Όταν έφτασα για πρώτη φορά στην Ταϊβάν ως φοιτητής κολεγίου το καλοκαίρι του 1973, δεν υπήρχε καμία ασάφεια σχετικά με τον αμερικανικό ρόλο στο νησί. Τα δύο προηγούμενα χρόνια, ο πρόεδρος Richard M. Nixon και ο σύμβουλός του για την εθνική ασφάλεια, Henry Kissinger, είχαν ήδη ανοιχτές σχέσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας στο Πεκίνο. Αλλά σε μικρή απόσταση, στην Ταϊβάν, την οποία η Λαϊκή Δημοκρατία θεωρεί αποσχισμένη επαρχία, αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ πετούσαν στον ουρανό. Υπήρχε μια βάση των ΗΠΑ στην Ταϊπέι, σε κοντινή απόσταση από το αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο.
Από τον Jeff Sommer/New York Times
Μελετώντας την κινεζική φιλοσοφία, περνούσα συχνά από την καντίνα της βάσης για cheeseburger, Coca-Cola και rock ‘n’ roll. Τη νύχτα, τα τοπικά μπαρ ήταν συχνά γεμάτα με πάρτυ από πεζοναύτες, που πετούσαν από το Βιετνάμ αναζητώντας εδώ ξεκούραση και αναψυχή. Ως Αμερικανός στην Ταϊπέι, καταλάβαινες ότι ζούσες σε ένα φυλάκιο της αμερικανικής αυτοκρατορίας στην Ασία, προστατευμένο από τον αμερικανικό στρατό.
Σήμερα, ενώ η Ταϊβάν παραμένει στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, προστατεύεται επίσης για κάτι εξαιρετικά σημαντικό: Τον απολύτως κεντρικό ρόλο της στις παγκόσμιες αγορές.
Η «ασπίδα πυριτίου»
Πιο συγκεκριμένα, η Ταϊβάν είναι ένας κολοσσός στην παγκόσμια αγορά ημιαγωγών, των τσιπς, των εγκεφάλων των σύγχρονων ηλεκτρονικών. Η νησιωτική χώρα προστατεύεται από αυτό που η πρόεδρός της, Tsai Ing-wen, αποκαλεί «ασπίδα πυριτίου», τη μαεστρία δηλαδή στην κατασκευή των μικροτσίπ που είναι τόσο απαραίτητα για την οικονομία του 21ου αιώνα όσο το πετρέλαιο πριν από 100 χρόνια.
Η Ταϊβάν παράγει τα περισσότερα από τα τσιπ πυριτίου υψηλότερης τεχνολογίας στον κόσμο, τις μικροσκοπικές φέτες μεγέθους ενός νυχιού, στις οποίες είναι ενσωματωμένα δισεκατομμύρια μικροσκοπικά τρανζίστορ. Τα καλύτερα τσιπ κατασκευάζονται στην Taiwan Semiconductor Manufacturing Company, ή TSMC, η οποία μπορεί να είναι η πιο σημαντική εταιρεία για την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε ολόκληρο τον κόσμο δεν έχουν ακούσει ποτέ.
Η Taiwan Semiconductor είναι η πολυτιμότερη εταιρεία στην Ασία και μία από τις δώδεκα πολυτιμότερες στον κόσμο, με κεφαλαιοποίηση άνω των 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Εάν επενδύετε σε διεθνείς μετοχές μέσω ενός ευρέος, διαφοροποιημένου αμοιβαίου κεφαλαίου ή ενός αμοιβαίου κεφαλαίου που διαπραγματεύεται σε χρηματιστήρια, πιθανότατα θα έχετε και εσείς μία συμμετοχή σε αυτό. Εγώ, το κάνω, μέσω πολλών κεφαλαίων Vanguard index (τα αμοιβαία κεφάλαια με δείκτη Vanguard είναι ένας τύπος αμοιβαίων κεφαλαίων όπου χιλιάδες επενδυτές συγκεντρώνουν τα μετρητά τους για να αγοράσουν μετοχές σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο που μιμείται έναν δείκτη αναφοράς, όπως τον S&P 500) στους λογαριασμούς συνταξιοδότησής μου.
