Η Βουλιαγμένη δεν υπάρχει πια.
Η Βουλιαγμένη που ξέραμε δεν υπάρχει πια. Δεν καταστράφηκε από έναν σεισμό, ούτε από μια πυρκαγιά, ούτε από έναν πόλεμο. Χάθηκε από πολιτικές αποφάσεις. Πρώτα από τον νόμο Καλλικράτη, που αφαίρεσε την αυτοδιοικητική της υπόσταση και στη συνέχεια από ένα μοντέλο ανεξέλεγκτης ανάπτυξης που αλλοίωσε οριστικά τον χαρακτήρα της. Η Βουλιαγμένη υπήρξε ίσως το πρώτο μεγάλο θύμα του Καλλικράτη. Σήμερα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένας τόπος μπορεί να χάσει την ψυχή και την ταυτότητά του.
Aπό τον Δημήτρη Τζιώτη
Η Βουλιαγμένη ήταν το χωριό των Αθηναίων που δεν είχαν χωριό. Για χιλιάδες οικογένειες της πρωτεύουσας αποτέλεσε τον τόπο των διακοπών τους, των καλοκαιρινών αναμνήσεών τους και της δεύτερης ζωής τους. Εκεί μεγάλωσαν παιδιά, δημιουργήθηκαν φιλίες, γεννήθηκαν έρωτες και χτίστηκαν σχέσεις που κράτησαν μια ζωή. Δεν ήταν ένας τόπος πολυτελείας. Ήταν ένας τόπος που ανήκε στους ανθρώπους του.
Το όραμα που έγινε τσιμέντο
Η Βουλιαγμένη δεν ήταν ένας τυχαίος Δήμος. Η μοναδικότητα της Βουλιαγμένης αναγνωρίστηκε διαχρονικά από το ίδιο το ελληνικό κράτος. Το 1935, επί πρωθυπουργίας Παναγή Τσαλδάρη, αποσπάστηκε από τη Βάρη και έγινε αυτοτελής Κοινότητα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πίστεψε ότι η Ελλάδα μπορούσε να αποκτήσει ένα παραθαλάσσιο θέρετρο διεθνών προδιαγραφών χωρίς να θυσιάσει το φυσικό της περιβάλλον.
Η ανάπτυξη που οραματίστηκε δεν βασιζόταν στο τσιμέντο, αλλά στην ποιότητα, στη χαμηλή δόμηση, στο πράσινο, στην αρχιτεκτονική αρμονία και στον σεβασμό του τοπίου. Η Βουλιαγμένη σχεδιάστηκε για να αποτελεί παραθεριστικό πρότυπο και όχι παράδειγμα προς αποφυγή.
Πενήντα χρόνια αργότερα, το 1985, επί Ανδρέα Παπανδρέου, αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητος Δήμος. Διαφορετικές κυβερνήσεις, διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις και διαφορετικές εποχές κατανόησαν ότι η Βουλιαγμένη δεν ήταν μια οποιαδήποτε περιοχή της Αττικής, αλλά ένας τόπος με ξεχωριστή ιστορία, φυσιογνωμία και ανάγκη να αποφασίζει ο ίδιος για το μέλλον του.
Με τον Καλλικράτη, τέσσερις εντελώς διαφορετικές κοινότητες –η Βάρη, η Βούλα, η Βάρκιζα και η Βουλιαγμένη– ενώθηκαν με μία υπουργική απόφαση, χωρίς την απαραίτητη κοινωνική, περιβαλλοντική και αναπτυξιακή συνοχή. Τέσσερις περιοχές με διαφορετική ιστορία, διαφορετική ταυτότητα και διαφορετικές προτεραιότητες αντιμετωπίστηκαν σαν να ήταν μία.
