kourdistoportocali.comEconomyKΑΡΚΙΝΟΓΟΝΑ συστατικά στην Nutella!

Eκτακτη Είδηση

KΑΡΚΙΝΟΓΟΝΑ συστατικά στην Nutella!

Ξέσπασε ο Παγκόσμιος Πόλεμος ανάμεσα στις πολυεθνικές εταιρίες τροφίμων

Ξέσπασε ο Παγκόσμιος Πόλεμος ανάμεσα στις πολυεθνικές εταιρίες τροφίμων με τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς της μίας να επιχειρεί να κονιορτοποιήσει τον αντίπαλο.

 Οι κατασκευαστές της Nutella έχουν δεχτεί ισχυρό πλήγμα μετά τη δημοσιοποίηση έρευνας που αναφέρει ότι ένα από τα συστατικά της είναι καρκινογόνο. Το αγαπημένο γλύκισμα μικρών και μεγάλων για να παραχθεί βασίζεται στο φοινικέλαιο που του δίνει απαλή υφή και πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής.

Ωστόσο, μια έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) δήλωσε ότι το εν λόγω έλαιο είναι περισσότερο καρκινογόνο από οποιοδήποτε άλλο λάδι.

«Αν φτιάξουμε τη Nutella χωρίς φοινικέλαιο το προϊόν θα μοιάζει με υποκατάστατο και δεν θα έχει τη γεύση που έχει», λέει ο διευθυντής προμηθειών της Ferrero Vincenzo Tapella.

Ο ίδιος έχει βρεθεί πολλές φορές αντιμέτωπος με αντιδράσεις καθώς φορείς της υγείας υποστηρίζουν πως το φοινικέλαιο πρέπει να απαγορευτεί.

Η αναλυτική έκθεση της EFSA, που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2016, αναφέρει πως το φοινικέλαιο είναι πιο επικίνδυνο από τα άλλα φυτικά έλαια, όταν χρησιμοποιηθεί σε θερμοκρασίες άνω των 200 βαθμών Κελσίου.

Οι υψηλές θερμοκρασίες χρησιμοποιούνται για την αφαίρεση του φυσικού κόκκινου χρώματος που έχει αλλά και για να εξουδετερωθεί η έντονη μυρωδιά του.

Αυτή η διαδικασία, ωστόσο, προκαλεί προσμείξεις που ονομάζονται γλυκιδυλεστέρες λιπαρών οξέων. Από αυτή τη διαδικασία απελευθερώνεται γλυκιδόλη, μια ένωση που θεωρείται ακράδαντα ότι προκαλεί όγκους.

Σύμφωνα με έκθεση του αμερικανικού Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας, η γλυκιδόλη προκάλεσε όγκους σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες ιστού σε ποντίκια εργαστηρίου και αρουραίους.
Ωστόσο, η Ferrero λέει ότι χρησιμοποιεί μια βιομηχανική διαδικασία που συνδυάζει μια θερμοκρασία λίγο κάτω από τους 200 βαθμούς Κελσίου.

«Η διαδικασία διαρκεί περισσότερο και κοστίζει 20%περισσότερο από ό,τι η διύλιση υψηλής θερμοκρασίας», λέει η εταιρεία παραγωγής η οποία στην ανακοίνωσή της λέει τα εξής:
«Το φοινικέλαιο που χρησιμοποιείται από τη Ferrero είναι ασφαλές επειδή προέρχεται από φρεσκοστυμμένα φρούτα και υποβάλλεται σε επεξεργασία κάτω από ελεγχόμενες θερμοκρασίες. Το φοινικέλαιο που χρησιμοποιούμε δίνει στο προϊόν την κρεμώδη υφή του, αυξάνει τη γεύση των συστατικών του χάρη στις ιδιότητες που του επιτρέπουν να έχει μια ουδέτερη οσμή και γεύση μετά από τη διαδικασία διύλισης. Επιπλέον, είναι το καλύτερο συστατικό για την παρασκευή της Nutella. Πάνω απ ‘όλα, αποφεύγουμε τη διαδικασία υδρογόνωσης που θα παράγουν διαφορετικά ανθυγιεινά τρανς λιπαρά. Το φοινικέλαιο από φρούτα βοηθά επίσης στη διατήρηση της μοναδικής γεύσης αλλά και στον μεγάλο χρόνο ζωής λόγω της υψηλής σταθερότητας στην οξείδωση σε σύγκριση με άλλα φυτικά έλαια».

Η εταιρεία παραγωγής αναφέρει επίσης ότι η EFSA δεν έχει την εξουσία να εκδίδει κανονισμούς.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πάντως δεν συνιστά στους καταναλωτές να σταματήσει να τρώει το φοινικέλαιο. Η ΗΠΑ Food and Drug Administration, επίσης, δεν έχει απαγορεύσει τη χρήση του φοινικέλαιου στα τρόφιμα.

Προς το παρόν πάντως η Ferrero υπερασπίζεται ένα από τα πιο δημοφιλή της προϊόντα και τονίζει στους καταναλωτές ότι το φουντούκι και η σοκολάτα είναι από τα πιο δυνατά πρωινά για τα παιδιά σε παγκόσμιο επίπεδο. Την ίδια ώρα αντίπαλες εταιρείες με αντίστοιχα προϊόντα διαφημίζουν τις αλοιφές τους τονίζοντας ότι δεν περιέχουν φοινικέλαιο.

