνο που κανένας πολιτισμός δεν κληροδοτείται όπως ένα ακίνητο, ένα οικόπεδο ή ένα οικογενειακό κειμήλιο.

Για να μεταδοθεί χρειάζεται ανθρώπους ικανούς να τον διαβάσουν, να τον ερμηνεύσουν, να αναμετρηθούν μαζί του, ακόμη και να τον αμφισβητήσουν δημιουργικά, ώστε να τον μεταφέρουν παραπέρα ως ζωντανό νόημα και όχι ως μουσειακό κατάλοιπο. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ελληνική κρίση

Mε αυτό το τρόπο ο Manos Lamprakis εισάγει τον αναγνώστη στον εύστοχο προβληματισμό του. Για την ακρίβεια εισάγει εκείνους από τους αναγνώστες οι οποίοι διαθέτουν μη αιχμάλωτο χρόνο από τις έξυπνες οθόνες που διαθέτει η παγκόσμια elite ως καθρεφτάκια στους μοντελοποιημένους αναλώσιμους, οι οποίοι βρίσκονται υπό διαρκή νοητική καταστολή ακόμη και με τη χρήση του τρόμου ως εργαλείο όπως συνέβη πολύ πρόσφατα με την gain of function Επιχείρηση Κωδικός Mega Fire στο Πόρτο Γερμενό.

Eδώ όπου όλα ήτο έτοιμα και απλά “ανέμεναν” το συμβάν με τα ελικόπτερα ώστε να προσδώσει κυριολεξία στον τίτλο της Επιχείρησης Mega Fire.

Αντίστοιχες ήτο και οι Επιχειρήσεις στο Μάτι, τα Τέμπη, τον Θεσσαλικό Κάμπο, etc. ενώ η παγκόσμια στρατιωτική επιχείρηση COVID θα ήτο μεταξύ όλων των άλλων ένα ακόμη test γνώσεων, σύνεσης, ψυχραιμίας, λογικής και ευαισθησίας.

Υπέστημεν στραπάτσο ως όχλος και ως υποτιθέμενη πνευματική κοινότητα. Το γεγονός ότι ως οντότητες αποτελούμε συνέχεια αυτού που ο Winston S. Churchill περιέγραψε ως

-No two cities have counted more with mankind than Athens and Jerusalem. Their messages in religion, philosophy, and art have been the main guiding lights of modern faith and culture…,

μετατρέπει το στραπάτσο σε πανωλεθρία.

Παρακολουθώντας όλα αυτά τα χρόνια πως λειτουργεί η παγκόσμια elite είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι η Ελλάδα που περιγράφει ο Manos Lamprakis και η Ελλάδα που εννοεί ο Churchill έχει ήδη κληροδοτηθεί-απαλλοτριωθεί από την elite και τους γόνους της με μεγαλύτερη βουλιμία από τα νησιά, τα ορυκτά ή τα νερά μας.

Κι αυτό γιατί η αρχαία φιλοσοφία αποτελεί μεταξύ άλλων και τρόπο-υλικό-κουλτούρα-εργαλείο διακυβέρνησης. Αυτή είναι η μεγαλύτερη “ληστεία” που έχει ήδη υποστεί μια κοινωνία η οποία αντικατέστησε τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Θουκυδίδη και τον Ελύτη με τα Ray Ban Meta.

Γράφει λοιπόν ο Manos Lamprakis>

Η Ελλάδα που κληρονομήσαμε και η Ελλάδα που δεν μπορούμε πια να κληροδοτήσουμε.

Το σοβαρότερο πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας δεν είναι ότι κινδυνεύει να χάσει το παρελθόν της. Είναι ότι κινδυνεύει να διαμορφώσει ανθρώπους ανίκανους να το παραλάβουν. Εξακολουθούμε να μιλάμε για την Ελλάδα σαν να πρόκειται για μια αδιάσπαστη πολιτισμική πραγματικότητα που διασχίζει τους αιώνες και μεταβιβάζεται σχεδόν αυτοδικαίως από γενιά σε γενιά.

