kourdistoportocali.comRead ThisΗ γελοιότητα των δώρων των γιορτών

Δώρα Αδωρα

Η γελοιότητα των δώρων των γιορτών

Ο ξεπεσμός της προσφοράς δώρων καθρεφτίζεται στην οδυνηρή εφεύρεση ειδών δώρων

Του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, MD, PSC, PhD, ουρολόγου – ανδρολόγου, προέδρου του International Andrology και διευθυντή του Τμήματος Σεξουαλικής Υγείας στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών

 

Οι άνθρωποι έχουν ξεμάθει να κάνουν δώρα, γιατί απλά αγοράζουν τα δώρα. Δεν είναι, δηλαδή, δωρητές χαράς και ψυχής, δεν συμπάσχουν, δεν συναισθάνονται τον άλλον, ούτε προσπαθούν να καταλάβουν τι δώρο θα ήθελε να λάβει. Δεν σταματούν να αφουγκραστούν τον πόνο του άλλου, ούτε, καν, την επιθυμία του.

Έχουν μάθει όπως στο Δημοτικό, «όλα λα, όλα Λόλα». Δεν έχουν χρόνο. Το τρένο των συνεπιβατών τρέχει με μεγάλη ταχύτητα. Δεν διαθέτουν χρόνο για στάσεις, αλλά ούτε και ελέγχουν τις επόμενες επιβιβάσεις.

Τα δώρα, πια, ούτε τα παιδιά δεν εξαγοράζουν… Όσο και να θέλουν οι γονείς και οι συγγενείς να πιστεύουν ότι τα ηρεμούν, όταν βλέπουν αυτή τη φονική αθωότητα που κρύβουν τα οργισμένα με ερωτήματα μάτια τους.

Τα δώρα είναι μια εξαγορά ενοχής, με μια προσπάθεια αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας, χωρίς ανθρωπισμό. Τα δώρα δημιουργούν μια απόσταση ανάμεσα σε δύο  ανθρώπους, που κανείς δεν είναι αυθεντικά δωρητής και κανένας εθελοντικά δωροδοκούμενος. Δώστε λίγο προσοχή σε ανθρώπους δίπλα σας, όταν ανοίγουν δώρα των γιορτών, σκίζοντας με μίσος το περιτύλιγμα…

Γιατί είναι σχεδόν σίγουροι πως κανείς δε θα τους φέρει το δώρο που προσδοκούν, αφού βαθειά μέσα τους και οι ίδιοι αγνοούν τις βαθύτερες επιθυμίες τους, προτιμώντας να ψελλίζουν ευχαριστίες, με αμήχανες σιωπές – αν δεν διαολοστέλνουν τον δωρητή, που τους υποχρεώνει, πλέον, να κάνουν και αυτοί τα αντίστοιχα, για να μην έχουν υποχρέωση.

Οι άνθρωποι δεν θέλουν δώρα, γιατί ξέρουν πως αυτά κάποια στιγμή ξεπληρώνονται, είτε με διλήμματα τιμήματος – πόσο ακριβό – είτε με αμφιθυμίες γούστου – πόσο αισθητικά αποδεκτό.

Τα δώρα των γιορτών είναι όπως οι λίστες γάμου. Σου κάνω κάτι ως δώρο, γιατί έχω υποχρέωση, και μη με ζαλίζεις, πήγαινε άλλαξέ το μετά, αλλά δεν θέλω να σε ξαναδώ, ίσως και γιατί ποτέ δεν ήθελα να σε γνωρίσω.

Είναι μια διοικούμενη φιλανθρωπία, με επόπτες άσχετους θαυματοποιούς, γυρολόγους, εμπόρους και ματαιόδοξους αγοραστές, όπου κανείς δεν ονομάζει τον βασιλιά ως γυμνό – έστω ημίγυμνο – αλλά  ως ένα τσιρότο, που θα κλείσει ένα τραύμα επιφανειακό, το οποίο θα ξανανοίξει με το ξεκόλλημα.

Μια συνωμοσία σιωπής και χαράς, που δεν θα γίνεται ποτέ ανάταση ψυχής, ως ανθρώπινου συναισθήματος. Μια χορηγία εμπορική, που το κέρδος δεν ονομάζεται ως ψυχοφθόρο, αλλά υπονοείται ως δικαίωμα και ως ανθρώπινη επικοινωνία.

Το «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» δεν γίνεται αποδεκτό – είναι μια φράση κενή νοήματος και ανούσια ηθικά. Όλοι περιμένουν κάτι που τους στέρησε η ζωή, η μάνα τους και το κακό το ριζικό τους. Άρα θα δεχτούν να ανταλλάξουν το χρυσάφι της ψυχής τους, όπως οι Ινδιάνοι της Αμερικής, που έδιναν το πραγματικό χρυσάφι, ανταλλάσσοντάς το με έγχρωμα γυαλάκια μηδενικής αξίας.

Τα δώρα των γιορτών και των επετείων είναι ένα άχρηστο εμπόρευμα  που δε σώζει ψυχές και ζωές των άλλων, αλλά με έναν μαγικό, σχεδόν τοτεμικό τρόπο, κάνει τον δώρο-δότη και τον δώρο-δέκτη συνένοχους σε μια πράξη συναλλαγής, που δίνει αξία σε πρόσωπα που δεν είναι υποκείμενα, αλλά αντικείμενα .