Η προειδοποίηση του επί χρόνια δημάρχου Βουλιαγμένης, Γρηγόρη Κασιδόκωστα, επιβεβαιώθηκε στο ακέραιο. «Αν έρθουν αυτοί, θα τα κάνουν όλα μπετόν», είχε πει. Τότε αρκετοί θεώρησαν ότι υπερέβαλλε. Σήμερα η πραγματικότητα τον δικαιώνει. Πως αλήθεια μεταλλάχθηκαν τόσο πολύ οι δεξιοί ψηφοφόροι που τον υποστήριζαν και αποδέχτηκαν αυτή την παρακμή;
Οικόπεδα που επί δεκαετίες δεν μπορούσαν να οικοδομηθούν μετατράπηκαν ξαφνικά σε εργοτάξια. Τα μεγάλα πεύκα που περιέβαλλαν τις πολυκατοικίες και διαμόρφωναν τη μοναδική φυσιογνωμία της πόλης εξαφανίστηκαν. Οι κήποι μειώθηκαν, οι ελεύθεροι χώροι περιορίστηκαν και το τσιμέντο κυριάρχησε.
Η Βουλιαγμένη, που κάποτε αποτελούσε πρότυπο ισορροπίας ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον και την ανθρώπινη παρουσία, μετατρέπεται σταδιακά σε μια ακόμη τσιμεντούπολη της Αττικής.
Μια κοινωνία που χάθηκε
Η μεγαλύτερη απώλεια όμως δεν ήταν μόνο τα δέντρα. Ήταν οι άνθρωποι. Η Βουλιαγμένη ήταν ένας εύπορος τόπος. Δεν ήταν όμως ποτέ ένας τόπος μόνο για πλούσιους. Σε κάθε γειτονιά και σε κάθε πολυκατοικία συνυπήρχαν επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, επιστήμονες, ναυτικοί, συνταξιούχοι και νέες οικογένειες. Η κοινωνική διαστρωμάτωση ήταν φυσική και η συνοχή της κοινωνίας ισχυρή. Σήμερα αυτή η κοινωνία διαλύθηκε. Όσοι δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος ζωής αναγκάζονται να φύγουν. Άνθρωποι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον ανεξάρτητο Δήμο δεν κατοικούν πλέον στη Βουλιαγμένη.
Κάποτε η πλατεία ήταν κάθε βράδυ μια μεγάλη παρέα. Δεν χρειαζόταν να τηλεφωνήσεις σε κανέναν. Ήξερες ότι όλοι θα βρίσκονταν εκεί. Ο Αστέρας ήταν σημείο συνάντησης των κατοίκων και όχι ένας απομονωμένος χώρος πολυτελείας. Σήμερα οι παρέες χάθηκαν.
Η πλατεία άδειασε. Ο Αστέρας απευθύνεται κυρίως σε έναν κόσμο που έρχεται και φεύγει. Οι παραλίες που αποτελούσαν κομμάτι της καθημερινότητας των δημοτών έγιναν σταδιακά απρόσιτες.
Η ενοικίαση μιας ξαπλώστρας κοστίζει σχεδόν όσο η αξία της σε χρυσάφι. Ένα απλό γεύμα έξω δεν αποτελεί πλέον αυτονόητη επιλογή για έναν κάτοικο της περιοχής. Οι τιμές διαμορφώνονται για τον εύπορο επισκέπτη και όχι για τον δημότη. Η οικονομία της Βουλιαγμένης έπαψε να υπηρετεί τους κατοίκους της. Υπηρετεί εκείνους που έρχονται για λίγες ώρες και ημέρες.
Μαζί με αυτή τη βίαιη μετάλλαξη χάθηκε και η έννοια του παραθερισμού. Για δεκαετίες η Βουλιαγμένη ήταν ο τόπος όπου έκαναν διακοπές οι Αθηναίοι που δεν είχαν χωριό. Σήμερα αυτό το μοντέλο σχεδόν εξαφανίστηκε. Τα σπίτια ξεπουλήθηκαν.
Πολλά αγοράστηκαν από επενδυτές του εξωτερικού. Άλλα μετατράπηκαν σε βραχυχρόνιες μισθώσεις. Οι κάτοικοι αλλάζουν από εβδομάδα σε εβδομάδα και οι γειτονιές παύουν να λειτουργούν ως κοινότητες.