Επικαλούμαστε την αρχαία σκέψη, τη γλώσσα, το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία, την κοινοτική παράδοση, την Επανάσταση, τη νεότερη πνευματική δημιουργία, σαν η επιβίωση των ονομάτων, των μνημείων και των συμβόλων τους να εγγυάται και τη δική μας οργανική σχέση μαζί τους.
Μόνο που κανένας πολιτισμός δεν κληροδοτείται όπως ένα ακίνητο, ένα οικόπεδο ή ένα οικογενειακό κειμήλιο.

Για να μεταδοθεί χρειάζεται ανθρώπους ικανούς να τον διαβάσουν, να τον ερμηνεύσουν, να αναμετρηθούν μαζί του, ακόμη και να τον αμφισβητήσουν δημιουργικά, ώστε να τον μεταφέρουν παραπέρα ως ζωντανό νόημα και όχι ως μουσειακό κατάλοιπο. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ελληνική κρίση.

Δεν αντιμετωπίζουμε απλώς μια κοινωνία περισσότερο καταναλωτική, λιγότερο μορφωμένη, δημογραφικά εξαντλημένη, θεσμικά δύσπιστη ή πολιτικά απογοητευμένη. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια γνωσιακή και πολιτισμική μετάλλαξη, σε μια αναδιάταξη των ίδιων των όρων με τους οποίους ο άνθρωπος προσέχει, θυμάται, διαβάζει, επιθυμεί, πιστεύει, κρίνει, σχετίζεται και παράγει νόημα.

Η Ελλάδα που κληρονομήσαμε εξακολουθεί να στέκεται γύρω μας. Στα μάρμαρα, στις εκκλησίες, στις λέξεις, στα τοπία, στις τελετές, στα οικογενειακά αφηγήματα, ακόμη και στις αντιφάσεις μας.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν θα διασωθούν όλα αυτά.
Είναι αν θα διασωθεί η ανθρώπινη δυνατότητα να κατανοούμε τι σημαίνουν.
Δεν χάνουμε ακόμη την παράδοση.

Χάνουμε σταδιακά τον άνθρωπο που μπορεί να την αναγνώσει.
Η γνωσιακή μετάλλαξη είναι ήδη εδώ και αποδεικνύεται βαθύτερη από την τεχνολογική αλλαγή που την κατέστησε ορατή. Ο ψηφιακός άνθρωπος δεν πληροφορείται απλώς διαφορετικά από τον άνθρωπο προηγούμενων γενεών. Εκπαιδεύεται να σκέφτεται διαφορετικά.
Η προσοχή του τεμαχίζεται σε αλληλοδιαδεχόμενες προσκλήσεις διέγερσης, η αναμονή εκλαμβάνεται ως δυσλειτουργία, η σιωπή ως αμηχανία που πρέπει αμέσως να πληρωθεί, η δυσκολία ως τεχνικό πρόβλημα που οφείλει να παρακαμφθεί, η γνώση ως πληροφορία διαθέσιμη κατά παραγγελία και ο άλλος ως παρουσία που μπορεί ανά πάσα στιγμή να αντικατασταθεί από την επόμενη εικόνα.

Η νέα εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε να απαγορεύει, να λογοκρίνει ή να καταστέλλει.
Της αρκεί να διαχειρίζεται την προσοχή, να προλαβαίνει την επιθυμία και να μετατρέπει την ελευθερία της επιλογής σε ατέρμονη περιήγηση μεταξύ ήδη προδιαμορφωμένων δυνατοτήτων.

