kourdistoportocali.comEconomyOι ΤΡΑΠΕΖΕΣ βάζουν τέλος στο πάρτυ των θαλασσοδανεισμένων επιχειρηματιών

Γράφει η Gillian Rothschild

Oι ΤΡΑΠΕΖΕΣ βάζουν τέλος στο πάρτυ των θαλασσοδανεισμένων επιχειρηματιών

Ο Αλιόσια Γκρίσιν έδωσε τη χαριστική βολή στην εταιρία του;

Προφανώς οι τράπεζες ζαλισμένες από τα μυκονιάτικα πάρτυ του νεαρού επιχειρηματία Αλιόσια Γκρίσιν του τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια. Tο δρόμο μάλιστα που χάραξε η Αλφα Γκρίσιν αναμένεται να ακολουθήσουν και άλλες επιχειρήσεις που  δεν την βγάζουν καθώς οι τράπεζες θα τραβούν πλέον το χαλί σε όσους επιχειρηματίες δεν συνεργάζονται και δεν βάζουν το χέρι στην τσέπη.

Γράφει η Gillian Rothschild

Οι τραπεζίτες εφαρμόζουν πλέον επιθετική στρατηγική, προχωρώντας σε καταγγελίες μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων μεσαίου μεγέθους εταιρειών εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει πρόθεση συνεργασίας από τον επιχειρηματία.

Ο SSM πιέζει τα πιστωτικά ιδρύματα να πιάσουν τους στόχους μείωσης των κόκκινων δανείων και να επιταχύνουν τις καταγγελίες δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση άνω των δύο ετών. Πρόκειται για ένα πεδίο στο οποίο οι τράπεζες έχουν ολιγωρήσει και εφεξής οι πρωτοβουλίες θα είναι πιο επιθετικές με την περίπτωση της Άλφα Γκρίσιν να είναι προπομπός για αντίστοιχες εξελίξεις, κυρίως στο κομμάτι των μεσαίων επιχειρηματικών δανείων, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι ο επιχειρηματίας/ιδιοκτήτης χαρακτηρισθεί μη συνεργάσιμος.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται ότι με βάση τη χαρτογράφηση που έχει γίνει οι τράπεζες θα προχωρούν σε καταγγελίες δανείων με πρωτοβουλία εκείνης που έχει τη μεγαλύτερη έκθεση και με τη συνεργασία των υπόλοιπων.

Μέχρι τώρα η συνεργασία μεταξύ τραπεζών ήταν ελλιπής και εκείνες που δεν είχαν μεγάλο δανειακό βάρος «δεν καίγονταν» να συμβάλλουν στην εξεύρεση λύσης.

Πλέον έχει γίνει κατανοητό ότι η συνεργασία είναι αναγκαία για να γίνει η δουλειά και το μότο «το ένα χέρι νίβει το άλλο», θα κυριαρχήσει.

Η κοινή γραμμή είναι ότι όπου έχει αποδειχθεί από την εμπειρία των προηγούμενων ετών ότι ο ιδιοκτήτης/επιχειρηματίας σε κάθε προσπάθεια αναδιάρθρωσης ολιγωρούσε, δίνοντας υποσχέσεις για παράδειγμα, για μείωση δαπανών, τις οποίες δεν τηρούσε, έχει μπει σε μαύρη λίστα και εφεξής, τελειώνουν οι συζητήσεις και οι τράπεζες περνούν σε δράση.

Τις τράπεζες μέχρι τώρα συνέφερε η αποφυγή δαπανηρών νομικών ενεργειών και προτιμούσαν να ποντάρουν στην ελπίδα ότι θα υπάρξει λύση μέσω αναδιαρθρώσεων.

Τα ψέματα τελείωσαν  κυρίως για όσες περιπτώσεις αποδεικνύεται ότι ο επιχειρηματίας διαθέτει περιουσία και δεν στηρίζει χρηματοδοτικά την εταιρεία του, προσδοκώντας σε μία ακόμη ρύθμιση.