Ήταν μια εξαιρετική επένδυση. Κατά τη διάρκεια των 20 ετών, μέχρι και πολύ πρόσφατα, η Taiwan Semiconductor απέδιδε 18,6% ετησίως, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων, δείχνουν τα στοιχεία του FactSet. Το ποσοστό αυτό συντρίβει τον S&P 500, που διαθέτει ετήσια απόδοση 10,3%, και την Intel, τη μεγαλύτερη αμερικανική εταιρεία παραγωγής chip, που είναι στο 6,7%.
Η Taiwan Semiconductor δεν είναι γνωστή επειδή δεν πουλά τα προϊόντα της απευθείας στους καταναλωτές. Αλλά σίγουρα οι δικοί της πελάτες το κάνουν. Για να έχετε μία ιδέα σχετικά με την εμπορική δύναμη της εταιρείας, σκεφτείτε ότι τα μικροτσίπ που φτιάχνει για την Apple αποτελούν τον πυρήνα κάθε iPhone που πωλείται. Το iPhone 13 mini στην τσέπη μου, καθώς και τα νέα μοντέλα iPhone 14 που παρουσιάστηκαν την Τετάρτη, είναι φτιαγμένα γύρω από τσιπ που σχεδιάστηκαν από την Apple στην Καλιφόρνια. Αυτά παράγονται από την Taiwan Semiconductor στο Hsinchu της Ταϊβάν και αποστέλλονται για συναρμολόγηση στην ηπειρωτική Κίνα ή ίσως, αυτές τις μέρες, σε μία άλλη χώρα.
Η Κίνα έχει θέσει την παραγωγή των δικών της τσιπ σιλικόνης τελευταίας τεχνολογίας εθνική προτεραιότητα, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει την Ταϊβάν. Η κυβέρνηση Biden σκοπεύει να διασφαλίσει ότι δεν θα το κάνει, επιβάλλοντας περιορισμούς στην εξαγωγή των πιο προηγμένων τσιπ —και εξοπλισμού κατασκευής τσιπ— στην Κίνα. Και με 50 δισεκατομμύρια δολάρια από το νέο νόμο CHIPS and Science, η αμερικανική διοίκηση προσπαθεί να μεταφέρει μέρος της κατασκευής των καλύτερων τσιπ πίσω στις αμερικανικές ακτές.
Όπως το είπε ο συνάδελφός μου, David Leonhardt: «Η πιο προηγμένη κατηγορία ημιαγωγών μαζικής παραγωγής —που χρησιμοποιούνται σε smartphone, στρατιωτική τεχνολογία και πολλά άλλα— είναι γνωστή ως 5 nm. Μια μεμονωμένη εταιρεία στην Ταϊβάν, γνωστή ως TSMC, παράγει περίπου το 90% αυτών. Τα εργοστάσια των ΗΠΑ δεν παράγουν τίποτα».
Οι δομές που χαράσσονται σε αυτά τα μικροτσίπ είναι εξωφρενικά μικρές. Το «Nm» είναι συντομογραφία για το νανόμετρο. Διαβάστε αυτό αργά: Ένα νανόμετρο είναι ένα εκατομμυριοστό του χιλιοστού.
Ο Chris Miller, καθηγητής διεθνούς ιστορίας στο Fletcher School of Law and Diplomacy στο Πανεπιστήμιο Tufts, περιγράφει τα μικροτσίπ που προέρχονται από την Ταϊβάν στο προσεχές βιβλίο του, «Chip War: The Fight for the World’s Most Critical Technology». Επισημαίνει ότι ο κορωνοϊός, που άρχισε να εξαπλώνεται σε όλο τον πλανήτη το 2020, είχε διάμετρο περίπου 100 νανόμετρα. Την ίδια χρονιά, η Taiwan Semiconductor χάραζε σχήματα λιγότερο από το μισό αυτού του μεγέθους σε δεκάδες εκατομμύρια τσιπ για την Apple.