Η τεχνητή νοημοσύνη εισάγει πλέον κάτι ακόμη ριζοσπαστικότερο. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος μπορεί να εκχωρεί στη μηχανή όχι μόνο τη χειρωνακτική εργασία ή την αποθήκευση δεδομένων, αλλά λειτουργίες που μέχρι χθες θεωρούσαμε συστατικές της ίδιας της νόησης. Τη σύνθεση, την ανάκληση, τη διατύπωση, τη σύγκριση, την αξιολόγηση, την επιλογή, ακόμη και την παραγωγή επιχειρήματος.
Το πραγματικό δυστοπικό ενδεχόμενο, επομένως, δεν είναι μια μηχανή που θα αποκτήσει κάποτε ανθρώπινη συνείδηση και θα εξεγερθεί εναντίον μας. Είναι ένας άνθρωπος που θα παραιτείται αθόρυβα από την άσκηση της δικής του συνείδησης επειδή η παραίτηση θα είναι ταχύτερη, ευκολότερη και αποτελεσματικότερη.
Δεν χρειάζεται η μηχανή να γίνει άνθρωπος.
Αρκεί ο άνθρωπος να συνηθίσει να απουσιάζει από τη διαδικασία της ίδιας του της σκέψης.
Και τότε η τεχνολογία δεν θα έχει κατακτήσει τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος θα της έχει εκχωρήσει, οικειοθελώς και σχεδόν ευχάριστα, τον χώρο μέσα στον οποίο κάποτε συγκροτούσε την κρίση, την επιθυμία και την ελευθερία του.
Αυτή η μεταβολή αποκτά στην ελληνική περίπτωση σχεδόν δραματική ένταση, επειδή όσα ισχυριζόμαστε ότι συγκροτούν την πολιτισμική μας κληρονομιά προϋποθέτουν ακριβώς τις ανθρώπινες ικανότητες που η νέα συνθήκη αποδυναμώνει.
Η αρχαία φιλοσοφία απαιτεί χρόνο, απορία, διάλογο, πειθαρχία της έννοιας και παραμονή μέσα στο δύσκολο ερώτημα.
Η τραγωδία απαιτεί αντοχή στην αμφισημία και επίγνωση ότι η ανθρώπινη σύγκρουση δεν εξαντλείται στην παιδαριώδη ταξινόμηση του κόσμου σε απολύτως καλούς και απολύτως κακούς.
Η βυζαντινή τέχνη απαιτεί συμβολική όραση, την ικανότητα δηλαδή να βλέπεις στην εικόνα κάτι περισσότερο από την εικόνα.
Η Ορθοδοξία προϋποθέτει μια εντελώς διαφορετική οικονομία του χρόνου και της επιθυμίας, λειτουργικό χρόνο, άσκηση, σιωπή, κοινότητα, μετάνοια και κυρίως την αποδοχή ότι ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται διά της αδιάκοπης ικανοποίησης του εαυτού του, αλλά διά της εξόδου από την αυτάρκειά του.
Η ίδια η ελληνική γλώσσα, με τα ιστορικά βάθη και τις αλλεπάλληλες σημασιολογικές επιστρώσεις της, προϋποθέτει τη διάρκεια της ανάγνωσης, τη βραδύτητα της ερμηνείας και την ικανότητα παραμονής μέσα στην πολυσημία, ακριβώς δηλαδή εκείνες τις γνωσιακές λειτουργίες που η κουλτούρα της ακαριαίας επικοινωνίας αποδυναμώνει συστηματικά.
Κι έτσι φτάνουμε σε ένα παράδοξο που πριν από λίγες δεκαετίες θα φαινόταν σχεδόν αδιανόητο.
Διαθέτουμε μεγαλύτερη πρόσβαση από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά στο παρελθόν μας και συγχρόνως κινδυνεύουμε να διαθέτουμε μικρότερη εσωτερική ικανότητα συνομιλίας μαζί του.

Μπορούμε να φωτογραφίζουμε τον Παρθενώνα χωρίς να μπορούμε να αναγνώσουμε τον κόσμο που τον κατέστησε δυνατό.
Να υπερασπιζόμαστε την αρχαιότητα χωρίς να έχουμε διαβάσει τα κείμενά της.
Να ακούμε τη Θεία Λειτουργία χωρίς να μπορούμε να παραμείνουμε μέσα στον χρόνο της.
Να επικαλούμαστε το Βυζάντιο χωρίς να γνωρίζουμε τη θεολογία του.
Να μιλάμε αδιάκοπα για την ελληνική γλώσσα και να χάνουμε σταδιακά την ικανότητα σύνθετης έκφρασης μέσα στην ίδια τη γλώσσα που υπερασπιζόμαστε.

Το παρελθόν δεν εξαφανίζεται. Μετατρέπεται σε εικόνα του εαυτού του.
Το αρχείο σώζεται.
Ο αναγνώστης του εξαφανίζεται.
Ένας πολιτισμός δεν πεθαίνει μόνο όταν γκρεμίζονται οι ναοί του, καίγονται τα βιβλία του ή λησμονούνται τα ονόματα των δημιουργών του.
Μπορεί να επιβιώνει εξωτερικά και να αδειάζει εσωτερικά.