Η ενεργός διαχείριση των προβληματικών δανείων εντείνεται σε όλα τα μέτωπα και άμεσα ξεκινούν δράση οι εταιρείες διαχείρισης χρησιμοποιώντας και εργαλεία που οι ίδιες οι τράπεζες δεν έχουν, ακόμη και πρωτοβουλίες κουρέματος οφειλών σε ιδιώτες και μικρές επιχειρήσεις.

Ο περιορισμός της οφειλής θα επιστρατεύεται σε εκείνες τις περιπτώσεις οφειλετών που κατόπιν αξιολόγησης της οικονομικής τους κατάστασης διαπιστώνεται ότι αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Στα νέα εργαλεία που επιστρατεύονται είναι επίσης η προσαρμογή της οφειλής στην περίπτωση ενός στεγαστικού δανείου με βάση την εμπορική αξία του ακινήτου, σε μια προσπάθεια όχι μόνο να μειωθεί η δόση του δανείου, αλλά και να εξορθολογιστεί η οφειλή, δίνοντας κίνητρο στους δανειολήπτες να αποπληρώσουν το δάνειό τους.

Πρόκειται για μια πρακτική που χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στη χώρα μας και συνιστά ουσιαστικά έμμεσο κούρεμα, αφού το δάνειο ακολουθεί την υποτίμηση της αξίας του ακινήτου.

Οι δύο εταιρείες διαχείρισης «κόκκινων» δανείων που έχουν αδειοδοτηθεί πρόσφατα από την Τράπεζα της Ελλάδος, η Cepal και η FPS, αναλαμβάνουν δάνεια των τραπεζών Alpha Βank και Eurobank, με προοπτική ωστόσο να διαχειριστούν και δάνεια άλλων τραπεζών.

Η Cepal, που αποτελεί σύμπραξη της ισπανικής πρώην Aktua και της Alpha Bank, εισάγει το ισπανικό μοντέλο λειτουργίας με πιο καινοτόμες πρακτικές, όπως η μεσολάβηση, με τη συναίνεση του δανειολήπτη, για την πώληση του ακινήτου. Για τον σκοπό αυτόν η νέα εταιρεία θα αναπτύξει ένα ευρύ δίκτυο συνεργασίας με μεσίτες, μέσω των οποίων θα μπορεί να πουλήσει το προσημειωμένο ακίνητο, διευκολύνοντας τον οφειλέτη στην αναζήτηση αγοραστή.

Δυναμικά στη διαχείριση «κόκκινων» δανείων μπαίνει και η FPS, θυγατρική της Eurobank, η οποία θα λειτουργήσει με 800 άτομα προσωπικό και στόχο να αναλάβει το συνολικό χαρτοφυλάκιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τον τομέα λιανικής της τράπεζας, ύψους 15 δισ. ευρώ.

Ο ΑΛΙΟΣΑ ΓΚΡΙΣΙΝ ΕΔΩΣΕ ΤΗ ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ;

      

Όταν τον Απρίλιο του 2011 η μετοχή της εισηγμένης εταιρείας Alpha Grissin έμπαινε σε καθεστώς επιτήρησης -οι ζημιές είχαν διαμορφωθεί σε επίπεδο μεγαλύτερο του 30% της ενοποιημένης καθαρής θέσης-  κανείς δεν φανταζόταν ότι η εταιρεία που ίδρυσε και διηύθυνε με αποτελεσματικότητα ο κ. Βασίλειος Γκρίσιν θα οδηγούταν σε πτώχευση.

Ο κ. Γκρίσιν είχε κάνει όνομα με την εμπορία αυτοκινήτων αλλά η εισηγμένη επκεντρώθηκε σε άλλους τομείς και ειδικότερα στα κλιματιστικά, τα συστήματα αδιάλειπτης λειτουργίας ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα ακίνητα και την ενέργεια. Τομείς που στην αρχή έδωσαν ώθηση στις εργασίες της εταιρείας αλλά στην πορεία αποδείχθηκαν βαρίδια, ιδίως ο κλάδος των ακινήτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Από το 2011 και μετά η εταιρεία δεν κατάφερε να περάσει τον κάβο της κρίσης και μέχρι σήμερα εμφανίζει ζημίες, αρνητικά ίδια κεφάλαια και έντονα προβλήματα ρευστότητας. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι καταλυτικό ρόλο στην αδυναμία της εταιρείας να ορθοποδήσει ήταν και η αλλαγή διοίκησης το 2013, όταν το τιμόνι της Alpha Grissin ανέλαβε ο κ. Αλιόσα Γκρίσιν, γιος του Βασίλη.
Η ανακοίνωση της εταιρείας ότι  στις 5 Μαίου έχει συγκληθεί έκτακτη γενική συνέλευση με βασικό θέμα: «Εγκριση του συνόλου των διαδικασιών που είναι απαραίτητες για την κήρυξη της εταιρείας σε κατάσταση πτώχευσης» αιφνιδίασε ως προς την επιλογή της διοίκησης και όχι σε ότι αφορά στα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η εταιρεία υπέβαλε τον Μάρτιο αίτηση κήρυξης πτώχευσης έτσι ώστε μέχρι να εκδικαστεί η αίτηση τον Ιούνιο να πραστατεύεται από τους πιστωτές και να μην εκκινήσουν κατασχέσεις και πλειστηριασμοί κατά της περιουσίας της.

Η εταιρεία σε ανακοίνωσή της καταλογίζει ευθύνες στις πιστώτριες τράπεζες που από το 2015 «απαίτησαν την τοκοχρεωλυτική επιστροφή των δανείων που της είχαν χορηγήσει υπό τη μορφή ανοικτού κεφαλαίου κίνησης, απαιτώντας παράλληλα η ρευστότητα της  εταιρείας να διοχετευτεί αποκλειστικά σε αυτά και όχι στην αγορά, υπό τη μορφή προμήθειας, προϊόντων προς πώληση».

Οι οφειλές προς τράπεζες, εταιρείες leasing και προμηθευτές ξεπερνούν τα 34 εκατ. ευρώ.

«Η εταιρεία, σήμερα, βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Τα λειτουργικά της κέρδη αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τους λογιζόμενους τόκους που προκύπτουν από τα τραπεζικά δάνεια που έχει συνάψει, και φυσικά αδυνατεί να επιστρέψει, τα δάνεια που έχει λάβει, όπως οι τράπεζες απαιτούν», αναφέρει χαρακτηριστικά και συμπληρώνει:

«Υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες η εταιρεία αναμένεται να οδηγηθεί σε γενική και μόνιμη παύση πληρωμών, αφού θα στερείται χρημάτων προκειμένου να προβεί σε παραγγελίες προϊόντων και δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες της, οι οποίοι και θα καταγγείλουν τις μεταξύ τους συμβάσεις, στρεφόμενοι στον ανταγωνισμό».

Ο όμιλος απασχολεί 107 άτομα και το 2015  ο τζίρος είχε διαμορφωθεί στα 12,8 εκατ. ευρώ όταν το 2009 οι πωλήσεις της είχαν φτάσει τα 30 εκατ. ευρώ.
Η ανακοίνωση της εταιρείας
 «Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης η εταιρεία αντιμετώπιζε έντονες καθυστερήσεις πληρωμής από τους πελάτες της με αποτέλεσμα η ίδια εν συνεχεία να καθυστερεί την εξόφληση των πιστωτών της. Παράλληλα, αδυνατούσε να προσφύγει σε τραπεζικό ή άλλο δανεισμό για την χρηματοδότηση των αναγκών της λόγω των ήδη υφιστάμενων υψηλών της χρεών προς τα τραπεζικά ιδρύματα.

Από τις αρχές του έτους 2015 τα τραπεζικά ιδρύματα με τα οποία συνεργαζόταν η εταιρεία (Eurobank, Πειραιώς, Attica, ΕΤΕ και Alpha Bank) απαίτησαν την τοκοχρεωλυτική επιστροφή των δανείων που της είχαν χορηγήσει υπό τη μορφή ανοικτού κεφαλαίου κίνησης, απαιτώντας παράλληλα η ρευστότητα της  εταιρείας να διοχετευτεί αποκλειστικά σε αυτά και όχι στην αγορά, υπό τη μορφή προμήθειας, προϊόντων προς πώληση.

Το ανωτέρω ήταν αδύνατο να συμβεί και για το λόγο τούτο η εταιρεία κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες να επαναδιαπραγματευθεί με τα τραπεζικά ιδρύματα την επιμήκυνση και τον διακανονισμό εξόφλησης των υφιστάμενων δανείων της, το ύψος των οποίων ξεπερνούσε το ποσό των 25.000.000,00 ευρώ.

Σε όλη τη διάρκεια του έτους 2016 η εταιρεία υπέβαλε, σε συνεργασία με γνωστό οίκο συμβούλων επιχειρήσεων,  οικονομικά σχέδια και προτάσεις στα τραπεζικά ιδρύματα, με σκοπό την αναδιάρθρωση του τραπεζικού της δανεισμού, τα οποία απερρίφθησαν χωρίς αιτιολογία και χωρίς να υπάρξει από την πλευρά των τραπεζών κάποια επίσημη αντιπρόταση.

Το Νοέμβριο του 2016 τα τραπεζικά ιδρύματα με τα οποία συνεργαζόταν η εταιρεία, αξίωσαν με εξώδικες δηλώσεις και επιστολές την άμεση καταβολή των οφειλομένων, άλλως απείλησαν ότι θα λάβουν αναγκαστικά μέτρα εις βάρος της εταιρείας. Ήδη η Τράπεζα Eurobank, κατήγγειλε τις δανειακές της συμβάσεις με την εταιρεία και προέβη στην έκδοση διαταγής πληρωμής.

Ξεκίνησε δε διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτων των απαιτήσεων της έναντι βασικών πελατών της εταιρείας, στερώντας της έτσι σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα. Ακολούθως, οι τράπεζες Εθνική, Πειραιώς και Αττικής προέβησαν στην καταγγελία των δανειακών τους συμβάσεων.

Τις ανωτέρω νομικές ενέργειες των εν λόγω τραπεζών είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν και οι λοιπές πιστώτριες τράπεζες της εταιρείας. Η εταιρεία, σήμερα, βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Τα λειτουργικά της κέρδη αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τους λογιζόμενους τόκους που προκύπτουν από τα τραπεζικά δάνεια που έχει συνάψει, και φυσικά αδυνατεί να επιστρέψει, τα δάνεια που έχει λάβει, όπως οι τράπεζες απαιτούν.

Οι συνεχιζόμενες και συσσωρευμένες σημαντικές ζημίες χρήσης σε επίπεδο Ομίλου έχουν δημιουργήσει αρνητικά ίδια κεφάλαια, τα οποία αναμένεται να υπερβούν το 2016 τα 11.000.000,00 ευρώ. Η εταιρεία οφείλει σε τράπεζες, σε εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης και σε προμηθευτές ποσό που τείνει να ξεπεράσει τα 34.471.721,01 ευρώ.

Οι ανωτέρω οφειλές έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο έλλειψης ρευστότητας για την επιχείρησή, το οποίο πλέον έχει καταστεί μη διαχειρίσιμο, λόγω και της έναρξης δικαστικών διαδικασιών από πλευράς των πιστωτριών τραπεζών. Η εταιρεία αναμένεται άμεσα να αδυνατεί, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, να λειτουργήσει και να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, οπότε θα τεθεί σε πλήρη αδράνεια λειτουργίας ελλείψει πόρων.

Υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες η εταιρεία αναμένεται να οδηγηθεί σε γενική και μόνιμη παύση πληρωμών, αφού θα στερείται χρημάτων προκειμένου να προβεί σε παραγγελίες προϊόντων και δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες της, οι οποίοι και θα καταγγείλουν τις μεταξύ τους συμβάσεις, στρεφόμενοι στον ανταγωνισμό».

SHARE

Περισσότερα

MORE ECONOMY