Το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του 1980, ο Ντέβιντ Μαρκ Τσάπμαν πυροβολεί και τραυματίζει τον Τζον Λένον, έξω από την οικία του, στο ιστορικό κτίριο Dakota της Νέας Υόρκης και ενώ ο τελευταίος επέστρεφε μετά από την ηχογράφηση των τραγουδιών “Walking on Thin Ice” και “It Happened”, που προορίζονταν για τον επόμενο δίσκο του.
Ο Τσάπμαν είχε προσεγγίσει τον Λένον νωρίτερα την ίδια ημέρα, κατά την αναχώρησή του από το σπίτι του, αποσπώντας μάλιστα ένα αυτόγραφο του. Μετά την επιστροφή του Λένον από το στούντιο ηχογράφησης, ο Τσάπμαν τον πυροβόλησε πισώπλατα, συνολικά τέσσερις φορές. Σύμφωνα με την αυτοψία, οι μισές σφαίρες διαπέρασαν το αριστερό μέρος του σώματός του στο ύψος του στήθους, ενώ οι υπόλοιπες τον τραυμάτισαν κοντά στον αριστερό ώμο. Όλες προκάλεσαν εσωτερική αιμορραγία, ενώ η θανάσιμη σφαίρα διαπέρασε την αορτή του.
Ο μύθος λέει πως το ίδιο απόγευμα η Γιόκο Όνο είχε παρακαλέσει τον Λένον να μην επιστρέψουν κατευθείαν στο σπίτι, αλλά να βγουν με μία φιλική παρέα για φαγητό, αμέσως μετά το στούντιο, εκείνος όμως επέμενε να γυρίσει στο διαμέρισμα για να δει τον γιο του. Όταν το αυτοκίνητο του ζευγαριού έφτασε έξω από το οίκημα ο διάσημος μουσικός, που είχε πλέον πάρει θρησκευτικές διαστάσεις στα μάτια των πιο πιστών θαυμαστών του, όλων εκείνων που λάτρεψαν τη μουσική του και ακολούθησαν τα πιστεύω του μέχρι τις μεγάλες διαδηλώσεις για τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις ατελείωτες πορείες για την παγκόσμια ειρήνη, προχώρησε γρήγορα προς την ψηλή καγκελόπορτα όταν άκουσε μία φωνή να λέει το όνομα του. «Τζον! Ει, Τζον».
Ο Λένον γύρισε και είδε τον ίδιο άντρα που του ζήτησε το πρωί αυτόγραφο. Ή μπορεί και να μην πρόλαβε να τον δει, αφού σύμφωνα με τις μαρτυρίες όλα έγιναν πολύ γρήγορα, σχεδόν αστραπιαία.
Σύμφωνα με τις αναφορές των μαρτύρων και των αστυνομικών αρχών, μετά τη δολοφονία, ο Τσάπμαν παρέμεινε στον τόπο του εγκλήματος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας. Εκτός από το όπλο του εγκλήματος, στην κατοχή του υπήρχαν ένα αντίτυπο του δίσκου “Double Fantasy”, στο εξώφυλλο του οποίου είχε υπογράψει νωρίτερα ο Λένον, ένα αντίτυπο του μυθιστορήματος “The Catcher in the Rye” του Τ. Ν. Σάλιντζερ, καθώς και κασέτες με τραγούδια των Beatles.
O Λένον οδηγήθηκε αμέσως στο νοσοκομείο Ρούζβελτ, όπου με την άφιξή του επισημοποιήθηκε ο θάνατός του από υποογκαιμικό σοκ, που προκλήθηκε λόγω της μεγάλης απώλειας αίματος. Δύο ημέρες αργότερα, η σορός του αποτεφρώθηκε στο κοιμητήριο του Φέρνκλιφ, στη Νέα Υόρκη.
Την επόμενη ημέρα ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, συνοδοιπόρος του Λένον στους Beatles για πάνω από δέκα χρόνια, καθώς έφευγε από κάποιο στούντιο ηχογράφησης θα δηλώσει μασώντας τσίχλα, στους δημοσιογράφους ότι «ναι, τα έμαθα, μεγάλη βλακεία». Οι περισσότεροι έκαναν λόγο για παντελή έλλειψη συναισθημάτων όσοι ξέρουν όμως έστω και λίγο την δυναμική στις σχέσεις του σημαντικότερου συγκροτήματος στον κόσμο γνωρίζουν καλά ότι επρόκειτο για βαθιά, παντελώς μη διαχειρίσιμη θλίψη.
Ο Μαρκ Τσάπμαν καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Σε ψυχιάτρους του δικαστηρίου διηγήθηκε πως «κακά πνεύματα» τον παρότρυναν να δολοφονήσει τον Λένον ενώ το 2004 ομολόγησε επίσης πως ένας από τους λόγους που τον ώθησαν στην εγκληματική του ενέργεια ήταν η επιθυμία του να προβληθεί, αισθανόμενος πως μέχρι τότε ήταν ασήμαντος.