Να αναπαράγει τις τελετουργίες του έχοντας απολέσει τη συμβολική τους πυκνότητα, να διατηρεί τις λέξεις έχοντας αποσυνδέσει τις λέξεις από το βάθος των σημασιών τους, να συντηρεί τα μνημεία ενώ αδυνατεί να συντηρήσει την παιδεία που τα καθιστά αναγνώσιμα.
Τότε η παράδοση ακολουθεί δύο φαινομενικά αντίθετους αλλά βαθιά συγγενικούς δρόμους.
Από τη μία εμπορευματοποιείται και γίνεται τουριστικό προϊόν, αισθητικό αντικείμενο, φωτογραφικό φόντο, πολιτισμική βιομηχανία.
Από την άλλη εξιδανικεύεται και γίνεται καταφύγιο ταυτότητας, ένα ένδοξο παρελθόν που επιστρατεύεται για να αποζημιώσει την αδυναμία του παρόντος.
Και στις δύο περιπτώσεις παύει να μας κρίνει και να μας δεσμεύει.

Μπορούμε έτσι να υπερασπιζόμαστε με πάθος την Ορθοδοξία και να οργανώνουμε ολόκληρη τη ζωή μας σύμφωνα με τη λογική της αυτοπροβολής, της κατανάλωσης και της αδιάκοπης αυτοεπιβεβαίωσης. Να επικαλούμαστε τους αρχαίους και να αδυνατούμε να αντέξουμε δέκα σελίδες απαιτητικού λόγου.
Να μιλάμε για οικογένεια ενώ η δημογραφική αποσύνθεση βαθαίνει.
Να υμνούμε την κοινότητα ενώ οικοδομούμε μια καθημερινότητα ακραίου ατομικισμού.
Να απαιτούμε αξιοκρατία και ταυτόχρονα να αναζητούμε τον άνθρωπο που θα εξασφαλίσει τη δική μας εξαίρεση.
Να φοβόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη ενώ έχουμε ήδη παραδώσει στους αλγορίθμους τεράστιο μέρος της προσοχής, της επιθυμίας και της δημόσιας συμπεριφοράς μας.

Η πολιτισμική ταυτότητα γίνεται τόσο εντονότερα διακηρυκτική όσο ασθενέστερα βιώνεται.
Η παράδοση τότε παύει να αποτελεί τρόπο υπάρξεως και μετατρέπεται σε περιεχόμενο προς επίδειξη.
Δεν κατοικούμε πλέον μέσα της. Την εκθέτουμε.
Γι’ αυτό και το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται ούτε με τη διαρκή αυτοϋποτίμηση μιας χώρας που έχει μάθει να περιγράφει τον εαυτό της ως μόνιμη αποτυχία ούτε με τη ναρκωτική εξιδανίκευση ενός παρελθόντος που επιστρατεύεται για να αναπληρώσει όσα αδυνατούμε να δημιουργήσουμε στο παρόν.
Και οι δύο στάσεις αποτελούν διαφορετικές τεχνικές αποφυγής της ευθύνης.
Η πρώτη παράγει παραίτηση.
Η δεύτερη αυταρέσκεια.

Στο μεταξύ, η ουσιαστική αποσύνθεση προχωρεί πολύ πιο πεζά και ακριβώς γι’ αυτό πολύ πιο αποτελεσματικά.
Στην κανονικοποίηση του ημετερισμού, στην υποχώρηση της αξιοκρατίας, στη μετατροπή του δημόσιου αγαθού σε πεδίο ιδιωτικής ιδιοποίησης, στη φυγή μορφωμένων νέων, στη δημογραφική εξάντληση, στην απαξίωση της παιδείας όταν αυτή δεν μεταφράζεται αμέσως σε οικονομική απόδοση, στην αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και στην ολοένα βαθύτερη εξάρτηση της δημόσιας συζήτησης από μηχανισμούς θυμού, ταχύτητας και αλγοριθμικής διέγερσης.

Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικά βολικό να αποδώσουμε ολόκληρη αυτή την κατάσταση σε κάποια διεφθαρμένη πολιτική τάξη, σε κάποια ξένη επιβολή ή σε κάποια απρόσωπη τεχνολογική εξουσία. Η κοινωνία που καταγγέλλει τον ημετερισμό αλλά αναζητεί το δικό της μέσο, που απαιτεί κανόνες αλλά επιθυμεί την προσωπική εξαίρεση, που οργίζεται με τη διαφθορά αλλά αποδέχεται τη μικρή συναλλαγή όταν την εξυπηρετεί, δεν είναι αθώος παρατηρητής της κρίσης της.
Την αναπαράγει.
Η εξουσία δεν κατοικεί μόνο στα υπουργεία, στους θεσμούς ή στους αλγορίθμους.
Εγγράφεται και στις μικρές καθημερινές οικονομίες της επιθυμίας, ακριβώς εκεί όπου το κοινό αγαθό υποχωρεί μπροστά στην απαίτηση του καθενός να εξαιρεθεί από όσα θεωρεί αναγκαία για όλους τους άλλους.

Μια κοινωνία δεν αποσυντίθεται μόνο από όσα ανέχεται στην κορυφή. Αποσυντίθεται και από όσα μαθαίνει να θεωρεί φυσιολογικά στη βάση της.
Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, για την επόμενη Ελλάδα δεν είναι αν θα διατηρήσουμε τα μνημεία, τις επετείους, τις εικόνες, τις εκκλησίες, τα μουσεία και τα σύμβολά μας. Μπορούμε να τα διατηρήσουμε όλα υποδειγματικά και παρ’ όλα αυτά να έχουμε χάσει εκείνο που θα έπρεπε να μεταφέρουν.
Το ερώτημα είναι αν θα εξακολουθήσουμε να διαμορφώνουμε ανθρώπους ικανούς να παραλάβουν όσα ισχυριζόμαστε ότι θέλουμε να τους παραδώσουμε.
Αν στα παιδιά που έρχονται θα κληροδοτήσουμε μόνο ψηφιοποιημένα αρχεία ενός πολιτισμού ή και τα γνωσιακά, γλωσσικά, ηθικά και πνευματικά εργαλεία που απαιτούνται για να τον κατανοήσουν.

Αν θα γνωρίζουν ότι κάποτε γράφτηκε η Αντιγόνη ή αν θα μπορούν ακόμη να ταραχθούν από το ερώτημά της.
Αν θα αναγνωρίζουν μια βυζαντινή εικόνα ή αν θα μπορούν να αντιληφθούν γιατί δεν είναι απλώς ζωγραφική.
Αν θα επισκέπτονται μια εκκλησία ως διατηρητέο μνημείο ή αν θα διαθέτουν ακόμη την εσωτερική δυνατότητα να κατανοήσουν τι σημαίνει λειτουργικός χρόνος.
Αν θα χρησιμοποιούν την ελληνική ως αποτελεσματικό κώδικα ανταλλαγής πληροφοριών ή αν θα μπορούν να ακούσουν μέσα στις λέξεις της το βάθος αιώνων ανθρώπινης εμπειρίας.
Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι λοιπόν ότι κάποιος θα μας αφαιρέσει την κληρονομιά μας. Είναι ότι μπορεί να την έχουμε ολόκληρη μπροστά μας και να μην μπορούμε πλέον να την αναγνώσουμε.
Να έχουμε τα μάρμαρα αλλά όχι το βλέμμα, τα κείμενα αλλά όχι την ανάγνωση, τις εικόνες αλλά όχι το σύμβολο, τη γλώσσα αλλά όχι το βάθος της, την πίστη αλλά όχι την εμπειρία της.
Και τότε δεν θα χρειαστεί να καταστραφεί τίποτε για να έχει συντελεστεί η απώλεια.

Μπορεί τελικά να μη γίνουμε η γενιά που έχασε την Ελλάδα. Μπορεί να γίνουμε κάτι πολύ πιο παράξενο και πολύ πιο τραγικό: η τελευταία γενιά που την κληρονόμησε και η πρώτη που δεν μπόρεσε να την κληροδοτήσει

SHARE

Περισσότερα

MORE READ THIS