kourdistoportocali.comNews DeskPolitico> Πως το όνειρο συνταξιοδότησης γίνεται εφιάλτης για τους Ευρωπαίους

Γράφει η Paola Tamma

Politico> Πως το όνειρο συνταξιοδότησης γίνεται εφιάλτης για τους Ευρωπαίους

Η ιδέα των καθολικών δημόσιων συντάξεων ως μορφή ασφάλισης έναντι της ανικανότητας προς εργασία οφείλεται στον Otto von Bismarck, τον πρώτο Γερμανό καγκελάριο

Τα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά συστήματα κινούνται σιγά σιγά προς ένα οριακό σημείο και κανείς δεν φαίνεται να έχει την κατάλληλη απάντηση για το πώς να τα βελτιώσει.

Από την Paola Tamma/Politico

Η βασική αιτία είναι η γήρανση του πληθυσμού, που χαρακτηρίζεται από λιγότερες γεννήσεις και μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Αυτό, αυξάνει τη λεγόμενη αναλογία εξάρτησης γήρατος, σύμφωνα με την οποία ένα αυξανόμενο μερίδιο των συνταξιοδοτικών πληρωμών ενός ολοένα πιο «γκριζαρισμένου» πληθυσμού βασίζεται σε ένα διαρκώς συρρικνούμενο εργατικό δυναμικό.

Σε ορισμένες χώρες, όπως η Γερμανία, αυτό το ποσοστό είναι ήδη υψηλό, στο 40%. Αλλά μέχρι το 2050, αυτή η αναλογία θα είναι ακόμη πιο ακραία, ξεπερνώντας το 75%, όσον αφορά, για παράδειγμα, τις περιπτώσεις της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας. Το ποσοστό αυτό προβλέπεται να αυξηθεί σε πάνω από 50% στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των σχετικά πλούσιων περιοχών όπως οι Σκανδιναβικές χώρες και η Ολλανδία.

Σε συνδυασμό με την όλο και πιο αργή είσοδο στην απασχόληση των νέων, τις λιγότερο σταθερές σταδιοδρομίες και την υψηλή ανεργία του νεαρού πληθυσμού σε ορισμένες από τις πιο υπερχρεωμένες χώρες, αποτελούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για τα δημόσια οικονομικά καθώς αυξάνουν το κενό χρηματοδότησης των κυβερνήσεων.

Κάποια ανακούφιση θα μπορούσε να έρθει μέσω της δημιουργίας ενός πληθυσμού με πιο υψηλά ποιοτικά προσόντα, δηλαδή με υψηλότερα εισοδήματα που άρα θα πληρώνουν υψηλότερους φόρους, αλλά μόνο εν μέρει, ανέφερε η Karina Doorley, οικονομολόγος που εργάζεται για τις συντάξεις στο Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών στο Δουβλίνο.

«Ακόμα και με αυτή τη βελτίωση η κατάσταση θα φτάσει μόλις στο όριο μεσοπρόθεσμα», προειδοποίησε η Doorley. «Δεν θα είναι πλέον μακροπρόθεσμη η όποια βελτίωση αλλά μεσοπρόθεσμη».

Ωστόσο, ενώ οι συντάξεις μπορούν να διορθωθούν με διάφορους τρόπους —μειώνοντας τις πληρωμές των συντάξεων, καθορίζοντας άλλες ηλικίες συνταξιοδότησης, αυξάνοντας τις εισφορές που καταβάλλονται κατά τα έτη εργασίας ή και αναπτύσσοντας τις οικονομίες εξασφαλίζοντας αρκετά φορολογικά έσοδα— υπάρχει μικρή πολιτική βούληση για να συμβεί αυτό.

Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην έντονη δυσαρέσκεια που δημιουργείται στους ψηφοφόρους, οι οποίοι καλούνται να εργαστούν περαιτέρω μέχρι τα βαθιά γεράματά τους ή να βγάλουν περισσότερα από τις τσέπες τους, είτε κατά τη διάρκεια της εργασίας είτε κατά τη συνταξιοδότηση.

Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, όπου η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης έγινε πολιτικό σημείο έντασης στην προσπάθεια επανεκλογής του Προέδρου Emmanuel Macron και στη συνεχιζόμενη εκστρατεία για τις κοινοβουλευτικές εκλογές. Στη Γερμανία, ο κυβερνών συνασπισμός επιδιώκει να στηρίξει το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα χωρίς να αγγίξει τα μη βιώσιμα θεμελιώδη του. «Είναι πολύ δύσκολο πολιτικά γιατί καμία από τις επιλογές δεν είναι πολύ ευχάριστη», είπε η Doorley.

