Σημαντικές δυνατότητες πιστωτικής επέκτασης εμφανίζει το τραπεζικό σύστημα στη χώρα μας έως ότου φθάσει τα επίπεδα δανεισμού σε παρόμοιες χώρες της Ευρωζώνης. Αυτό επισήμανε ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Eurobank, Γ. Ζανιάς, μιλώντας στο 4ο ετήσιο Συνέδριο Capital Link “Invest in Greece” στη Νέα Υόρκη, σημειώνοντας ότι σήμερα τα εξυπηρετούμενα δάνεια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ανέρχονται σε 105 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 55% περίπου του ΑΕΠ.
Ο κ. Ζανιάς εκτίμησε ότι παρά την υψηλή αβεβαιότητα, τον υψηλό πληθωρισμό και τα υψηλά επιτόκια η επίπτωση στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των τραπεζών θα είναι περιορισμένη. Οι ελληνικές τράπεζες, όπως είπε, έχουν αποκτήσει σημαντική εμπειρία στην αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων, οι ισολογισμοί τους έχουν «καθαρίσει» από οριακές περιπτώσεις δανειοληπτών, η τρέχουσα κερδοφορία αναπληρώνει ενδεχόμενες απώλειες κεφαλαίων, ενώ συγχρόνως υπάρχει στη χώρα ανάπτυξη, μείωση της ανεργίας και δημοσιονομική στήριξη.
Βασικά σημεία από την τοποθέτηση του:
«Έχοντας ουσιαστικά επιλύσει το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι ελληνικές τράπεζες χρηματοδοτούν τη νέα αναπτυξιακή φάση της ελληνικής οικονομίας. Η καθαρή πιστωτική επέκταση το 2022 πλησιάζει ένα διψήφιο ποσοστό αύξησης, το οποίο αποδίδεται κυρίως σε πιστωτική επέκταση σε επιχειρήσεις καθώς ο τομέας των νοικοκυριών ακόμη αντιμετωπίζει προβλήματα που δημιουργήθηκαν την περίοδο της κρίσης.
Μια πρόσφατη μελέτη της Eurobank ταυτοποιεί: τον ενεργειακό τομέα, τις τηλεπικοινωνίες και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τις υποδομές, τον τουρισμό και τις αστικές αναπλάσεις, την βιομηχανία, ως τους πέντε τομείς της οικονομίας στους οποίους θα γίνουν επενδύσεις 38 δισ. ευρώ περίπου τα επόμενα χρόνια περιορίζοντας το σημαντικό επενδυτικό καινό το οποίο υπάρχει.
Η πιστωτική επέκταση έχει δυνατότητες σημαντικής περαιτέρω αύξησης μέχρι να φτάσει τα επίπεδα δανεισμού σε παρόμοιες χώρες της Ευρωζώνης καθώς σήμερα τα εξυπηρετούμενα δάνεια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ανέρχονται σε 105 δισ. ευρώ περίπου ήτοι σε 55% περίπου του ΑΕΠ. Σταδιακά, η ζήτηση στον τομέα των νοικοκυριών αναμένεται να αυξηθεί και να προσθέσει στην πιστωτική επέκταση.
Οι διαχειριστές των μη εξυπηρετούμενων δανείων επίσης, υπολογίζουν πως 10 δισ. περίπου από τα δάνεια που βρίσκονται στην κατοχή τους θα επιστρέψουν στον τραπεζικό τομέα τα επόμενα 2-3 χρόνια αλλά περισσότερος χρόνος θα απαιτηθεί για να ολοκληρωθεί η προσαρμογή στα υπόλοιπα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Αναφορικά με την ποιότητα του χαρτοφυλακίου των δανείων κατά την προσεχή περίοδο που κυριαρχούν υψηλή αβεβαιότητα-υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού-υψηλά επιτόκια, αναμένεται μια σχετικά περιορισμένη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων για τα οποία οι τράπεζες ήδη παίρνουν κάποιες επιπλέον προβλέψεις.
Μεγαλύτερα προβλήματα αναμένεται ν’ αποφευχθούν καθώς: οι ελληνικές τράπεζες έχουν αποκτήσει σημαντική εμπειρία στην αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων, οι ισολογισμοί έχουν “καθαρίσει” από οριακές περιπτώσεις δανειοληπτών κύρια κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, η τρέχουσα κερδοφορία αναπληρώνει τυχόν απώλειες κεφαλαίων, ενώ συγχρόνως υπάρχει στη χώρα ανάπτυξη, μείωση της ανεργίας και δημοσιονομική στήριξη».