“Προσπαθούσα να κάνω θετικές σκέψεις στη ζωή μου, αλλά έπαθα κατάθλιψη. Έπινα κι απομονώθηκα από τον εαυτό μου, την οικογένεια μου. Είχα τάσεις αυτοκτονίας κι ίσως αυτός ήταν ακόμα ένας λόγος που έφτασα στην απόφαση να σκοτώσω κάποιον. Ίσως απλώς ήθελα να τελειώσουν όλα για μένα. Για άλλη μια φορά θέλω να πω ότι δεν ψάχνω για δικαιολογίες. Ημουν εκεί, το έκανα, θα μπορούσα να κάνω μεταβολή και να φύγω, όμως είχα κάνει την επιλογή μου. Η λάμψη της δόξας ήταν εκεί. Δεν μπόρεσα να της αντισταθώ. Η αυτοεκτίμησή μου ήταν πληγωμένη. Έψαχνα να βρω διέξοδο. Επέλεξα τη χειρότερη και ήταν τρομερό…” ανέφερε στην κατάθεσή του.
Οι δικηγόροι που ανέλαβαν την υπεράσπισή του ισχυρίστηκαν ότι έπασχε από ψυχική διαταραχή, βασισμένοι σε μαρτυρία ειδικών ιατρών ότι ο Τσάπμαν βρισκόταν σε παραλήρημα και ψύχωση όταν διέπραξε το έγκλημα.
Ο ίδιος όμως είπε στο δικηγόρο του ότι θα δήλωνε ένοχος καθώς “η απόφασή του ήταν θέλημα Θεού” και πως “κακά πνεύματα” τον παρότρυναν να δολοφονήσει τον Λένον, ενώ το 2004 ομολόγησε επίσης πως ένας από τους λόγους που τον ώθησαν στην εγκληματική του ενέργεια ήταν η επιθυμία του να προβληθεί, αισθανόμενος πως μέχρι τότε ήταν ασήμαντος. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με όρο την παροχή ψυχιατρικής φροντίδας. Ο Τσάπμαν βρίσκεται στη φυλακή από το 1981 παρά τις διάφορες εκστρατείες για την αποφυλάκισή του και τις 11 εφέσεις που έχει ασκήσει.
H συγγνώμη 40 χρόνια μετά
Έχουν περάσει 40 χρόνια από το μοιραίο βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του 1980 και ο δολοφόνος του θρυλικού «σκαθαριού» φαίνεται πως έδειξε για πρώτη φορά δείγματα μεταμέλειας σε μία ακόμη απέλπιδα προσπάθεια να αποφυλακιστεί.
Ο Μαρκ Τσάπμαν ζήτησε συγγνώμη από τη Γιόκο Όνο για τη δολοφονία του συζύγου της Τζον Λένον, κατά τη διάρκεια ακρόασης που έλαβε χώρα τον Αύγουστο και στην οποία του αρνήθηκε το 11ο αίτημα του για αναστολή της ποινής φυλάκισης του. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ο Τσάπμαν δήλωσε ότι η δολοφονία του 40χρονου μουσικού είχε μοναδικό σκοπό την προσωπική του «δόξα», προσθέτοντας ότι για αυτή του την πράξη του αξίζει η θανατική ποινή. Τη χαρακτήρισε «αποτρόπαια πράξη», αναφέροντας ότι έχει επίγνωση ότι μπορεί να περάσει και το υπόλοιπο της ζωής του στην φυλακή.
«Τον δολοφόνησα… γιατί ήταν πολύ, πολύ, πολύ διάσημος και αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που εγώ αναζητούσα τόσο πολύ, πολύ, πολύ την προσωπική δόξα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τσάπμαν κατά τη διάρκεια της ακρόασης, χαρακτηρίζοντας την πράξη του «υπερβολικά εγωιστική». «Θέλω απλώς να επαναλάβω ότι λυπάμαι για το έγκλημά μου. Δεν έχω καμία δικαιολογία. Ήταν για την δόξα. Νομίζω ότι είναι το χειρότερο έγκλημα που θα μπορούσε να κάνει ένας σε κάποιον που είναι αθώος. Ήταν υπερβολικά διάσημος. Δεν τον σκότωσα εξαιτίας του χαρακτήρα του. Ήταν είδωλο. Ήταν κάποιος που μίλησε για πράγματα για τα οποία μπορούμε τώρα να μιλήσουμε και είναι εξαιρετικός.
Τον δολοφόνησα γιατί ήταν πολύ, πολύ, πολύ διάσημος και αυτός είναι ο μόνος λόγος και αναζητούσα πολύ, πολύ, πολύ να δοξάσω τον εαυτό μου, πολύ εγωιστικό. Θέλω να προσθέσω και να το τονίσω πολύ. Ήταν μια εξαιρετικά εγωιστική πράξη. Λυπάμαι για τον πόνο που της προκάλεσα. Το σκέφτομαι συνέχεια» δήλωσε ο Τσάπμαν κατά τη διάρκεια της απολογίας του.
Πάντως, λίγα χρόνια πίσω, το 2015, η Γιόκο Όνο είχε δηλώσει ότι ζει ακόμη με τον φόβο ο Τσάπμαν να βγει από τη φυλακή. «Ένα πράγμα που σκέφτομαι είναι ότι εφόσον το έκανε μία φορά, θα μπορούσε να το ξανακάνει… Θα μπορούσα να είμαι εγώ, ο Σον (ο γιος της), ο οποιοσδήποτε», έχει δηλώσει η ίδια χαρακτηριστικά, ενώ μέχρι σήμερα, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, εκατομμύρια άνθρωποι θυμούνται πού ακριβώς ήταν τη στιγμή που πληροφορήθηκαν την είδηση της δολοφονίας του Λένον.