Μια πόλη – ξενοδοχείο
Ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας δεν ανήκει πλέον σε ανθρώπους που ζουν στη Βουλιαγμένη και συμμετέχουν στην κοινωνική της ζωή. Ανήκει σε επενδυτικά σχήματα και εταιρικές δομές, πολλές από τις οποίες συνδέονται με υπεράκτιες εταιρείες εγκατεστημένες σε φορολογικούς παραδείσους, χωρίς να είναι γνωστός ο πραγματικός ιδιοκτήτης.
Η Βουλιαγμένη δεν λειτουργεί πλέον ως μια ζωντανή ελληνική παραθαλάσσια κοινότητα. Μετατρέπεται σταδιακά σε ένα τεράστιο ξενοδοχείο πολυτελείας. Οι μόνιμοι κάτοικοι γίνονται μειοψηφία μέσα στον ίδιο τους τον τόπο.
Η Βουλιαγμένη δεν ανήκει πια στους κατοίκους της. Και ολοένα λιγότερο ανήκει στους Έλληνες που τη δημιούργησαν ως τόπο ζωής, παραθερισμού και συλλογικής μνήμης. Ανήκει ολοένα και περισσότερο σε μια παγκόσμια αγορά ακινήτων, όπου η αξία της γης μετρά περισσότερο από την αξία της κοινότητας.
Αυτό δεν είναι πρόοδος. Δεν είναι πραγματική ανάπτυξη. Είναι η μετατροπή ενός τόπου σε εμπόρευμα. Είναι η αντικατάσταση μιας κοινωνίας από μια αγορά. Είναι η εξαφάνιση μιας κοινότητας.
Όσα συμβαίνουν σήμερα στη Βουλιαγμένη προσεγγίζουν τις συνθήκες που αρχίζουν να διαμορφώνονται και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, από τις επιπτώσεις του υπερτουρισμού. Από τη Βαρκελώνη, τη Μαγιόρκα και τις Κανάριες Νήσους μέχρι τη Βενετία, το Άμστερνταμ και τη Λισαβόνα, οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν σε ένα μοντέλο ανεξέλεγκτης ανάπτυξης που μετατρέπει για το εύκολο χρήμα τις πόλεις σε τουριστικά προϊόντα και τους κατοίκους σε ξένους μέσα στον ίδιο τους τον τόπο. Οι μόνιμοι κάτοικοι αδυνατούν να βρουν κατοικία, οι τιμές εκτοξεύονται, οι γειτονιές χάνουν την ταυτότητά τους και η καθημερινή ζωή υποχωρεί μπροστά στις ανάγκες της τουριστικής οικονομίας. Η Βουλιαγμένη ακολουθεί σήμερα τον ίδιο επικίνδυνο δρόμο. Αν δεν αλλάξει πορεία, κινδυνεύει να ολοκληρώσει τη μετάλλαξή της από μια ζωντανή ελληνική κοινότητα σε έναν τόπο που θα λειτουργεί αποκλειστικά ως προορισμός υψηλού εισοδήματος.
Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται από τον αριθμό των τουριστών ούτε από τις τιμές των ακινήτων. Μετριέται από το αν οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν να ζουν στον τόπο τους ευτυχισμένοι
Όταν μια πόλη παύει να είναι βιώσιμη για τους κατοίκους της, τότε έχει ήδη αρχίσει να χάνει το μέλλον της, όσο εντυπωσιακοί κι αν είναι οι οικονομικοί δείκτες της.
Η Βουλιαγμένη υπάρχει ακόμη στον χάρτη. Η πραγματική Βουλιαγμένη όμως, αυτή που γνώρισαν γενιές Αθηναίων, αυτή που δημιούργησαν οι κάτοικοί της και οραματίστηκαν άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων, δεν υπάρχει πια. Όσο η πολιτεία αρνείται να καταλάβει ότι η επανασύσταση του Δήμου Βουλιαγμένης δεν είναι μια διοικητική διεκδίκηση αλλά μια πράξη διάσωσης της ιστορίας, της ταυτότητας και της κοινωνίας του τόπου, η πορεία αυτή θα συνεχίζεται.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τη Βουλιαγμένη. Είναι μια προειδοποίηση για ολόκληρη την Ελλάδα.
>
Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας. Το νέο βιβλίο του με
τίτλο «Το Σύνταγμα της νέας Μεταπολίτευσης» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση





