kourdistoportocali.comMagazineTo κορίτσι που αφήσαμε να φύγει

Νανά Καραγιάννη

To κορίτσι που αφήσαμε να φύγει

Κάθε μέρα, λίγο, λίγο...

-Γεννήθηκα με την άνεση να τρώω ότι θέλω, τρώω τα πάντα και να μην παχαίνω. Είμαι 1,77 και 56 κιλά. Κατανοώ όμως απόλυτα τις γυναίκες που δεν έχω αυτό το χάρισμα από τη φύση ή που έχουν παραπανίσια κιλά. Δεν θέλω να είμαι ανταγωνιστική μαζί τους γιατί γεννήθηκα ψηλή και αδύνατη…

Από την Ιόλη Πιερίδη

Το κορίτσι της τηλεόρασης απέναντί μας δεν θα χρειαστεί ποτέ στη ζωή της να ασχοληθεί με δίαιτες-ούτε καν να τις διαβάσει. Είναι τόσο ξένες στην καθημερινότητά της. Κι όμως δεκάδες άλλες γυναίκες τις οποίες λούζει ο τηλεοπτικός φακός βρίσκονται σ΄ένα διαρκές μαρτύριο: Ψηλή, αδύνατη, όμορφη, sexy. Δεν υπάρχει χώρος για τις υπόλοιπες γυναίκες στο τηλεοπτικό στερέωμα. Η Νανά είχε συνειδητοποιήσει νωρίς τις απαιτήσεις της τηλεοπτικής καριέρας. Ηθελε να απολαύσει την καταιγίδα της αστρόσκονης με κάθε αντίτιμο. Πέρα από τα όρια, ακόμη και πέρα από τη ζωή. Είχε φθάσει στο σημείο να τρώει και στην συνέχεια να κάνει προκαλεί εμετό για να μην παχαίνει. Δεν υπήρχε μαρτύριο στο οποίο να μην έχει υποβάλλει τον εαυτό της. Ωσπου στο τέλος δεν άντεξε. Εφυγε από ανορεξία για ζωή. Το πιο σοκαριστικό είναι ότι τόσοι “λαμπεροί” άνθρωποι γύρω της, τόσοι “φίλοι” (την τηλεόραση είναι όλοι φίλοι μεταξύ τους) την άφηναν να φεύγει. Κάθε μέρα, λίγο, λίγο…Κανείς από τους δεκάδες ανθρώπους της εγχώριας σώου μπιζ δεν μπόρεσε να ανακόψει την πορεία προς το μοιραίο. Κανείς ίσως δεν ασχολήθηκε σοβαρά με την Νανά. Κανείς δεν βρέθηκε στο δρόμο της να της ψιθυρίσει λόγια σοφά, λόγια αγάπης. Η απώλεια της Νανάς είναι μια ολέθρια ήττα όλων μας. Είναι μια νίκη του θανάτου απέναντι στις ψεύτικες φιλίες και στα ψεύτικα λόγια.

Η Νάνσυ Ζαμπέτογλου που υπογράφει το κείμενο που ακολουθεί (γράφτηκε το 2015) κάνει λόγο για την απουσία της αγάπης στη ζωή της Νανάς.

Δύσκολα παιδικά χρόνια, η ανάγκη για αγάπη και θαυμασμό, το πρότυπο της αδύνατης- σχεδόν αποστεωμένης- καλλονής που προβάλουν τα μίντια. Η Νανά Καραγιάννη δεν είναι διαφορετική από τις άλλες γυναίκες που πάσχουν από νευρική ανορεξία. Η απάντηση για τις αιτίες της ασθένειας της κρύβεται και στη δική της περίπτωση στο περιβάλλον της. Αυτή είναι η ιστορία της, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Νάνσυ Ζαμπέτογλου.

Στα στούντιο Κάππα όπου γυρίζεται ο «Πρωινός Καφές» το μελίσσι των συνεργατών δίνει το πρώτο ραντεβού της ημέρας στην καντίνα. Ανάμεσα σε βιαστικούς καφέδες, τυρόπιτες και κρύα σάντουιτς, ρεπόρτερ, τεχνικοί και παρουσιαστές ανταλλάσουν νέα, αστεία και κουτσομπολιά. Η Νανά Καραγιάννη είναι όπως πάντα η ψυχή της παρέας. Κεφάτη, ζωντανή, γλωσσού κανονική, πειράζει τους φίλους της με τη δυνατή χαρακτηριστική φωνή της, ενώ μασουλάει μια τυρόπιτα πριν ξεκινήσει η εκπομπή. Φεύγοντας από την καντίνα και πριν μπει για μακιγιάζ, όμως,  η Νανά πηγαίνει διακριτικά στην τουαλέτα. Πρέπει να βγάλει από μέσα της αυτά που έφαγε. Η λαδωμένη τυρόπιτα της καντίνας θα την παχύνει σίγουρα και η Νανά δεν θέλει να είναι χοντρή.

 Είχε λίγα παραπανίσια κιλά όταν ήταν μικρή και η μαμά της πάντα τη μάλωνε όταν το παράκανε με τα παγωτά. Γι΄ αυτό η Νανά φροντίζει κάθε πρωί να βρίσκει χρόνο για να βγάζει από το σώμα της ο,τι θέλει να πιστεύουν οι άλλοι ότι έφαγε.

Μετά μπαίνει στο στούντιο χαρούμενη όπως πάντα για να παίξει το ρόλο της «κουτσομπόλας» μαζί με την Ελενα Πολυκάρπου. Οι πρωινοί εμετοί είναι το μυστικό της. Στο μεταξύ αδυνατίζει, της το λένε όλοι, κι αυτό την κάνει πολύ χαρούμενη. Μόνο που αδυνατίζει πολύ. Η Ελεωνόρα Μελέτη, παρουσιάστρια της εκπομπής, είναι η πρώτη που παρατηρεί ότι οι αλλαγές στο σώμα της συνεργάτιδας της δεν είναι φυσιολογικές. Καταλαβαίνει ότι δεν είναι η δίαιτα που αδυνατίζει τη Νανά αλλά κάτι πολύ πιο επικίνδυνο. Της το λέει. Η Νανά αρνείται. Είναι μια χαρά, υγιέστατη και τρώει όσο όλοι. Είναι Μάρτιος του 2007 όταν μια ρεπόρτερ της εκπομπής βλέπει στην τουαλέτα υπολείμματα από το μυστικό της Νανάς. Στην εκπομπή γίνεται σούσουρο. Η Νανά όμως επιμένει. Είναι απολύτως υγιής. Στο κάτω κάτω δεν είναι τόσο αδύνατη όσο λένε. «Να, σαν την Πολυκάρπου είμαι» λέει δείχνοντας την δημοσιογράφο. Αλλά δεν είναι σαν την Πολυκάρπου. Η φιγούρα της είναι σκελετωμένη και η Νανά δεν μπορεί να το δει. Το ταραγμένο από την νευρική ανορεξία μυαλό της βλέπει μια εικόνα διαστρεβλωμένη, μια εικόνα ιδανική. Ο πρωινός καφές τελειώνει για το καλοκαίρι και το συμβόλαιο της Νανάς δεν ανανεώνεται παρόλο που σύμφωνα με πληροφορίες υπήρχαν πολλοί στο κανάλι που πίστευαν ότι το χιούμορ και η εμφάνιση της θα μπορούσαν να τη χρίσουν κάποια στιγμή κεντρική παρουσιάστρια. Όπως δεν ανανεώνεται και ο γάμος της.