Οι δώρο-δότες και οι δώρο-δέκτες είναι ένα είδος αιμομικτών, που νιώθουν βαθιά το τραύμα, αλλά το μεταφράζουν σαν θαύμα. Ένα είδος αμαρτίας που δεν μπορούν να ονομάσουν, παρά με την επαναληπτική, τελετουργική, μυστικιστική φράση «Ύπαγε οπίσω μου σατανά»…

Το δώρο έχει μία θεϊκή αξία όπως το χρήμα, που, ως πραγματικό εμπόρευμα, δεν είναι παρά ένας αριθμός σε ένα φτηνό σχετικά χαρτί ή ένας ηλεκτρονικός λογάριθμος στο χρηματιστήριο αξιών, που, ενώ δεν τρώγεται, δεν έχει οσμή, γεύση και σώμα, αποκτά μυθική αξία στην διαδικασία της συναλλαγής. Το μοναδικό ίσως δώρο που, χωρίς  ιδιότητες, χαρίζει σε όλους τους ιδιότητες που δεν το έχουν, αλλά ίσως να μην ήθελαν να το έχουν κιόλας.

Γιατί όσο ο πλούσιος νιώθει την απειλή της απώλειάς του και γίνεται μίζερος και ταπεινωμένος ανασφαλής – ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο τραπεζικό λογαριασμό έχει – το ίδιο και ο φτωχός αντίστοιχα, την ίδια απώλεια έχει ως έλλειμμα. Είναι σαν να βλέπουν δύο άνθρωποι διαφορετικές οπτικές γωνιές. Αυτό το πηγάδι της έλλειψης μοιάζει να μη γεμίζει ποτέ, ούτε με λίγα, ούτε με πολλά.

Τα δώρα είναι σαν τον έρωτα. «Κι αν αγαπώ τον έρωτα, είναι που δεν τον είδα», λέει ο Λουδοβίκος.

Μήπως το ίδιο ισχύει και για τα δώρα, που, ενώ στην αναμονή υπόσχονται πολλά, στη πράξη φαίνονται πάντα λίγα; Αυτή είναι η σισσύφεια τιμωρία του ανθρώπου. Να μη γεμίζει ποτέ το άπληστο κτήνος που φέρνει μέσα του και να ξεφορτώνει μετά την τιμωρία του στους άλλους, που κατανόησαν την πείνα του.

Ο δώρο-αποδέκτης είναι βέβαιο πως ποτέ δεν θα ικανοποιηθεί από το δώρο που του κάνατε, γιατί στο χαλασμένο του μυαλό πάντα άξιζε κάτι περισσότερο – ποτέ κάτι λιγότερο. Ο Μινώταυρος της επιθυμίας καραδοκεί και καταπίνει. Δεν ξεδιψά ποτέ, ούτε χορταίνει, αλλά ούτε και εξαγοράζεται με παρθένες των Αθηνών. Πόσω μάλλον να δωροδοκηθεί από δώρα του Jumbo Bebe, με κουκλίτσες κινεζικής κατασκευής.

Ο ξεπεσμός της προσφοράς δώρων καθρεφτίζεται στην οδυνηρή εφεύρεση ειδών δώρων, άσχετων με τις επιθυμίες των ανθρώπων που βρίσκονται στο δίλημμα, αν αυτά τα δώρα θα τα χάριζαν στους εαυτούς τους. Που μοιραία θα απαντούν όχι αρχικά, το οποίο θα μετατρέπεται σε ναι, για να αποφύγουν το βλέμμα επιτίμησης αυτών που θέλουν το δώρο, ακόμη και αν δεν τους αρέσει. Τα σπίτια, πια, έχουν μεγάλες αποθήκες, για να τσουβαλιάζεις τα άχρηστα δώρα των γιορτών.

Ο ξεπεσμός των δώρων των γιορτών φαίνεται όχι μόνο από το ίδιο το εμπόρευμα, αλλά και από τα μαγαζιά μιας χρήσης, που κτίζονται Χριστούγεννα και γκρεμίζονται τον Γενάρη, αφού και οι ίδιοι οι έμποροι  αρνούνται να φιλοξενούν τα δώρα των γιορτών με ημερομηνία λήξης.

Ίσως μόνο αυτοί οι μάγοι της αγοράς και της εξαγοράς της ευτυχίας, με υποκατάστατα μιας χρήσης, να είναι οι τρεις σοφοί, που ξεκίνησαν να πάνε στη φάτνη, όπου γεννήθηκε το μεγάλο θαύμα μιας γέννησης, χωρίς ωδίνες και σωματικά υγρά, που θα καθοδηγεί την χαμένη αθωότητα των Πρωτόπλαστων σε Παραδείσους επί γης, όπου θα αγοράζουν εισιτήριο μιας διαδρομής, χωρίς επιστροφή και χωρίς ενδιάμεσες στάσεις.

SHARE

Περισσότερα

MORE READ THIS