Τα συνταξιοδοτικά προγράμματα υπάρχουν εδώ και χιλιετίες. Ακόμη και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες πλήρωναν πρόσοδο σε συνταξιούχους στρατιώτες, κυρίως για να καταπνίξουν πιθανές στρατιωτικές εξεγέρσεις. Αλλά η ιδέα των καθολικών δημόσιων συντάξεων ως μορφή ασφάλισης έναντι της ανικανότητας προς εργασία οφείλεται στον Otto von Bismarck, τον πρώτο Γερμανό καγκελάριο. Αντιμετωπίζοντας την προοπτική μιας αυξανόμενης σοσιαλιστικής «παλίρροιας», καθώς η Γερμανία έμπαινε στη βιομηχανική εποχή στα τέλη του 19ου αιώνα, όρισε ότι οι εργαζόμενοι άνω των 70 ετών θα λαμβάνουν χρήματα από το κράτος όσο ζούσαν. Αυτό το όριο μειώθηκε αργότερα στα 65.

Σήμερα, τα συνταξιοδοτικά συστήματα pay-as-you-go (παίρνεις ότι έχεις προπληρώσει), στα οποία ένα μέρος του εισοδήματος ενός εργαζομένου φορολογείται για τη χρηματοδότηση των συντάξεων σε ένα σύστημα απεριόριστων γενεών, είναι ο βασικός κανόνας σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Το θέμα είναι ότι ενώ ζούμε μεγαλύτερη και πιο υγιή ζωή, η ηλικία συνταξιοδότησης έχει παραμείνει λίγο-πολύ σταθερή και οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι αντιστέκονται στην αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης.

Ο κυβερνών συνασπισμός στο Βερολίνο, για παράδειγμα, έχει δεσμευτεί να μην αυξήσει την ηλικία συνταξιοδότησης ούτε να περικόψει τις συντάξεις και έχει δεσμευτεί να διατηρήσει τις συντάξεις στο 48% του προσυνταξιοδοτικού εισοδήματος. Για να καλύψει την αναμενόμενη έλλειψη, δεσμεύτηκε να εισφέρει 10 δισεκατομμύρια ευρώ στο γερμανικό ασφαλιστικό σύστημα συντάξεων, ελπίζοντας ότι οι κεφαλαιαγορές θα καλύψουν τα απαραίτητα κεφάλαια.

«Η γερμανική κυβέρνηση πρέπει να αντιμετωπίσει την ενοχλητική αλήθεια σχετικά με την πολιτική των συντάξεων», δήλωσε ο Carl-Georg Luft, πρόεδρος του Ιδρύματος για τα Δικαιώματα των Μελλοντικών Γενεών και μέλος του φιλελεύθερου κόμματος της Γερμανίας. «Πρέπει να μιλήσουμε για τη σύνδεση της ηλικίας εισόδου στη σύνταξη με το προσδόκιμο ζωής για να βρούμε αυτόματους μηχανισμούς που να είναι δίκαιοι».

Εάν οι εισφορές των μεμονωμένων εργαζομένων παραμείνουν σταθερές -περιορίζονται στο 20% της ακαθάριστης αμοιβής μέχρι το 2025- αυτό θα σήμαινε ότι έως το 2045, πάνω από το ήμισυ του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού θα πρέπει να δαπανηθεί για τη σταθεροποίηση του συνταξιοδοτικού συστήματος, σύμφωνα με την επιστημονική συμβουλευτική επιτροπή της γερμανικής κυβέρνησης. «Αυτό δεν είναι προς το συμφέρον των νεότερων γενιών», είπε ο Luft.

Ακόμη και όταν οι πολιτικοί όντως προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το θέμα, έρχονται αντιμέτωποι με την αντίδραση από τα συνδικάτα, δίνοντας αφορμές στην αντιπολίτευση.

Οι συντάξεις είναι στο μυαλό πολλών ψηφοφόρων, πράγμα που σημαίνει ότι ο πολιτικός ανταγωνισμός σε αυτό το θέμα επιδιώκει σε μεγάλο βαθμό να κερδίσει την εύνοια των ψηφοφόρων, αντί να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος μακροπρόθεσμα.

Το σχέδιο του Γάλλου Προέδρου Macron να ωθήσει τους Γάλλους να εργαστούν μέχρι τα 65, από την τρέχουσα ηλικία συνταξιοδότησης των 62 ετών, αποδείχθηκε ένα εξαιρετικά ακανθώδες ζήτημα για την πρώτη του θητεία, με αποτέλεσμα να γλυκάνει το χάπι στα 64 χρόνια σε μια προσπάθεια να επανεκλεγεί.