Πίσω στον 20ο αιώνα, άκουγα ποδοσφαιρικές μεταδόσεις από ένα ραδιόφωνο με τρανζίστορ. Τώρα, τις παρακολουθώ στο τηλέφωνό μου και στο iPad, εν μέρει χάρη στον επεξεργαστή Apple A15 που διαθέτουν, ο οποίος περιέχει 16 δισεκατομμύρια τρανζίστορ, όλα χαραγμένα στην Ταϊβάν. Επιπλέον, τα σύγχρονα οπλικά συστήματα όλων των ειδών και η παγκόσμια τηλεπικοινωνιακή υποδομή, καθώς και οι εφαρμογές στην τεχνητή νοημοσύνη, τα αυτοοδηγούμενα οχήματα και πολλά άλλα, εξαρτώνται από αυτά τα εξαιρετικά πολύπλοκα τσιπ.
Όπως γράφει ο Dale C. Copeland, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια στο Foreign Affairs: «Η Κίνα έχει σήμερα κάποια ικανότητα να παράγει τσιπ με τρανζίστορ μεγέθους κάτω των 15 και ακόμη και κάτω των 10 νανόμετρων. Αλλά για να παραμείνει στην αιχμή των τεχνολογικών εξελίξεων, η Κίνα χρειάζεται τσιπς διαστάσεων κάτω των επτά ή κάτω των πέντε νανομέτρων, τα οποία μόνο η Ταϊβάν μπορεί να παράγει μαζικά σε υψηλό επίπεδο ποιότητας».
Το πόσο καιρό μπορεί να διατηρηθεί αυτό το τεχνολογικό χάσμα μπορεί να είναι εξίσου σημαντικό γεωπολιτικό ζήτημα με τα πυρηνικά, βαλλιστικά και αντιβαλλιστικά συστήματα του Ψυχρού Πολέμου. Η προέλευση της ιστορίας επιτυχίας της Ταϊβάν είναι δύσκολο να εξηγηθεί με λίγα λόγια, αλλά θα προσπαθήσω.
Η κυβέρνηση της Ταϊβάν ήθελε να αναπτύξει μια τοπική Silicon Valley τη δεκαετία του 1980 και διέθετε φτηνή γη, έτοιμο κεφάλαιο και ένα εργατικό δυναμικό υψηλής μόρφωσης που επιθυμούσε να εργαστεί με πολύ χαμηλότερους μισθούς από αυτούς που διέθεταν οι εταιρείες στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αλλά δεν είχε την τεχνογνωσία μέχρι που έφερε τον Morris Chang, έναν κινεζικής καταγωγής βετεράνο τεχνολογίας από τις ΗΠΑ, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι η κατασκευή τσιπ, όχι ο σχεδιασμός τους, θα ήταν το ατού της Ταϊβάν. Ο Chang ίδρυσε την Taiwan Semiconductor και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
Αξίες μετοχών και επίσκεψη Pelosi
Σε μια μακρά συνομιλία μέσω Zoom, ο καθηγητής Copeland ανέφερε ότι η στρατιωτική ισχύς ενός έθνους χτίζεται πάντα με βάση την οικονομική του ισχύ. «Η αποκοπή της πρόσβασης των χωρών σε κρίσιμα υλικά μπορεί να προκαλέσει πόλεμο», είπε, «αλλά η προσεκτική βαθμονόμηση της πρόσβασης θα μπορούσε -επίσης- να αποτρέψει έναν πόλεμο».
Υπό αυτή την έννοια, ο περιορισμός του εμπορίου σε σχέση με τους πιο προηγμένους ημιαγωγούς είναι, τουλάχιστον, προκλητικός για την Κίνα, η οποία τους χρειάζεται πάρα πολύ. Αλλά το να επιτρέπεται το εμπόριο σε «αρκετά προηγμένους» ημιαγωγούς αμβλύνει το πλήγμα και μπορεί να προωθήσει την ευημερία, είπε ο καθηγητής Copeland. Αυτό ουσιαστικά κάνει η κυβέρνηση Biden. Αυτό που είναι πιο σημαντικό είναι «οι προσδοκίες μιας χώρας για το μελλοντικό εμπόριο», είπε ο καθηγητής. Εάν είναι σαφές ότι η Κίνα θα είναι καλύτερα με μια σταθερή ροή τσιπ από την Ταϊβάν, πρόσθεσε, είναι πιθανό να επικρατήσει ειρήνη.