Η διαδικασία συγχώνευσης εταιρειών στον κλάδο της βιομηχανίας τροφίμων συνεχίζεται, επιτρέποντας σε μια μικρή ομάδα πολυεθνικών ομίλων να ελέγχουν την αγορά τροφίμων από τον αγρό μέχρι το ράφι-μεταδίδει η Τερέζα Κρίνιγκερ για λογαριασμό της DW.

«Είναι καιρός να μη μας ενδιαφέρει απλά και μόνο το τι έχουμε στο πιάτο μας», επισημαίνεται στο κείμενο που συνοδεύει τον ετήσιο Άτλαντα Επιχειρηματικών Ομίλων για το 2017, τον οποίο εξέδωσαν από κοινού τα πολιτικά ιδρύματα Χάινριχ Μπελ και Ρόζα Λούξεμπουργκ, με τη συνδρομή των οργανώσεων Germanwatch, Oxfam και BUND, αλλά και της εφημερίδας Le Monde Diplomatique.

Όπως τονίζεται στον οδηγό που δημοσιοποιήθηκε χθες, η εξέλιξη της βιομηχανίας αγροτικής παραγωγής και τροφίμων μας αφορά όλους. Οι αγρότες και οι εργάτες στις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες οικονομίες πλήττονται περισσότερο από την ισχύ των ομίλων που ελέγχουν την αγορά. Όπως τονίζεται μεταξύ άλλων, από το 2015 έχουν γίνει 12 γιγάντιες συγχωνεύσεις εταιρειών, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο μια μικρή ομάδα ομίλων κατά μήκος της αλυσίδας προμηθευτών. Μόλις επτά επιχειρήσεις ορίζουν πλέον την παγκόσμια παραγωγή φυτοφαρμάκων και σπόρων. Στο τέλος του 2017 το φαινόμενο αυτό θα έχει οξυνθεί ακόμη περισσότερο. Όπως επισημαίνει στην DW η Μπάρμπαρα Ουνμούσιχ, διευθυντικό στέλεχος του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ, «βιώνουμε μια εξέλιξη στον τομέα των φυτοφαρμάκων και των σπόρων που θα μας οδηγήσει προσεχώς από τα ολιγοπώλια σε τρία μεγάλα μονοπώλια. Η συγχώνευση της Bayer με τη Monsanto επίκειται, δύο αμερικανικοί γίγαντες, η Dow Chemical και η Dupont, θέλουν επίσης να συγχωνευθούν και στο παιχνίδι βρίσκονται και οι Κινέζοι, που εξαγόρασαν τελευταία τον ελβετικό όμιλο αγροτικών και χημικών προϊόντων Syngenta».

Η Μπάρμπαρα Ουνμούσιχ υπογραμμίζει ότι σε όσο λιγότερα «χέρια» συγκεντρώνεται ο έλεγχος της αγοράς, τόσο περιορίζονται οι επιλογές των καταναλωτών και τόσο πιο εκβιάσιμοι καθίστανται οι εκπρόσωποι της πολιτικής από τους επιχειρηματικούς κολοσσούς.

Παραινέσεις για στροφή σε οικολογικές μεθόδους

Μόλις επτά όμιλοι ελέγχουν σήμερα την παγκόσμια αγορά φυτοφαρμάκων και σπόρων, επισημαίνει ο Άτλας Επιχειρηματικών Ομίλων 2017 Μόλις επτά όμιλοι ελέγχουν σήμερα την παγκόσμια αγορά φυτοφαρμάκων και σπόρων, επισημαίνει ο Άτλας Επιχειρηματικών Ομίλων 2017

Σύμφωνα με τους συντάκτες του Άτλαντα Επιχειρηματικών Ομίλων, μόλις τέσσερις επιχειρήσεις κυριαρχούν στις εισαγωγές και εξαγωγές αγροτικών πρώτων υλών, κατέχοντας το 70% της παγκόσμιας αγοράς. Πρόκειται για τους αμερικανικούς ομίλους Archer Daniels Midland, Bunge, Cargill και την ολλανδική Luis Dreyfus Company, που μπορούν να εκμεταλλευτούν την τεράστια διαπραγματευτική τους ισχύ σε βάρος των παραγωγών. Οι όμιλοι αυτοί τροφοδοτούν με φθηνές πρώτες ύλες τους κολοσσούς της βιομηχανίας τροφίμων, όπως η Nestle, η Unilever, η Heinz, η Kellogg’s και η Tschibo, που είναι οι κύριοι προμηθευτές των αλυσίδων σούπερ μάρκετ.

Όπως τονίζει κλείνοντας η Μπάρμπαρα Ουνμούσιχ, «θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή των πολιτικών στο ότι η συσσώρευση ισχύος που βρίσκεται σε εξέλιξη αυξάνει τις εξαρτήσεις και τον κίνδυνο εκβιασμού από μεγάλους ομίλους. Θα πρέπει να επεκταθεί και να χρησιμοποιηθεί το δίκαιο του ανταγωνισμού κατά των καρτέλ. Κατά τα άλλα ας στραφούμε σε οικολογικές αγροτικές μεθόδους καλλιέργειας επειδή αυτές οδηγούν σε μεγάλη αύξηση της σοδειάς, που πραγματικά ωφελεί τους αγρότες και παραγωγούς».

 

SHARE
MORE ECONOMY