Τώρα που επιβεβαιώθηκε εκ νέου στον ρόλο του και εν μέσω μιας αμφιλεγόμενης κοινοβουλευτικής εκστρατείας, ο Macron αντιμετωπίζει εκκλήσεις από ένα ενιαίο αριστερό μέτωπο, με επικεφαλής τον πυρηνικό Jean-Luc Mélenchon και τα ισχυρά γαλλικά συνδικάτα, όχι απλώς να διατηρήσει την τρέχουσα ηλικία, αλλά να τη μειώσει στα 60 έτη. Η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης «δεν αντιστοιχεί καθόλου με αυτό που θέλουν οι Γάλλοι εργαζόμενοι», δήλωσε ο Pierre-Yves Chanu, οικονομικός σύμβουλος για το CGT, το μεγαλύτερο συνδικάτο της Γαλλίας.

Παρά τις προβλέψεις του κρατικού παρατηρητηρίου συντάξεων για δημοσιονομικό κενό όσον αφορά τις συντάξεις που εκτιμάται σε 11 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2027, το CGT δεν βλέπει την ανάγκη να αυξηθεί η ηλικία συνταξιοδότησης και αντ’ αυτού ζητά τη δυνατότητα συνταξιοδότησης στα 60, με τη χρηματοδότηση να προέρχεται από υψηλότερες εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων.

«Για να εγγυηθούμε ένα καλό επίπεδο συντάξεων σε εύλογη ηλικία —60 παρά 65— συνεπάγεται συγκέντρωση των απαραίτητων πόρων», είπε ο Chanu.

Αλλά οι νεότερες γενιές είναι απογοητευμένες από τη μεγαλύτερη έμφαση που δίνει η πολιτική των κομμάτων στα ζητήματα των ηλικιωμένων ψηφοφόρων, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής των συντάξεων.

«Έχετε τις μακροπρόθεσμες ανάγκες ενός συνταξιοδοτικού σχεδίου που συγκρούονται με τις πιέσεις της βραχυπρόθεσμης πολιτικής. Και η πίεση της βραχυπρόθεσμης πολιτικής λέει ότι οι νέοι δεν ψηφίζουν σε αντίθεση με τους ηλικιωμένους. Άρα υπάρχει μία πολιτική προκατάληψη», δήλωσε ο Nicholas Barr, καθηγητής στο London School of Economics.

Καθορισμός συντάξεων

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μπορούν να ερευνήσουν συστήματα άλλων χωρών προκειμένου να εξουδετερώσουν αυτή την προκατάληψη ή τουλάχιστον να την απομακρύνουν από την κομματική πολιτική. Στον Καναδά, για παράδειγμα, το συνταξιοδοτικό δίκαιο απολαμβάνει το επίπεδο προστασίας που ορίζεται από τα συντάγματα, ενώ στη Σουηδία, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος απαιτεί διακομματική υποστήριξη.

Και για εκείνες τις κυβερνήσεις που είναι σε θέση να αυξήσουν την ηλικία συνταξιοδότησης, μπορούν να προσφέρουν στα άτομα περισσότερες επιλογές για το πότε και πώς να συνταξιοδοτηθούν, παρέχοντας οικονομικά κίνητρα για να συνεχίσουν να εργάζονται περισσότερο. Στη Σουηδία, για παράδειγμα, ένα σύστημα «μερικής σύνταξης» επιτρέπει στους εργαζόμενους ηλικίας 60 έως 64 ετών να μειώσουν τις ώρες εργασίας και να λαμβάνουν σύνταξη ίση με το ήμισυ των αποδοχών που χάνουν.

Από την πλευρά του ιδιωτικού τομέα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα μπορούσαν να δώσουν κίνητρα σε προγράμματα ιδιωτικής αποταμίευσης ή να απαιτήσουν από τους εργοδότες να δημιουργήσουν συνταξιοδοτικά προγράμματα σε ολόκληρο τον κλάδο προκειμένου να συμπληρώνουν τις νεοσύστατες δημόσιες συντάξεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση δημιούργησε ένα μη κερδοσκοπικό πρόγραμμα που εγγράφει αυτόματα τους υπαλλήλους σε ένα National Employment Savings Trust για να τους βοηθήσει να αποταμιεύουν για τη συνταξιοδότηση τους.

Αλλά όλα αυτά τα βήματα απαιτούν πολιτικό θάρρος, το οποίο φαίνεται να είναι ανεπαρκές στη συζήτηση για τις συντάξεις.

«Υπάρχουν πολλές λύσεις [για] το πώς μπορεί να αλλάξει αυτό το σύστημα», δήλωσε ο Luft από το Ίδρυμα για τα Δικαιώματα των Μελλοντικών Γενεών. «Και πρέπει να αλλάξει πολύ γρήγορα για να υπάρξει έστω και μια πιθανότητα να μην υπάρξουν ανισορροπίες στο μέλλον».

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK