Ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ και νομπελίστας το 2022, Ben Bernanke, ο οποίος διηύθυνε την κεντρική τράπεζα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, υποστήριξε σε ανάλυση του που κυκλοφόρησε πρόσφατα ότι η Fed έχει ακόμη περισσότερη δουλειά να κάνει προκειμένου να μειώσει τον πληθωρισμό.
Από τον Bryan Mena/CNN Business
«Κοιτάζοντας το μέλλον, με την χαλάρωση της αγοράς εργασίας να είναι ακόμα κάτω από τα βιώσιμα επίπεδα και τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό συγκρατημένα υψηλότερες, συμπεραίνουμε ότι η Fed είναι απίθανο να μπορέσει να αποφύγει την επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας για να επιστρέψει τον πληθωρισμό στον στόχο», τόνισαν ο Bernanke και o Olivier Blanchard, ένας πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε ανάλυση τους που κυκλοφόρησε την Τρίτη.
Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ μειώθηκε τους τελευταίους μήνες, σύμφωνα με τον δείκτη πληθωρισμού που λαμβάνει υπόψη της η Fed και τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, αν και ορισμένοι αξιωματούχοι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας είπαν ότι δεν ψύχεται τόσο γρήγορα όσο θα αναμένονταν. Στη νέα ανάλυση, που συντάχθηκε από τον πρώην πρόεδρο της Fed, υποστηρίζεται ότι η αγορά εργασίας έχει γίνει ο μεγαλύτερος παράγοντας που επιδρά στον πληθωρισμό και ότι μπορεί να αποδειχθεί επίμονη πηγή πιέσεων στις τιμές, οι οποίες θα μπορούσαν να διορθωθούν μόνο μέσω οικονομικής ύφεσης.
Πράγματι, η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ παραμένει σε ισχυρό επίπεδο. Οι εργοδότες στις ΗΠΑ πρόσθεσαν 253.000 θέσεις εργασίας τον Απρίλιο και οι μέσες ωριαίες αποδοχές των εργαζομένων αυξήθηκαν κατά 0,5% τον ίδιο μήνα. Την ίδια στιγμή, οι αιτήσεις για επιδόματα ανεργίας παραμένουν σχετικά χαμηλές, αν και έχουν αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες και οι θέσεις εργασίας εξακολουθούν να υπερβαίνουν τον αριθμό των ανέργων που αναζητούν δουλειά.
«Η υπερθέρμανση στην αγορά εργασίας έπαιξε στην αρχή μικρό ρόλο, αλλά κατόπιν ο ρόλος του ενισχύθηκε με την πάροδο του χρόνου. Καθώς οι κραδασμοί των τιμών εξασθενούν, είναι πιθανό πλέον να αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα που », έγραψαν οι Bernanke και Blanchard στην ανάλυση τους, που παρουσιάστηκε σε φόρουμ το οποίο φιλοξενήθηκε από το Ινστιτούτο Brookings στην Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι πληθωριστικές πιέσεις ξεκίνησαν στην αγορά αγαθών το 2021, καθώς οι τιμές των εμπορευμάτων άρχισαν να εκτοξεύονται. Την ίδια στιγμή και ενώ οι Αμερικανοί καταναλωτές είχαν στη διάθεση τους τα επιδόματα τόνωσης, ξεκίνησαν να αντιμετωπίζουν ελλείψεις αγαθών. Ο συνολικός πληθωρισμός αυξήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του έτους, και στη συνέχεια η Fed άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια τον Μάρτιο του 2022 από σχεδόν μηδέν.
Η κεντρική τράπεζα έχει σημειώσει κάποια πρόοδο από τότε που αύξησε τα επιτόκια 10 φορές στη σειρά, αν και νωρίτερα φέτος άρχισαν να πιέχονται οι τράπεζες στις ΗΠΑ καθώς επιβραδύνθηκε ο πληθωρισμός, εγείροντας ορισμένες ανησυχίες για τις επιπτώσεις της επιθετικής εκστρατείας αύξησης των επιτοκίων. Παρά τις αποτυχίες τριών περιφερειακών τραπεζών από τον Μάρτιο, η Fed εξακολούθησε την αύξηση επιτοκίων άλλες δύο φορές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Αφού οι αξιωματούχοι ψήφισαν ομόφωνα για την αύξηση του επιτοκίου αναφοράς δανεισμού της κεντρικής τράπεζας κατά ένα τέταρτο της μονάδας νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ανέφεραν στη δήλωσή τους μετά τη συνεδρίαση ότι μια μελλοντική παύση στις αυξήσεις είναι πλέον πιθανή. Ωστόσο, ορισμένοι αξιωματούχοι της Fed έχουν επισημάνει σε πρόσφατες ομιλίες και συνεντεύξεις τους ότι δεν είναι ακόμη πεπεισμένοι ότι ο πληθωρισμός βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη πορεία προς τον στόχο του 2% των κεντρικών τραπεζών, εντείνοντας τη συζήτηση για την εκ νέου αύξηση των επιτοκίων ή για παύση.
Τα δεδομένα που μετρούν την κατάσταση της αγοράς εργασίας στις ΗΠΑ τις επόμενες εβδομάδες και η νέα ανακοίνωση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατά τη διήμερη συνεδρίαση της Fed στα μέσα Ιουνίου θα ενημερώσουν περαιτέρω τους αξιωματούχους για το εάν θα επιλέξουν πρόσθετη αύξηση επιτοκίων ή μία παύση. Οι αξιωματούχοι θα λάβουν επίσης υπόψη τους πιστωτικούς όρους και τις καθυστερημένες επιπτώσεις της αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής, που θα μπορούσε να μειώσει περαιτέρω τη ζήτηση.
Η Mary Daly, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Σαν Φρανσίσκο, δήλωσε κατά τη διάρκεια συνεδρίου τη Δευτέρα ότι η εποχή που η αύξηση των επιτοκίων αρχίζει να επηρεάζει σημαντικά την ευρύτερη οικονομία «πλησιάζει και πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί ότι αυτή η συσσωρευμένη επιβράδυνση θα μπορούσε να αρχίσει να εμφανίζεται ανά πάσα στιγμή».