Ο Γιώργος, λένε οι πληροφορίες, ένα πολύ καλό παιδί που δουλεύει σε εταιρία κινητής τηλεφωνίας της λέει συνέχεια ότι πρέπει να τη δουν γιατροί, ‘oτι είναι πολύ αδύνατη και ότι κινδυνεύει η ζωή της. Την αγκαλιάζει και κλαίει. Κλαίει κι εκείνη. Όχι επειδή καταλαβαίνει ότι είναι άρρωστη αλλά γιατί νιώθει ότι ο άντρας της απομακρύνεται. Μερικούς μήνες αργότερα ο Γιώργος και η Νανά παίρνουν διαζύγιο. Περίπου εκείνη την περίοδο παρεμβαίνει η Τατιάνα Στεφανίδου. Συμπαθεί πολύ τη Νανά γιατί δούλεψαν μαζί στην εκπομπή Αποκάλυψη Τώρα στον ΑΝΤ1. Τη στέλνει για νοσηλεία στον Ευαγγελισμό χωρίς να το μάθει κανείς. Η Νανά δεν θέλει να της χαλάσει το χατίρι και πηγαίνει. Λίγους μήνες αργότερα εμφανίζεται στην εκπομπή Μίλα. «Ξεκίνησα να περιορίζω τις ποσότητες του φαγητού που έτρωγα. Πάντα είχα εμμονή με τα κιλά μου και με τα κιλά όλου του κόσμου. Το έψαχνα με τις θερμίδες, τι παχαίνει και όλα αυτά. Στην αρχή έτρωγα γλυκό μια φορά την εβδομάδα, μετά μισό, μετά το μετάνιωνα αλλά όλα αυτά γυναικεία, χαριτωμένα. Από την εφηβεία είχα αρχίσει να αγχώνομαι. Ναι και η μαμά μου αγχωνόταν. Όταν ήμουν στο δημοτικό χώρισαν οι γονείς μου. Ναι, πάντα είχα άγχος αν με αγαπάνε. Δεν ήθελα να απογοητεύσω τους δικούς μου. Μου άρεσε που όταν ήμουν στο νοσοκομείο ασχολούνταν όλοι μαζί μου, που όλοι ενδιαφέρονταν για μένα» εξομολογείται μεταξύ άλλων. Στην εκπομπή παραδέχεται τους εμετούς, την εμμονή με την αδυναμία αλλά ακόμη και η ίδια η Τατιάνα καταλαβαίνει ότι η Νανά δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει την αλήθεια. Απλώς λέει αυτά που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν. Είναι κι ένας τρόπος να αποφύγει τις αποκαλύψεις για τα δύσκολα παιδικά της χρόνια. Φίλοι της που την ξέρουν από μικρό παιδί λένε ότι το διαζύγιο των γονιών της και όσα ακολούθησαν την επηρέασαν πολύ περισσότερο απ όσο θέλει να παραδεχτεί. Ο πατέρας της και η μητέρα της, λένε, ξαναπαντρεύτηκαν κάνοντας γρήγορα νέες οικογένειες αφήνοντας τη να νιώθει παραμελημένη. Μένει με τον πατέρα της όταν η μητέρα της αποφασίζει να μετακομίσει στην Κέρκυρα αλλά μέσα στο μυαλό της η απόρριψη αντιμετωπίζεται μόνο με τον αγώνα για επιβίωση.
Η Νανά αποφασίζει να δουλέψει και να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Δεκαπέντε χρονών γράφεται σε πρακτορείο μοντέλων λέγοντας ψέματα ότι έχει κλείσει τα 18. Σε ένα κάστινγκ γνωρίζει τον Δημήτρη Παπανώτα που την παίρνει στην εκπομπή Μύθοι και Αλήθειες. Σ ένα άλλο γνωρίζει τον Νίκο Μαστοράκη που τη βάζει στα σηριαλ που κάνει τότε στον ΑΝΤ1. Εκείνη που όνειρο της είναι να γίνει νοσηλεύτρια βρίσκει στην τηλεόραση μια δουλειά που μπορεί να χωρέσει την τρομακτική ευφυία της, το ταλέντο της στην επικοινωνία και το καυστικό χιούμορ της και τον αυτοσαρκασμό της.

Μένει με τον Παπανώτα πέντε ολόκληρα χρόνια στο New Channel. Το τέλος της συνεργασίας τους δεν σημαίνει και τέλος της φιλίας τους. Ο Παπανώτας γίνεται κουμπάρος στο γάμο της με τον Γιώργο. Σ έναν καφέ στα Μελίσσια την εποχή που δουλεύει στο Σταρ, στο πάνελ της Χριστίνας Λαμπίρη,  ο Παπανώτας της λέει ότι ότι έχει αδυνατίσει επικίνδυνα και ότι πρέπει οπωσδήποτε να βάλει κιλά. Ότι η εικόνα της είναι η εικόνα μιας άρρωστης γυναίκας και ότι χρειάζεται βοήθεια από ειδικούς. Η Νανά δεν του ξαναμιλάει. Είναι ευτυχισμένη που έχει αδυνατίσει τόσο πολύ-αν και θα ήθελε να αδυνατίσει και λίγο ακόμη- και είναι ερωτευμένη ξανά. Ο Γιάννης Κωτσόπουλος δουλεύει delivery σε πιτσαρία, είναι μικρότερος της μερικά χρόνια και την θέλει πολύ. Η Νανά φοράει ένα λευκό μίνι νυφικό και με μάρτυρες τη Χριστίνα Λαμπίρη και τον Θοδωρή Ρακιτζή τον παντρεύεται στο δημαρχείο του Αμαρουσίου. Αποκαλεί τον πατέρα του «μπαμπά» και κάνει τατουαζ με το όνομα του στο χέρι της.  Τα μίντια για ένα χρόνο περίπου την χάνουν. Ολοι ξέρουν ότι πάσχει από νευρική ανορεξία και όλοι υποθέτουν ότι παράλληλα με την πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή στον Kiss FM προσπαθεί να γίνει καλά. Δεν είναι έτσι όμως. Η Νανά αδυνατίζει όλο και πιο πολύ, αποστεώνεται, γίνεται φάντασμα του εαυτού της. Μια σκιά με τεράστια μπλέ μάτια που έχουν αρχίσει να θολώνουν από την αδυναμία.

Μέσα της λιώνει. Στο μεταξύ στην κοινωνική της ζωή είναι πιο ενεργή από ποτέ. Δίνει μια συνέντευξη σε ένα εβδομαδιαίο περιοδικό και λέει «τρώω και τρέχω συνέχεια να δοκιμάζω μαγαζιά και φαγητά» και την ίδια ώρα για να αποδείξει του λόγου το αληθές ποστάρει φωτογραφίες της στο facebook που τη δείχνουν να κοιτάει καταλόγους εστιατορίων ή να τρώει παχυντικά φαγητά και γλυκά. Η ανάγκη της να δείξει στους διαδικτυακούς της φίλους ότι είναι καλά είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη της να γίνει πραγματικά καλά. Τα μηνύματα πέφτουν βροχή. Οσο ανεβάζει τα τρομακτικά πορτρέτα της στη σελίδα της στο facebook τόσο οι φίλοι της γράφουν σχόλια για το πόσο όμορφη και χαριτωμένη είναι. Στο μεταξύ έχει αποκτήσει ακόμη έναν εθισμό: το σολάριουμ.
Όπως παραδέχεται η ίδια πηγαίνει στο κέντρο σολάριουμ που έχει μια φίλη της τουλάχιστον δυο με τρείς φορές την εβδομάδα. Η εικονα της αρρώστιας γίνεται πιο έντονη αλλά η Νανά δεν βλέπει τίποτα εκτός από αυτό που θέλει να δει. Ότι είναι αδύνατη και μαυρισμένη όπως πάντα ήθελε και ποθητή από τον άντρα της που φροντίζει να της δείχνει με κάθε τρόπο πόσο ερωτευμένος είναι μαζί της. Εξάλλου τα σχόλια στο facebook είναι αποθεωτικά. Αν κάποιος δεν μπορεί να δει πόσο όμορφη είναι τότε μάλλον τη ζηλεύει ή δεν βλέπει καλά…

SHARE
MORE MAGAZINE