Η Ταϊβάν είναι «η καρδιά» της παγκόσμιας βιομηχανίας ημιαγωγών, λέει ο καθηγητής Miller. Ωστόσο, οι στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας, ως απάντηση στην επίσκεψη στην Ταϊβάν της Nancy Pelosi, της προέδρου της Βουλής, δείχνουν πόσο ευάλωτη έχει γίνει η παγκόσμια οικονομία. Αν καταστραφούν οι επιχειρήσεις ημιαγωγών της Ταϊβάν, εκτίμησε ο καθηγητής Miller, η συνολική παγκόσμια οικονομική ζημιά θα μπορούσε εύκολα να υπερβεί το κόστος ολόκληρης της πανδημίας του κορωνοϊού.
«Αν αρχίσετε να εξετάζετε τον ρόλο που παίζει η Ταϊβάν σχεδόν σε κάθε κλάδο, ο οποίος είναι τεράστιος και στον οποίο βασίζονται όλοι, θα πρέπει να αναρωτηθείτε: “Τι θα μπορούσαμε να παράγουμε χωρίς τα μικροτσίπ; Το πρώτο έτος, θα αντιμετωπίσουμε τεράστιες αναταραχές σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Θα χρειαζόταν χρόνια για να ανακτηθεί και να αντικατασταθεί όλη αυτή η βιομηχανία αν καταστρεφόταν».
Γι’ αυτό παρακολουθώ προσεκτικά την τιμή της μετοχής της Taiwan Semiconductor. Από τις 2 Αυγούστου, την ημερομηνία άφιξης της Pelosi στην Ταϊβάν, έως την περασμένη Πέμπτη, η μετοχή υποχώρησε περισσότερο από 5%. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από σημάδι της αποκάλυψης. Το χρηματιστήριο μππορεί να φαίνεται ατάραχο, αλλά η κατάσταση είναι ζοφερή.
Τα κεντρικά προβλήματα στη σχέση ΗΠΑ-Κίνας δεν έχουν επιλυθεί ποτέ. Στο ανακοινωθέν της Σαγκάης του Φεβρουαρίου 1972, το οποίο άνοιξε ξανά τις διπλωματικές σχέσεις, οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι υπάρχει μόνο «μία Κίνα». Οι Κινέζοι ηγέτες κατέστησαν σαφές ότι «το ζήτημα της Ταϊβάν είναι το κρίσιμο σημείο που εμποδίζει την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών» και, 50 χρόνια αργότερα, παραμένει ένα τεράστιο πρόβλημα.
Η Κίνα θα προτιμούσε να επιτύχει την επανένωση ειρηνικά, αλλά δεν θα αποκλείσει μια στρατιωτική λύση, εάν πρόκειται για αυτό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν προσηλωμένες στην προστασία της Ταϊβάν, αλλά δεν μπορούν να εμποδίσουν την Κίνα να υποβαθμίσει ή να καταστρέψει τις δυνατότητες κατασκευής ημιαγωγών του νησιού. Η εξαιρετική σημασία της βιομηχανίας ημιαγωγών της Ταϊβάν στο παγκόσμιο εμπόριο μπορεί να είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να παρέχει αυτή την προστασία.
Η ιδεολογία και η εθνικιστική ζέση έχουν οδηγήσει σε πόλεμο στο παρελθόν και οι Κινέζοι ηγέτες λένε ότι το ζήτημα της Ταϊβάν δεν μπορεί να αναβληθεί επ’ αόριστον. Προς το παρόν, όμως, σχεδόν όλοι οι άλλοι εξαρτώνται από τη δύναμη της ασπίδας πυριτίου.









